Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Η Φλορέττα στη Μεσσήνη...

Η Φλορέττα στη Μεσσήνη
Ήταν Μάιος. Καθόταν στο τραπέζι και έτρωγε φασολάκια. Του άρεσαν τα πρώιμα φασολάκια, μπαρμπούνια - πρωτολούλουδο, όπως τα μαγείρευε η μάνα του. 
Μαζί με τυρί φέτα, λίγες ελιές και μπόλικο ψωμί, ήταν το καλύτερο φαγητό.Ετρωγε και κοίταζε έξω από την ανοιχτή πόρτα. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο μηχανάκι του που ήταν στημένο στο πεζοδρόμιο, μια κόκκινη Φλορέττα.
Ηταν ολοκαίνουργια και άστραφτε στον ήλιο.Την είχε αγοράσει πριν από λίγες ημέρες. Τα λεφτά που πήρε από τον έμπορο, από τη μαγιάτικη πατάτα, μόλις έφτασαν. Η τράπεζα έμεινε απλήρωτη.

Κοίταζε ξεκινώντας από μπροστά, το μεγάλο της φανάρι, το φαρδύ μπροστινό φτερό, το ρεζερβουάρ (τεπόζιτο βενζίνης), τη μεγάλη μονοκόμματη σέλα, το κουστούμι (Fairing)  που ξεκίναγε κάτω από τη σέλα και κάλυπτε και τη μηχανή, τα γυαλιστερά νίκελα, μπροστά στο φανάρι, στα στεφάνια των τροχών, στο πλάι της σέλας και στη σχάρα. Ετσι που ήταν στημένη στο σταντ ξεπερνούσε στην ομορφιά την ωραιότερη κοπέλα.

Αφότου την απόχτησε, άλλαξε. Οι κινήσεις του έγιναν πιο αργές και προσεκτικές, τα λόγια του λιγόστεψαν, ευχαριστιόταν να μιλάει και να ακούει μόνο για το μηχανάκι του και πίστευε, ότι τώρα πια, σε κανένα κορίτσι δεν θα ήταν αδιάφορος.

Το οδηγούσε και ένιωθε ότι κρατάει ένα δυνατό και γρήγορο εργαλείο που υπάκουε σε κάθε του επιθυμία. Υπήρχαν και άλλα μηχανάκια, κανένα όμως δεν συγκρινόταν με την Φλορέττα. Αυτά βούιζαν και γέμιζαν το δρόμο καπνούς στην παραμικρή δυσκολία. Η Φλορέττα χωρίς να χάνει το ρυθμό της μηχανής, που ήταν γρήγορος αλλά διακριτός, πήγαινε μπροστά και ξεπέρναγε παλικαρίσια κάθε εμπόδιο. Δύναμη και πολυτέλεια, μαζί.

Η Φλορέττα στη Μεσσήνη

Τα βράδια πήγαινε στο μαγαζί του Βασίλη του Τσαγκάρη, παραδίπλα από το παλιό Δημαρχείο, Κέντρο Διερχομένων για τους μηχανάκηδες. Ο Βασίλης ήταν μηχανικός και δάσκαλος μαζί για τα δίκυκλα. Γι' αυτά μίλαγε συνέχεια. Πώς δούλευε η μηχανή, τι έπρεπε να προσέχει ο οδηγός, ποιο εργοστάσιο τα κατασκεύαζε. Ελεγε πως τη Φλορέττα την είχε σχεδιάσει ένας Γερμανός ο Αντον Κρέιντλερ, που είχε γράψει επάνω της το επώνυμό του «FLORETT-KREIDLER». Ηταν μηχανάκι δίχρονο, με μανιβέλα στο πόδι (Kick –Starter), με δικές του - μοναδικές ευρεσιτεχνίες, που το έκαναν ασυναγώνιστο. Οι δρόμοι της Ευρώπης ήταν τότε γεμάτοι από Φλορέττες.

Στου Βασίλη μαζεύονταν και πολλοί άλλοι που είχαν την ίδια λόξα, Νησιώτες, Μαυρομματαίοι, Τζωρέοι, Μαδεναίοι και Λυκοτραφαίοι. Ολοι νέοι, ηλιοκαμένοι και ακούρευτοι, με άσπρα τσαλακωμένα πουκάμισα και λερές παλάμες.

Από το μαγαζί του ξεκινούσαν τα βράδια και έκαναν κόντρες με τα μηχανάκια τους μέχρι το Ασπρόχωμα. Εφευγαν με βουή και μαρσαρίσματα, με γέλια και πειράγματα  και επέστρεφαν μετά από λίγο με τους ίδιους θορύβους, με φωνές και διαμαρτυρίες.                                                                                          

Αυτός δεν συμμετείχε σε αυτούς τους αγώνες. Πρόσεχε την καινούργια Φλορέττα του και ήθελε να την «στρώσει» σιγά-σιγά. Του άρεσε όμως να τους βλέπει και ήθελε να ακούει  όσα έλεγαν για τις Φλορέττες. Πόσο δυνατές, αξιόπιστες και γρήγορες ήταν. 

Πρωταγωνιστικό ρόλο στα τρεχάματα και στις κόντρες έπαιζε ο Γιώργος ο Ντροκ. Είχε μια Φλορέττα, παλαιότερο μοντέλο και δεν ξεκόλλαγε από επάνω της. Με τη δυνατή του φωνή επιβαλλότανε στην παρέα των συναγωνιζομένων, όποτε υπήρχε διαφωνία.                                                              

Μια ημέρα, που στο μαγαζί του Βασίλη ήταν μαζεμένοι καμιά εικοσαριά μοτοποδηλάτες και αυτός μπροστά στον πάγκο του  διόρθωνε μια μηχανή, ο Γιώργος ο Ντροκ άρχισε να παινεύεται για το μηχανάκι του και τα κατορθώματά του. Το  προηγούμενο βράδυ, τους έλεγε, είχε βάλει επάνω στη Φλορέττα, δύο ακόμα φίλους και μια γυναίκα, τραγουδίστρια στα πανηγύρια, και έτσι όλοι μαζί είχαν πάει στο χωριό Αβραμιού και είχαν επιστρέψει κοντά στο ξημέρωμα, χωρίς κανένα πρόβλημα. 

Ηταν όλοι τους μια ομάδα που τους ένωνε η αγάπη για τα μηχανάκια και ειδικότερα για την Φλορέττα, μια άτυπη «Λέσχη Φίλων της Φλορέττας Μεσσήνης και Περιχώρων».

Παναγιώτης Γ. Σαραντόπουλος 
Μεσσήνη

Δεν υπάρχουν σχόλια: