Καθώς η μητέρα μου ζύμωνε τα λαζαράκια —τόσα όσα και τα μέλη της οικογένειας, μα και για τα αγαπημένα πρόσωπα της ευρύτερης οικογένειας που ζούσαν στο εξωτερικό, για τους παππούδες και τις γιαγιάδες στο χωριό, καθώς και για τις θείες, στις οποίες θα προσέφερε ψωμάκι για να ευχηθεί καλή και ευλογημένη Μεγάλη Εβδομάδα— η χαρά μου ήταν απερίγραπτη. Το κανελόζουμο μοσχοβολούσε και, καθώς πλήθαιναν στο ταψί οι μορφές που έπλαθαν τα άγια χέρια της, ένιωθα να ξεκουράζομαι από τα σχολικά μαθήματα.
Μνημόνευε η ευλογημένη τη θεία μας Παναγιώτα, και το λαζαράκι έμοιαζε λες και έπαιρνε τη μορφή της, χωρίς η ίδια να το αντιλαμβάνεται. Το έθιμο λέει πως όποιος δεν πλάσει τον Λάζαρο, δεν θα χορτάσει ψωμί. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Λάζαρος είπε όταν αναστήθηκε: «όποιος δεν με πλάσει, το φαρμάκι μου θα πάρει». Βέβαια, αυτό φέρει βαθύτερο συμβολισμό· όλοι μας καλούμαστε να πλάσουμε και να αναστήσουμε μέσα μας τον πνευματικό μας εαυτό.
Έπλαθα κι εγώ ένα λαζαράκι· ήθελα να το προσφέρω στην καλύτερή μου φίλη, την Ελένη, που έμενε κοντά στη γέφυρα του χωριού. Η γιαγιά μου, η Κωνσταντίνα, είχε έρθει επίσκεψη, φέρνοντας ζυμωτό ψωμί, και παρακολουθούσε τη μητέρα μου πίνοντας αργά, γουλιά-γουλιά, τσάι του βουνού με μέλι.
– Γιαγιά, τη ρώτησα, φτιάχνατε με τη μητέρα σου, τη γιαγιά Γεωργία, λαζαράκια όταν ήσουν μικρή;
– Ναι, φτιάχναμε, μα όχι όπως η μαμά σου. Τα κάναμε με ζυμάρι σαν το πρόσφορο της εκκλησίας· βάζαμε γαρίφαλα για μάτια και αμύγδαλο για στόμα.
Εμείς, συνέχισε, στολίζαμε ένα καλαθάκι με λουλούδια και πηγαίναμε στα σπίτια να ευχηθούμε για το Πάσχα, λέγοντας τα κάλαντα.
– Γιαγιά, μήπως δεν θυμάσαι καλά; Τα κάλαντα τα λέμε τα Χριστούγεννα.
– Α! Εμείς λέγαμε και τα κάλαντα του Λαζάρου. Στολίζαμε το καλαθάκι με λουλούδια από τους κήπους, τους φράχτες, τα κτήματα και το χαντάκι του σιδηροδρόμου, γεμάτο αγριολούλουδα. Τα δέναμε με σχοινάκι, ντυνόμασταν με τα καλά μας και γυρίζαμε το χωριό.
– Και τι λέγατε;
– Πέρασαν χρόνια πολλά και δεν τα θυμάμαι όλα, μα μιλούσαμε για τον επουράνιο Χριστό που ελευθέρωσε τον Λάζαρο από τον Άδη.
– Μόνο τα κορίτσια;
– Όχι, και τα αγόρια. Έφτιαχναν έναν ξύλινο σταυρό από καλάμι και λυγαριά και τον στόλιζαν με άνθη. Η μάνα τους «έντυνε» τον Λάζαρο.
– Πώς;
– Θέλεις να έρθεις σπίτι να σου δείξω;
Έφυγα τρέχοντας μαζί της, γεμάτη ανυπομονησία.
Στο σπίτι, η γιαγιά έστρωσε στο τραπέζι τα απαραίτητα: ένα καθαρό τουλπάνι, μια ξύλινη κουτάλα, κορδόνια, μια λευκή πετσέτα, ένα μπουκάλι, λεμονανθούς, βελόνα και ένα τριαντάφυλλο.
Στερεώσαμε την κουτάλα στο μπουκάλι και τη ντύσαμε με τα υφάσματα. Το τουλπάνι έγινε το πρόσωπο, δεμένο προσεκτικά, και η πετσέτα το σάβανο. Οι λεμονανθοί πέρασαν σε σχοινάκι και στόλισαν τον λαιμό. Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο καρφιτσώθηκε στην καρδιά.
– Γιαγιά, είναι πανέμορφος!
Ο παππούς, βλέποντάς τον, χαμογέλασε.
– Πώς ήταν ο σταυρός παλιά; τον ρώτησα.
– Σαν ρόκα, είπε. Κάναμε τρύπες στο καλάμι, περνούσαμε λυγαριές και φτιάχναμε στεφάνι με σταυρό. Το στολίζαμε με άνθη και κρεμούσαμε κουδούνια για να ξορκίζουμε το κακό.
Η αφήγησή του με γέμισε λαχτάρα. Και τότε, σαν να διάβασε τη σκέψη μου:
– Έλα, θα φτιάξουμε ένα να δεις πώς ήταν.
Με την άδεια του πατέρα μου, πήγαμε στο ποτάμι. Ο παππούς διάλεξε καλάμι και έκοψε λυγαριές. Στο σπίτι, με επιδεξιότητα έφτιαξε τη στεφάνη και τον σταυρό. Τον στολίσαμε με πρασινάδες και λουλούδια: μαργαρίτες, τριαντάφυλλα, γεράνια, ίριδες. Στο τέλος, κρέμασε τρία κουδούνια και η γιαγιά έδεσε μια γαλάζια κορδέλα.
Γύρισα στο σπίτι κρατώντας τον Λάζαρο και το στεφάνι. Τα λαζαράκια είχαν ήδη ψηθεί. Η μητέρα μου τα τοποθέτησε στο παράθυρο, ενώ εγώ κάθισα να φάω γρήγορα, όπως μου ζήτησε.
Ήμουν ευτυχισμένη. Το μόνο που μου έλειπε ήταν τα κάλαντα του Λαζάρου. Αυτά μου τα έδωσε αργότερα γραπτώς ο διευθυντής του Δημοτικού σχολείου μας στη Βαλύρα, ο αείμνηστος Χρήστος Γεωργακόπουλος. Τη συνταγή της μητέρας μου τη βρήκα σε ένα παλιό μπλε τετράδιο.
Σήμερα, ύστερα από 55 χρόνια, αναρωτιέμαι γιατί ατόνησαν αυτά τα όμορφα έθιμα στη Βαλύρα. Κι όμως, ένας γλυκός άνεμος αναμνήσεων φυσά ακόμη, και η νέα γενιά προσπαθεί να ξαναβρεί τις ρίζες της.
Στο χέρι μας είναι να βιώσουμε τη δική μας «ανάσταση του Λαζάρου». Ο στολισμός, τα κάλαντα και οι προετοιμασίες είναι μόνο η αρχή· το ουσιαστικό είναι η εσωτερική αναγέννηση.
Κλείνω τα μάτια και βλέπω τα κορίτσια ντυμένα στα λευκά, με καλαθάκια γεμάτα λουλούδια, να κατηφορίζουν προς την πλατεία. Ακούω τις φωνές των παιδιών να ψάλλουν:
Λαζαράκια
Υλικά:
1,5 φακελάκι ξηρή μαγιά και 1 κούπα τσαγιού χλιαρό προς κρύο νερό
1 κούπα του τσαγιού ελαιόλαδο
1 κιλό ή και παραπάνω αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1 ποτήρι του νερού ζάχαρη συν 1/2 ποτήρι επιπλέον για τη γέμιση και το ζαχαρόνερο
1 ποτήρι του νερού χλιαρό προς κρύο κανελόζουμο με βρασμένο ξυλάκι κανέλας
1/2 κούπα τσαγιού σουσάμι
1 κουταλάκι γλυκού τριμμένη κανέλα και 1/4 κ.γλ. τριμμένο γαρύφαλλο
1 κούπα μικτές σταφίδες ξανθές και μαύρες μουλιασμένες και στραγγισμένες και λίγα ξερά σύκα ψιλοκομμένα
1/2 ποτήρι καρύδι τριμμένο χοντρό
λίγο μέλι εναλλακτικά για τη γέμιση
Φουντούκια ή αμύγδαλα για το στόμα και καρφάκια γαρύφαλλα για τα μάτια
Εκτέλεση:
Διαλύουμε τη μαγιά σε 1 κούπα τσαγιού χλιαρό προς κρύο νερό, προσθέτουμε ένα κ.γλ. αλάτι και τρεις κουταλιές της σούπας αλεύρι ανακατεμένα μόνα τους και αφήνουμε για 10 λεπτά τη ζύμη για να ενεργοποιηθεί η μαγιά.
Σε ένα μπολ ανακατεύουμε τη ζάχαρη και το λάδι με τη κανέλα και το γαρίφαλο να διαλυθούν καλά.
Βάζουμε το μισό αλεύρι σε μία λεκάνη, ανοίγουμε λακκούβα στη μέση και ρίχνουμε μέσα τη μαγιά και το λάδι με τη ζάχαρη. Αρχίζουμε να ζυμώνουμε ρίχνοντας σταδιακά το κανελόζουμο χλιαρό προς κρύο και το υπόλοιπο αλεύρι, όσο χρειαστεί να πλάθεται κανονικά η ζύμη, σαν ψωμί.
Σκεπάζουμε με πετσέτα και τυλίγουμε με μία ζεστή κουβερτούλα. Αφήνουμε 1,5 ώρες, όσο χρειαστεί για να φουσκώσει η ζύμη.
Ξαναζυμώνουμε, κόβουμε μπαλάκια για την κοιλιά, τα ανοίγουμε και κλείνουμε μέσα λίγη γέμιση που έχουμε φτιάξει ανακατεύοντας τα καρύδια, τις σταφίδες και τα σύκα με λίγη ζάχαρη άχνη ή λίγο μέλι, ό,τι προτιμάμε. Εργαζόμαστε επάνω σε λαδόκολλα ή τοποθετούμε τα λαζαράκια, αφού τα πλάσουμε, πάνω σε λίγο αλευρωμένη επιφάνεια στο τραπέζι, για να μην κολλήσουν από κάτω.
Κολλάμε ένα μπαλάκι για κεφάλι, και μία λωρίδα στο κεφάλι, σαν μαντήλι, που συμβολίζει το σουδάριο του Λαζάρου. Στη συνέχεια πλάθουμε τα δύο του πόδια και τα χεράκια σταυρωτά με το δεξί χέρι επάνω από το αριστερό. Τοποθετούμε το φουντούκι ή το αμύγδαλο για στόμα και τα καρφάκια γαρίφαλο για μάτια.
Αλείφουμε την επιφάνεια στα λαζαράκια με ζαχαρόνερο (χρησιμοποιώντας πινέλο) και πασπαλίζουμε με σουσάμι.
Αφήνουμε για 15 λεπτά να φουσκώσουν λίγο και τα ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 160 βαθμούς στον αέρα συν κάτω αντίσταση, στη μεσαία σχάρα, μέχρι να ροδίσουν 25–30 λεπτά περίπου, ανάλογα με την κουζίνα.
Καλό και ευλογημένο Σάββατο του Λαζάρου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου