Η Κατερίνα, δέκα χρονών, και ο μικρός της αδελφός, ο Γιωργάκης, έξι, ξύπνησαν το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης με την καρδιά τους να χτυπάει γοργά. Στο χωριό, ο ήλιος φώτιζε τις σκεπές και τα λιθόστρωτα δρομάκια, και η ανοιξιάτικη μυρωδιά των λουλουδιών γέμιζε την ατμόσφαιρα. Η μητέρα τους είχε ήδη απλώσει στο τραπέζι της κουζίνας τα υλικά για τα κόκκινα αυγά, τα τσουρέκια και τα πασχαλινά κουλούρια. Τα δύο αδέλφια ήξεραν καλά πως η μαγεία της ημέρας κρύβεται στις μικρές τους προετοιμασίες και στα έθιμα που τους συνδέουν με τη ζωή του χωριού και την πίστη τους.
Στο μικρό τους δωμάτιο, η Κατερίνα άνοιξε ένα κασόνι γεμάτο φύλλα από άνθη. Ρόδα, βιολέτες, ακόμα και μικρά χρυσάνθεμα.
Είχαν ξεραθεί με προσοχή και ήταν έτοιμα να ντύσουν τα αυγά με πολύχρωμα σχέδια. Ο Γιωργάκης τακτοποίησε τα αυγά στην κουζίνα, με την βοήθεια της μητέρας τους. Μαζί, με προσοχή και αργές κινήσεις, τύλιγαν κάθε αυγό με φύλλα, το στερέωναν μέσα σε λεπτή, διαφανή κάλτσα και το βουτούσαν στο κόκκινο χρώμα. Τα αυγά έλαμπαν, σαν μικροί θησαυροί, και η χαρά τους ήταν ανεξάντλητη.Μετά τη διαδικασία της βαφής, κάθονταν στο μικρό τραπεζάκι της αυλής και άρχιζαν να ζωγραφίζουν. Η Κατερίνα σχεδίαζε λουλούδια και σταυρούς γύρω από τα αυγά, ενώ ο Γιωργάκης ζωγράφιζε μικρά κτίσματα και κήπους, εμπνευσμένος από τα μονοπάτια και τα σπίτια του χωριού. Οι εικόνες τους δεν ήταν μόνο διακοσμητικές. Κάθε χρώμα, κάθε γραμμή, ήταν και μια προσευχή, μια ευχή για την υγεία της οικογένειας και την ειρήνη των ανθρώπων γύρω τους. Έφτιαχναν όμορφες Πασχαλινές κάρτες με ευχές και τις μοίραζαν στους συμμαθητές τους, στους συγγενείς και στους γείτονες.
Το απόγευμα, με τα βιβλιαράκια της Μεγάλης Εβδομάδας στα χέρια, τα παιδιά παρακολουθούσαν τις ακολουθίες. Η φωνή του ιερέα διαπερνούσε τα τείχη της εσωτερικής τους εκκλησίας. Προσπαθούσαν να καταλάβουν τα λόγια, να τα αποστηθίσουν, να τα νιώσουν. Η Κατερίνα διάβαζε ψιθυριστά, και ο Γιωργάκης ακολουθούσε με μια μικρή προσευχή για την οικογένεια και τους φίλους τους. Είχε μάθει να λέει το Κύριε ελέησον. Η πίστη τους ήταν καθαρή και αθώα, και τα μικρά τους σώματα έμοιαζαν να γεμίζουν φως από τη συμμετοχή τους σε κάτι μεγαλύτερο από το ανάστημά τους.
Το βράδυ της Ανάστασης ήταν η στιγμή που η καρδιά τους χτυπούσε γοργά . Η εκκλησία ήταν γεμάτη, οι λαμπάδες άναβαν και οι ψαλμοί γέμιζαν την ατμόσφαιρα με μια αίσθηση μυσταγωγίας. Τα παιδιά κρατούσαν τις στολισμένες λαμπάδες τους με σοβαρότητα και ενθουσιασμό μαζί. Καθώς το «Χριστός Ανέστη» αντηχούσε σε όλο το χριστεπώνυμο πλήθος, η Κατερίνα και ο Γιωργάκης ένιωθαν σαν να πετούν με την ψυχή τους ψηλά στον φωτεινό ουρανό. Μένανε στην εκκλησία μέχρι αργά, παρατηρώντας τις φλόγες των κεριών να τρεμοπαίζουν και να χορεύουν πάνω στις τοιχογραφίες και οι Άγιοι να τους ευλογούν με μύρο Θείας Δόξης.
Όταν γύριζαν στο σπίτι, τα αυγά τους ήταν στολισμένα στο κέντρο στο τραπέζι . Το κόκκινο χρώμα τους δεν ήταν μόνο σύμβολο της Ανάστασης· ήταν ένα φως, μια ζωντανή ασπίδα αγάπης και υγείας που τους συντρόφευε.Έφερναν στο σπίτι κι ένα ευλογημένο αυγό από την εκκλησία, θείο φάρμακο για τις ασθένειες της χρονιάς, που φύλαγαν στο εικόνισμα.
Η ημέρα της Λαμπρής περνούσε γεμάτη φως και γέλιο. Τα παιδιά έτρεχαν στις αυλές και στα σοκάκια,και ξάπλωναν σε ανθισμένους αγρούς . Η Κατερίνα και ο Γιωργάκης μοιράζονταν μικρές ιστορίες και φανταστικά παιχνίδια, αλλά πάντα γύριζαν στην αυλή τους και στα δικά τους αυγά, σαν να ήθελαν να αποτυπώσουν τη μαγεία της Λαμπρής στο πατρικό τους σπίτι , μέσα στην καρδιά τους.
Σήμερα, που μεγάλωσαν και οι δύο, μέσα στις καθημερινές υποχρεώσεις, τις εργασίες και τα αγκάθια της ζωής, ανασηκώνουν το κεφάλι τους και θυμούνται εκείνες τις μέρες της παιδικής τους αθωότητας. Στα γρανάζια της καθημερινότητας, βρίσκουν μια στιγμή για να αφουγκραστούν εκείνο το φως, το γέλιο και την ευτυχία που ένιωθαν τη Λαμπρή. Η ανάμνηση των κόκκινων αυγών, των λουλουδιών και των αργών απογευματινών ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδας γεμίζει τις ψυχές τους με μια ζεστασιά που κανένα άγχος δεν μπορεί να σβήσει.
Η Κατερίνα σκέφτεται τη φλόγα της λαμπάδας που κρατούσε όταν ήταν δέκα χρονών και το πώς το φως τής φαινόταν ατέλειωτο μέσα της. Ο Γιωργάκης θυμάται τη στιγμή που τυλίγανε μαζί τα φύλλα των ανθών γύρω από τα αυγά, και πώς ένιωθε ότι κάθε αυγό ήταν ένας μικρός και ανεπανάληπτος θησαυρός. Κάθε χρόνο, παρά τις δυσκολίες, τα δύο αδέλφια βρίσκουν έναν τρόπο να ξαναζήσουν εκείνη τη Λαμπρή μέσα από τις αναμνήσεις τους, και να αφήσουν το φως της να φωτίσει τις μέρες τους.
Η Λαμπρή των παιδικών τους χρόνων δεν ήταν μόνο μια γιορτή, αλλά ένα ταξίδι πίστης, αγάπης και παιδικής μαγείας. Ήταν η ανάσα της ψυχής τους, η ανάμνηση ενός κόσμου όπου τα αυγά δεν ήταν μόνο αυγά, αλλά σύμβολα ελπίδας, υγείας και αγάπης θείας.
Κάθε φορά που η ζωή τους φαίνεται σκληρή και γεμάτη υποχρεώσεις, τα δυο αδέλφια σηκώνουν τα παιδικά τους κεφάλια και θυμούνται το γέλιο τους, τη χαρά τους και την ονειρεμένη εκείνη Λαμπρή που γέμιζε την καρδιά τους με φως Κυρίου.
Καλή Ανάσταση!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Την ευθύνη για τα σχόλια φέρει αποκλειστικά ο σχολιαστής.Αναρτήσεις γίνονται μόνο επώνυμα με λογαριασμό Google.