Το Σάββατο του Λαζάρου αποτελεί μία από τις πλέον ιδιάζουσες και θεολογικά πυκνές ημέρες του λειτουργικού έτους της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Τοποθετημένο στο μεταίχμιο μεταξύ της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και της Μεγάλης Εβδομάδας, λειτουργεί ως ένα αναστάσιμο προοίμιο, ένα φωτεινό διάλειμμα μέσα στη νηστευτική κατανυκτικότητα, το οποίο προαναγγέλλει την τελική νίκη του Χριστού επί του θανάτου. Η ανάσταση του Λαζάρου, όπως καταγράφεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (Ιω. 11, 1-45), δεν αποτελεί απλώς ένα θαύμα μεταξύ άλλων, αλλά μία κορυφαία θεοφάνεια που αποκαλύπτει την ταυτότητα του Χριστού ως «ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ιω. 11,25).
Η υμνολογία της ημέρας αναδεικνύει με εξαιρετική θεολογική ακρίβεια τη διπλή φύση του Χριστού, τη θεανθρώπινη υπόστασή Του. Στο πρόσωπο του Ιησού παρατηρείται η ανθρώπινη συγκίνηση, όταν «ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς» (Ιω. 11,35), γεγονός που καταδεικνύει την πλήρη συμμετοχή Του στην ανθρώπινη εμπειρία του πόνου και της απώλειας. Παράλληλα, όμως, αποκαλύπτεται η θεϊκή Του εξουσία, όταν με έναν λόγο καλεί τον νεκρό Λάζαρο να εξέλθει από τον τάφο: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» (Ιω. 11,43). Η συνύπαρξη αυτών των δύο στοιχείων συνιστά τον πυρήνα της χριστολογικής διδασκαλίας, όπως αυτή διατυπώθηκε στις Οικουμενικές Συνόδους (Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγοι Θεολογικοί).