Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Ας γνωρίσουμε τις ομορφιές του νομού μας:Η ιστορική παραδοσιακή κρήνη των Κάτω Αμπελοκήπων Μεσσηνίας αναμένει τη διάσωση και την αποκατάστασή της!!!

Η ιστορική παραδοσιακή κρήνη των Κάτω Αμπελοκήπων Μεσσηνίας αναμένει τη διάσωση και την αποκατάστασή τηςΟι κρήνες στο πέρασμα του χρόνου
Από τα πανάρχαια χρόνια, οι άνθρωποι, έχοντας εκτιμήσει την αξία του νερού, ανέπτυξαν τεχνικές για τη συγκέντρωση, την αποθήκευση και τη διανομή του.  
Στην αρχαία Ελλάδα, οι κρήνες αρχικά ήταν ένα απλοϊκά σκαμμένο κοίλωμα σε πέτρα κοντά στην πηγή και σταδιακά, απέκτησαν θρησκευτικό χαρακτήρα. 
Γνωστές ήταν η Κασταλία στους Δελφούς, η Πειρήνη στην Κόρινθο, η κρήνη Κλεψύδρα στη Μεσσηνία κ.α.  Στην αρχαία Ρώμη υπήρχαν οι δημόσιες κρήνες, όπως και τα «νυμφαία», κρήνες όπου το νερό ανάβλυζε από κάποιο γλυπτό.  Στο Βυζάντιο συναντάμε τη «φιάλη», την κρήνη στην αυλή των μοναστηριών, με διάκοσμο έντονα επηρεασμένο από την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση.


Οι άνθρωποι πίστευαν ότι το νερό ήταν ευπρόσβλητο από «κακές» δυνάμεις, ενώ για να το αποκτήσουν και να το διαχειριστούν κατέβαλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες.  Όλα τα παραπάνω, εκφράστηκαν μέσα σε δοξασίες και μυθολογίες για υπερφυσικούς φύλακες των νερών, όπως φτερωτούς δράκους, δαίμονες κ.α.  Στα νεότερες παραδόσεις επιβιώνουν πολλές δεισιδαίμονες, πράξεις που συνδέονται με την αρχέγονη λατρεία του νερού.  Οι δοξασίες αυτές επηρέασαν και το διάκοσμο της υπαίθριας κρήνης, με συμβολικά και αποτρεπτικά μοτίβα, όπως δράκοι, αετοί, φίδια, λιοντάρια, γοργόνες κ.α. 

Στην Ελλάδα, δημιουργοί των κρηνών ήταν οι παραδοσιακοί τεχνίτες της πέτρας, από διάφορες περιοχές, όπως η Ήπειρος, η Αρκαδία κ.α..  Οι τεχνίτες αυτοί ήταν οργανωμένοι σε ομάδες από 5-10 άτομα και έφταναν στα μεγάλα μπουλούκια τους 100, ενώ πήρχαν όλες οι ειδικότητες, όπως χτιστάδες, λασπητζήδες, πελεκάνοι, λιθοξόοι κ.α.  Ταξίδευαν όπου έβρισκαν δουλειά τους ανοιξιάτικους και καλοκαιρινούς μήνες και διατηρούσαν την παράδοση της οικοδομικής τέχνης, παρόλο που δέχονταν παραγγελίες για σχέδια και έτσι, επιδράσεις στην τεχνική τους.  Οι ομάδες αυτές ήταν οι κυριότεροι εκφραστές αλλά και «ανανεωτές» της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.

Αρχιτεκτονικά η κρήνη μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανοιχτού ή κλειστού τύπου.  Αποτελείται από πέτρινη ή μαρμάρινη ορθογώνια κατασκευή στο πλάι της οποίας προσαρμόζεται κολώνα ή δοκός (παραστάδα), που μπορεί να καταλήγει σε τριγωνικό αέτωμα (τύμπανο) ή τοξωτή πύλη (αψίδα).  Οι ανοιχτές κρήνες έχουν ένα ορθογώνιο τοίχο στην πρόσοψη του οποίου υπάρχει άλλοτε τυφλή μονή ή διπλή αψίδα και άλλοτε παραλληλόγραμμη αβαθής εσοχή και σε ύψος ενός περίπου μέτρου από το έδαφος ένα στόμιο εκροής (κρουνός).  Μικρή ποσότητα νερού μπορεί να συγκρατείται αρχικά σε ένα κοίλωμα που ονομάζεται χούφτα.  Στη βάση του τοίχου μεταξύ δυο πεζουλιών το νερό συγκεντρώνεται σε ορθογώνια λεκάνη (γούρνα) που χρησιμεύει στο πότισμα των ζώων.  Στην πρόσοψη μπορεί να υπάρχουν μικρές ορθογώνιες κοιλότητες (παραθύρες) για την τοποθέτηση μικροαντικειμένων.  Οι κλειστού τύπου κρήνες σκεπάζονται με τετράπλευρη στέγη σε σχήμα χαμηλής πυραμίδας ή με χτιστό θόλο.  Η στέγη στηρίζεται σε έναν, δύο ή τρεις τοίχους, και κολώνες αντίστοιχα, κατασκευασμένες από ξύλο ή πέτρα, ενώ  το εσωτερικό δάπεδο είναι πλακόστρωτο και η αποχέτευση του νερού γίνεται συνήθως με μικρό υπόγειο κανάλι.

Η παραδοσιακή κρήνη του οικισμού των Κάτω Αμπελοκήπων

Η παραδοσιακή κρήνη του οικισμού των Κάτω Αμπελοκήπων βρίσκεται στην νοτιοανατολική πλευρά των ορίων του οικισμού, σε απόσταση 200 μέτρων από το κέντρο του, στη θέση «βρύση» ή «βαένι», σε ένα ανοικτό πλάτωμα, δίπλα από μια αιωνόβια μνημειακή βελανιδιά (αριά), με περίμετρο βάσης που ξεπερνά τα 3 μέτρα (αξίζει να σημειωθεί ότι πληροί όλα τα κριτήρια για να χαρακτηρισθεί «Διατηρητέο Μνημείο της Φύσης»).  Ακόμη, πλάι και απέναντι του ανοικτού απλώματος βρίσκεται το ιστορικό μυλαύλακο, ένα υδάτινο χωμάτινο κανάλι που έφερνε νερό από δύο κοντινές πηγές, το «κεφαλόβρυσο» και την «σκασμάδα», δίνοντας στην μέχρι εκεί πορεία του  κίνηση στον υδρόμυλο και την νεροτριβή των Λαμπραίων, συνέχιζε προς τους υπόλοιπους υδρόμυλους του Μηναγιώτικου ρέματος, ποσοτικά αυξανόμενο με το σταθερά τρεχούμενο νερό της κρήνης.  Η κρήνη αυτή αποτελεί ένα ιδιαίτερο αγροτικό μνημείο ανώνυμης παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, που διηγείται με τον πιο εύληπτο τρόπο την καθημερινότητα των κατοίκων του οικισμού κατά την διάρκεια του εικοστού αιώνα και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του τοπίου, της συλλογικής μνήμης και της ταυτότητας των ανθρώπων της περιοχής.

Μορφολογικά ανήκει στον τύπο της απλής ανοικτής κρήνης και αποτελείται από πέτρινη παραλληλόγραμμη ορθογώνια κατασκευή, που έχει κατασκευαστεί με ιδιαίτερη τεχνική δεξιότητα.  Είναι φτιαγμένη με λιθοδομή, με κοινούς λίθους, πωρόλιθους και σχιστόπλακες της περιοχής, ενώ ως συνδετικό κονίαμα έχει χρησιμοποιηθεί κοινή λάσπη και κομμάτια κεραμιδιών βυζαντινού τύπου σε άτακτη διάταξη.  Η λιτή πρόσοψη της έχει κατασκευαστεί μερικώς από πωρόλιθους και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ισχυρή κατασκευή, καθώς αντέχει τις πιέσεις και την διάβρωση που προκαλεί το νερό σε μόνιμη βάση.  Η κρήνη τρέχει πηγαίο τρεχούμενο νερό σταθερής ροής, το οποίο φτάνει στην κρήνη μέσα από ένα υπόγειο κανάλι αγωγού ύδρευσης από κοντινή πηγή με την ομώνυμη ονομασία «Βρύση», που βρίσκεται σε απόσταση 200 μέτρων.  Το μήκος της ορθογώνιας κατασκευής αγγίζει τα 3 μέτρα και το ύψος της ξεπερνά τα 2 μέτρα, ενώ στα δύο πλευρικά μέρη φέρει μικρού μήκους και ύψους πέτρινο τοίχο αντιστήριξης.  Στην επίπεδη πρόσοψη και σε ύψος ενός περίπου μέτρου από το έδαφος ανοίγονται δύο στόμια εκροής (κρουνοί) του νερού που χύνονται σε δύο περίτεχνες λίθινες γούρνες (κούπες ή χούφτες).  Το νερό εισέρχεται από το πίσω μέρος της ορθογώνιας κατασκευής, διαμέσου ενός πέτρινου εσωτερικού καναλιού και μέσω μιας καινοτόμου περίτεχνης εσωτερικής διακλάδωσης μεταφέρει ισομερώς το νερό στα δύο στόμια εκροής. 

Σχετικά με την χρονολόγηση της, η κατασκευή της κρήνης ανάγεται στο έτος 1908, σύμφωνα με την δυσδιάκριτη πλέον ανάγλυφη χρονολογία που βρίσκεται στο μέσο της πρόσοψής της.  Πρόκειται για μια χρονική περίοδο, όπου, ο οικισμός ανήκε διοικητικά στον πρώην Δήμο Μεθώνης και παρουσιάζει μια αισθητή αύξηση του πληθυσμού, με αναμενόμενη ανάλογη αύξηση των αναγκών για ύδρευση.  Είναι χαρακτηριστικό, ότι, στις δύο τελευταίες απογραφές του 19ου αιώνα, που διενεργήθηκαν τα έτη 1889 και 1896, παρατηρείται μια πληθυσμιακή στασιμότητα (πιθανόν και λόγω των ανθρώπινων απωλειών του σεισμού του 1886) καθώς οι κάτοικοι του οικισμού παραμένουν αξιοσημείωτα σταθεροί στους 122, ενώ στην πρώτη απογραφή του 20ου αιώνα, που έγινε το 1907, παρατηρείτε μια αισθητή αύξηση που αγγίζει το 25% και αποτυπώνεται αριθμητικά στους 151 κατοίκους.  Η πληθυσμιακή αυτή αύξηση οφείλεται εν μέρει στην μετακίνηση και μόνιμη εγκατάσταση μέρους των κατοίκων από τον τότε όμορο οικισμό Ξάκαλη ή Τσάκαλι, καθώς ο μεγάλος σεισμός που έγινε στις 15 Αυγούστου του 1886, μεγέθους 7,5 ρίχτερ, (326 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 800 τραυματίστηκαν, ενώ 6.000 σπίτια κατέρρευσαν ή υπέστησαν σημαντικές ζημιές) προκάλεσε πιθανόν μεγάλες ζημιές, με αποτέλεσμα την σταδιακή εγκατάλειψή του.  Είναι χαρακτηριστικό, ότι, στην απογραφή του 1879 ο οικισμός Ξάκαλη έχει 32 κατοίκους, ενώ στην επόμενη απογραφή του 1889 δεν υφίσταται.  Έτσι, η απογραφή του 1907 αποτυπώνει τον μεγαλύτερο πληθυσμό του οικισμού από την σύσταση του νεοελληνικού κράτους, με ότι αυτό σημαίνει σε σχέση με τις ανάγκες ύδρευσής του.  Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι, η κρήνη αποτέλεσε ένα έργο άμεσης ανάγκης, καθώς η αύξηση του πληθυσμού μεγάλωσε τις ανάγκες ύδρευσης.  Εάν και η κρήνη είναι έργο ανωνύμων δημιουργών, όπως άλλωστε συμβαίνει με πολλά έργα του αγροτικού πολιτισμού, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι οι χορηγοί των εξόδων κατασκευής της θα πρέπει να ήταν οι ίδιοι οι κάτοικοι του οικισμού.  Η ονομασία της κρήνης προέρχεται από τα  κατασκευαστικά χαρακτηριστικά της και ονομάζεται από τους γηγενείς κατοίκους ως «Λιμπιά» (Λίμπα συνήθως σημαίνει κοίλωμα πέτρας πλήρες ύδατος, ενώ υποκοριστικά το λιμπί σημαίνει μικρή γούρνα ή δεξαμενή). 

Ανάμεσα στην κρήνη και το μυλαύλακο, στο ανοικτό πλάτωμα υπήρχε υποτυπώδες φυσικό πλακόστρωτο, όπου οι νοικοκυρές του οικισμού μέχρι την δεκαετία του 1970 έπλεναν τα ρούχα τους.  Ακόμη, η κρήνη για περισσότερο από μισό αιώνα, έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960, αποτελούσε την βασική εστία υδροδότησης του οικισμού των Κάτω Αμπελοκήπων.  Έτσι, αποτελούσε σημείο συνάντησης και επικοινωνίας, καθώς σε καθημερινή βάση οι κάτοικοι του οικισμού έφταναν εκεί για να προμηθευθούν το απαραίτητο νερό για τις ανάγκες της οικογένειάς τους.  Παράλληλα, η κρήνη αποτελούσε ενδιάμεσο σταθμό ανάπαυλας και ξεκούρασης για ανθρώπους και ζώα, που κατευθύνονταν τόσο προς τις αγροτικές τους ασχολίες, όσο και προς τους τρείς υδρόμυλους της κοντινής περιοχής, ενώ αποτελούσε σημείο  ανεμελιάς και παιχνιδιών των παιδιών, στη διαδρομή τους για τον οικισμό από το ιστορικό σχολειό, ως εναλλακτική διαδρομή.  Η αντίστροφη μέτρηση για την κρήνη άρχισε στα μέσα της δεκαετίας του 1960, όταν ο οικισμός άρχισε να υδροδοτείται κατευθείαν με σύστημα αγωγών ύδρευσης από την πηγή του «κεφαλόβρυσου».  Έτσι, η κρήνη σταδιακά χάνει την πρακτική της αξία και σημασία, πολλές φορές μάλιστα και το νερό της, που διοχετεύετε στα κεντρικά δίκτυα ύδρευσης της περιοχής.  Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, στα πλαίσια κατασκευής ενός δικτύου αγωγών άρδευσης τη περιοχής, κάποιες υδραυλικές εργασίες, ώστε το νερό της κρήνης εναλλακτικά να αρδεύει τις καλλιέργειες της περιοχής, επηρέασαν αρνητικά την τεχνική και αισθητική υπόσταση του αγροτικού μνημείου, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει πλέον άμεσα.  Την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα η εικόνα εγκατάλειψης ολοκληρώνεται, διότι ο αγωγός που διοχέτευε τρεχούμενο νερό στις δύο γούρνες της κρήνης κλείνει οριστικά, καθώς τα φερτά υλικά της βροχής, σε συνδυασμό με την αυτοφυή βλάστηση, κλείνουν τα δύο στόμια εκροής του νερού.  Όμως, στα μέσα της δεκαετίας του 2010, η κρήνη καθαρίστηκε, τα στόμια εκροής άνοιξαν και η κρήνη άρχισε και πάλι να λειτουργεί και να τρέχει πηγαίο νερό.  Η κρήνη σήμερα δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα στατικά προβλήματα, ωστόσο τεχνικές αστοχίες συντήρησης και παρεμβάσεων των τελευταίων δεκαετιών έχουν αλλοίωση την τεχνική και αισθητική υπόστασή της.  Παράλληλα, η αυτοφυής έντονη βλάστηση περιμετρικά της ορθογώνιας κατασκευής, καθώς και η αποσαθρώσεις σε ορισμένα σημεία του κονιάματος της πρόσοψης επιβαρύνουν περισσότερο το μνημείο.  Αυτό το αγροτικό αρχιτεκτονικό μνημείο, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον και την ιστορία των υδρόμυλων της περιοχής, δημιουργεί ένα τοπίο ανεκτίμητης αξίας που οφείλουμε να προστατεύσουμε και να αναδείξουμε, καθώς αποτυπώνει την ιστορία και τον πολιτισμό της ανθρωπογεωγραφίας του οικισμού.

Αποκατάσταση και ανάδειξη

Είναι χαρακτηριστικό, ότι, το Καλοκαίρι του 2015 κλιμάκιο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας επισκέφτηκε την ιστορική κρήνη, ώστε βάσει των ιστορικών και αρχιτεκτονικών της στοιχείων, να μελετήσει το πλαίσιο προστασίας της και τις δυνατότητες χαρακτηρισμού της ως νεωτέρου μνημείου.  Όμως, λαμβάνοντας υπόψη το πόρισμα της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας, σχετικά με την διαχρονική φθορά της κρήνης και τις άστοχες έως επικίνδυνες τεχνικές παρεμβάσεις των τελευταίων δεκαετιών, που επηρέασαν αρνητικά την ομαλή λειτουργία, την τεχνική δομή και την αισθητική της κρήνης, διαπιστώνουμε ότι η κρήνη χρειάζεται άμεσα ειδική αρχιτεκτονική μελέτη για την τεχνική και αισθητική αποκατάστασή της.  Έτσι, οι εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης, από εξειδικευμένη τεχνική ομάδα που ειδικεύεται σε τέτοιου είδους μνημεία, θα δώσουν την δυνατότητα διάσωσης και ανάδειξης ενός σημαντικού αγροτικού μνημείου της περιοχής.  Έχοντας λοιπόν υπόψη, την παρούσα κατάσταση που βρίσκεται η κρήνη, την ανάγκη προστασίας του μνημείου και την εξασφάλιση της υγιεινής του περιβάλλοντος αυτής χώρου, την ανάγκη ασφαλούς και απρόσκοπτης χρήσης του χώρου από τους επισκέπτες,  την ουσιαστική μέριμνα για την ανάδειξη και προβολή του τόπου και των μνημείων του, καταλήγουμε ότι χρειάζεται άμεσα να υπάρξουν πρωτοβουλίες από τις αρμόδιες υπηρεσίες της πολιτείας για την διάσωση και αποκατάσταση ενός ιδιαίτερου και μοναδικού «ζωντανού» μνημείου της περιοχής της νότιας Μεσσηνίας.   

Έτσι, για την τεχνική και αισθητική αποκατάσταση της κρήνης, ώστε το μνημείο να επανέλθει, κατά το δυνατόν, στην αρχική του μορφή, θα χρειαστεί να γίνουν στοχευμένες ειδικές τεχνικές παρεμβάσεις, που θα αφορούν στην καθαίρεση του υπάρχοντος πρόσθετου / νεότερου τσιμεντοκονιάματος στην κορυφή της κρήνης και την εκ νέου τοποθέτηση και αρμολόγηση των λίθων με κονίαμα ανάλογης σύστασης με της αρχικής κατασκευής, στον καθαρισμό των λίθων της κρήνης, στην επανατοποθέτηση πλακόστρωτου σε όλη την έκταση που ανοίγεται έμπροσθεν της κρήνης με λιθόπλακες που να είναι συμβατές με τα αρχιτεκτονική ταυτότητα της κρήνης, στην κατασκευή υπόγειου καναλιού υδάτων από το έμπροσθεν σημείο της κρήνης έως το μυλαύλακο (απόσταση περίπου 15 μέτρων), ώστε ο χώρος του πλακόστρωτου να είναι ελεύθερος και ασφαλής για τους επισκέπτες, στην τοποθέτηση παραδοσιακών φωτιστικών ιστών και πέτρινων ή ξύλινων καθιστικών περιμετρικά και σε κάποια απόσταση από το χώρο της κρήνης, ώστε να μην επηρεάζεται η αισθητική φυσιογνωμία του μνημείου και στην ανάρτηση ξύλινης πινακίδας με πληροφοριακά στοιχεία για την αρχιτεκτονική και ιστορική ταυτότητα του μνημείου.  Ακόμη θα μπορούσαν να φυτευτούν μια σειρά δέντρων, συμβατά με την χλωρίδα της περιοχής, περιμετρικά του ανοικτού χώρου.  Τέλος, θα πρέπει να απομακρυνθεί σε ασφαλή απόσταση από την κρήνη, ο αγωγός που βρίσκεται στο αριστερό τμήμα της και χρησιμοποιείται για άντληση και μεταφορά νερού, από αγροτικά μηχανήματα, για άρδευση των καλλιεργειών της ευρύτερης περιοχής (αξίζει να σημειωθεί, ότι, ο αγωγός αυτός εφάπτεται με τον αριστερή πλευρά της κρήνης και πέραν του αρνητικού της αλλοίωσης της αισθητικής φυσιογνωμίας του  μνημείου, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος καταστροφής της λίθινης περίτεχνης κούπας από αγροτικά μηχανήματα που προμηθεύονται νερό για άρδευση). 

Η παραπάνω πρόταση αποκατάστασης και ανάδειξης της ιστορικής κρήνης, στόχο έχει, να διασώσει ένα ιδιαίτερο αγροτικό μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς, στενά συνδεδεμένο για περισσότερο από έναν αιώνα με τη ζωή και την γεωργοκτηνοτροφική οικονομία της ευρύτερης περιοχής, να αναδείξει την ιδιαίτερη ιστορία και φυσιογνωμία του «ζωντανού» μνημείου και του χώρου ύπαρξής του, καθώς και των ιδιαίτερων αισθητικών χαρακτηριστικών του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος της περιοχής του μνημείου και να δημιουργήσει ένα ελκυστικό χώρο για τους κατοίκους και τους επισκέπτες του οικισμού.  Επίσης, η πρόταση αυτή, προσδοκά να αποτελέσει την βάση μελέτης για τις αρμόδιες δημοτικές και περιφερειακές αρχές, ώστε το μνημείο να συντηρηθεί, να αναδειχθεί και να ξαναβρεί την αρχική του όψη και τελικά να αποτελέσει ένα ιδιαίτερο τοπόσημο αναφοράς και αναψυχής.  Τέλος, στόχος είναι, μέσω της διάσωσης και αποκατάστασης της ιστορικής κρήνης να αναδειχθούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φυσικού και ιστορικού περιβάλλοντος της περιοχής του μνημείου, όπως οι ιστορικοί υδρόμυλοι, η σπάνια χλωρίδα και πανίδα, τα δύο μεσαιωνικά οχυρά κ.α., που το καθιστούν ως ένα ιδιαίτερο πολιτιστικό τοπίο που χρήζει ιδιαίτερης προστασίας, σεβασμού και ανάδειξης.

Ολοκληρώνοντας την μελέτη αυτού του ιδιαίτερου μνημείου, αξίζει να σημειώσουμε ότι η ιστορική κρήνη αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για την γνωστή διεθνή ζωγράφο Joanna Kordos, γόνο ελλήνων μεταναστών από τον συγκεκριμένο οικισμό που έφυγαν για την Αυστραλία την δεκαετία του 1970, που ζει στην Μελβούρνη.  Συγκεκριμένα, στα πλαίσια της εκστρατείας διάσωσης του ιστορικού σχολείου του οικισμού, που η ζωγράφος πρωτοστατεί, δημιουργεί αυτό το χρονικό διάστημα ένα ζωγραφικό πίνακα με θέμα την ιστορική κρήνη, ώστε το ζωγραφικό έργο να εκτεθεί σε διαδικτυακό οίκο δημοπρασιών έργων τέχνης και τα χρήματα που θα συγκεντρωθούν από την πώληση του έργου θα διατεθούν για τη διάσωση του εμβληματικού σχολείου.  Παράλληλα, αριθμημένα συλλεκτικά αντίτυπα του έργου με την υπογραφή της καλλιτέχνιδας θα διατεθούν έναντι συμβολικής τιμής για τον ίδιο σημαντικό σκοπό.

Έτσι, η ιστορική κρήνη του οικισμού των Κάτω Αμπελοκήπων,  που φέτος συμπληρώνει μια επετειακή ημερομηνία, καθώς κλείνει 110 χρόνια από την κατασκευή της, αποτελεί ένα μοναδικό αγροτικό μνημείο παραδοσιακής λαϊκής αρχιτεκτονικής και ένα ιδιαίτερο τοπόσημο του οικισμού, άμεσα συνδεδεμένο με την συλλογική μνήμη και την ιστορία του τόπου, που χρήζει άμεσης πολιτειακής παρέμβασης, ώστε να διασωθεί και να αναδειχθεί, καθώς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της περιοχής.

      

Δημοσθένης Κορδός

Υποψήφιος Διδάκτωρ Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Δεν υπάρχουν σχόλια: