Φωτό: Pinterest
Σε ένα γραφικό προάστειο της Αττικής όπου τα πρωινά μυρίζουν φρέσκο ψωμί και το φως απλώνεται σαν χάδι πάνω στις σκεπές, υπάρχει μια πολυκατοικία αλλιώτικη από τις άλλες. Δεν έχει ασανσέρ, ούτε κουδούνια, ούτε γραμματοκιβώτια. Κι όμως, κάθε άνοιξη γεμίζει ζωή, φωνές και μικρές ιστορίες που τιτιβίζουν ασταμάτητα. Είναι το σπίτι των χελιδονιών.
Η πρόσοψή της είναι ένας λευκός τοίχος, παλιός αλλά περήφανος, με τις φωλιές χτισμένες η μία πάνω στην άλλη, σε σειρές τόσο καλοστημένες που θυμίζουν ανθρώπινη πολυκατοικία. Κάθε φωλιά κι ένας όροφος. Κάθε όροφος και μια οικογένεια.
«Εσείς σε ποιον όροφο μένετε;» ρώτησε ένα πρωινό το μικρό χελιδονάκι, που μόλις είχε βγει από το αυγό του και κοιτούσε τον κόσμο με μάτια ορθάνοιχτα.
Το μικρό κούνησε το κεφαλάκι του, προσπαθώντας να καταλάβει τι σημαίνει «όροφος». Γι’ αυτό, όταν λίγο αργότερα ο πατέρας του έφερε ένα έντομο για πρωινό, τον ρώτησε κι εκείνον:
«Μπαμπά, τι είναι οι όροφοι;»
Και πριν προλάβει να απαντήσει, το πήρε μαζί του σε μια μικρή πτήση – την πρώτη του.
Πέταξαν λίγο πιο πάνω. Εκεί ήταν ο τέταρτος όροφος. Μια φωλιά πιο μεγάλη, πιο γερή, με φρέσκο πηλό ακόμη υγρό στις άκρες.
«Εδώ μένει η οικογένεια του Σπύρου», είπε ο πατέρας. «Έφτασαν πρώτοι φέτος. Έχτισαν τη φωλιά τους μέσα σε τρεις μέρες, χωρίς σταματημό. Εκείνος λέει πως αν δεν προλάβεις την Άνοιξη, χάνεις τη μισή ζωή.»
Το μικρό κοίταξε με θαυμασμό. Δύο χελιδόνια δούλευαν ακόμα, κουβαλώντας μικρές σταγόνες λάσπης.
«Δηλαδή… αυτός είναι ο όροφος της δουλειάς;»
Κατέβηκαν πιο χαμηλά, στον δεύτερο όροφο. Εκεί, μια άλλη οικογένεια καθόταν ήσυχα. Τα μικρά είχαν ήδη μεγαλώσει και ετοιμάζονταν να πετάξουν.
«Αυτοί φεύγουν σύντομα», εξήγησε ο πατέρας. «Έμαθαν ό,τι είχαν να μάθουν εδώ. Ο ουρανός τους περιμένει.»
«Φοβούνται», είπε ήρεμα ο πατέρας. «Αλλά πετούν έτσι κι αλλιώς.»
Συνέχισαν προς τα κάτω. Στον πρώτο όροφο, σχεδόν αγγίζοντας το έδαφος, υπήρχε μια παλιά φωλιά. Ραγισμένη λίγο, με σημάδια από παλιούς χειμώνες.
«Εδώ μέναμε εμείς παλιά», είπε ο πατέρας. «Πριν χτίσουμε τη δική μας.»
Το μικρό πλησίασε και κοίταξε μέσα. Ήταν άδεια, αλλά κάτι είχε μείνει – μια αίσθηση ζεστασιάς.
«Γιατί φύγατε;» ρώτησε.
«Γιατί κάθε οικογένεια βρίσκει τον δικό της όροφο», απάντησε. «Και γιατί… μερικές φορές πρέπει να αφήνεις χώρο για τις επόμενες.»
Το μικρό σκέφτηκε για λίγο. Έπειτα κοίταξε ψηλά, προς τις άλλες φωλιές. Κάθε μία διαφορετική, κάθε μία ζωντανή.
«Δηλαδή… όλοι αυτοί είναι σαν εμάς;»
«Όχι ακριβώς», είπε ο πατέρας. «Αλλά όλοι ανήκουν εδώ.»
Καθώς επέστρεφαν στη φωλιά τους, ο ήλιος είχε ανέβει πιο ψηλά. Το φως έλουζε τις σκεπές, οι ακακίες χρυσίζανε και ένα ποδήλατο κυλούσε αθόρυβα κάτω από τον τοίχο.
Το απόγευμα, ο άνεμος έφερε μαζί του φωνές από άλλα χελιδόνια που έφταναν. Νέες οικογένειες έψαχναν θέση, χώρο να χτίσουν, να ξεκινήσουν.
Το μικρό χελιδονάκι άκουσε τη φράση και την κράτησε μέσα του.
Το βράδυ, καθώς ο ουρανός σκοτείνιαζε και τα αστέρια άναβαν ένα ένα, στριμώχτηκε στη φωλιά του.
«Μαμά;» ψιθύρισε.
«Ναι;»
«Όταν μεγαλώσω… μπορώ να διαλέξω σε ποιον όροφο θα μένω;»
Και εκεί, στη μικρή φωλιά του τρίτου ορόφου, το χελιδονάκι αποκοιμήθηκε, ενώ γύρω του η πολυκατοικία συνέχιζε να αναπνέει, να ζει και να ονειρεύεται.
Γιατί, τελικά, δεν είχε σημασία σε ποιον όροφο μένεις.
Σημασία είχε πώς πετάς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου