ΕΠΩΝΥΜΑ ΒΑΛΥΡΑΙΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ 1844-2013
ΕΤΟΣ ΕΠΩΝΥΜΑ ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΚΛΟΓΕΩΝ
1844 | 69 | 112 |
1865 | 74 | 136 |
1873 | 82 | 156 |
1912 | 118 |
|
1944-5 | 138 |
|
1958 | 133 | 206 ΜΑΘΗΤΕΣ |
2013 | 181 |
|
ΕΠΩΝΥΜΑ ΒΑΛΥΡΑΙΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ 1844-2013
ΕΤΟΣ ΕΠΩΝΥΜΑ ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΚΛΟΓΕΩΝ
1844 | 69 | 112 |
1865 | 74 | 136 |
1873 | 82 | 156 |
1912 | 118 |
|
1944-5 | 138 |
|
1958 | 133 | 206 ΜΑΘΗΤΕΣ |
2013 | 181 |
|
Τον συνάντησε πριν από είκοσι χρόνια και τον ερωτεύθηκε με την πρώτη ματιά. Όχι μόνο γιατί ήταν ένας άνδρας όμορφος, δυνατός, ένας άνθρωπος που έμοιαζε να μπορεί να γίνει εγγύηση στη ζωή της, αλλά γιατί πίσω από εκείνον αναγνώρισε, ίσως ασυνείδητα, το βαθύτερο αντικείμενο του πόθου της: τη λαχτάρα μιας κόρης να συναντήσει έναν αληθινό άνδρα, έναν άνδρα με το ταπεραμέντο του πατέρα της. Εκείνου που θυσίασε τη ζωή του για χάρη της και τον οποίο εκείνη λάτρεψε με άδολη αγάπη που μόνο ένα παιδί μπορεί να νιώσει.
Κάπου εκεί γεννήθηκε το μεγάλο κίνητρο, το ανομολόγητο ερέθισμα μιας αλησμόνητης στιγμής που έμελλε να την ενώσει μαζί του για πάντα.
Κι ύστερα την ταλάνισαν αλύπητα όλα τα απρόσμενα.
Η ψυχική νόσος. Η φυλακή του συντρόφου. Οι ανατροπές. Οι μέρες που έχασαν το σχήμα τους και οι νύχτες που έμοιαζαν ατέλειωτες. Η ζωή, σαν βάρκα σε άγριο πέλαγος, γέρνει εδώ και είκοσι ολόκληρα χρόνια, μα δεν βυθίζεται. Παλεύει με τα κύματα, παίρνει νερά, τρίζει στα σωθικά της, μα κάθε φορά ορθοποδίζει περήφανα.
Κι εκείνη παραμένει όρθια.
Βομβαρδίζεται ο εγκέφαλος από ψευδαισθήσεις, βασανίζεται αλύπητα ο ψυχισμός, μα το χαμόγελο της αισιοδοξίας δεν εγκαταλείπει τα χείλη της. Σαν μικρό καντήλι που αρνείται να σβήσει μέσα στην καταιγίδα, επιμένει να φωτίζει και να ελκύει τη θετική ενέργεια γύρω της.
Φωτό: Pinterest
Έλεγαν οι αείμνηστες γιαγιάδες μας πως οι γονείς τους, στην προπολεμική Βαλύρα, ήταν ιδιαίτερα αυστηροί με όλα. Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Γνώριζαν πώς να αξιοποιούν ό,τι τους έδινε η γη και η γνώση αυτή περνούσε από γενιά σε γενιά, όχι μέσα από βιβλία, αλλά μέσα από την καθημερινή πράξη, το παράδειγμα και τη μνήμη.
Οι γιαγιάδες μας δεν πετούσαν τους σπόρους από τα πεπόνια. Στα παιδικά μάτια, η εικόνα αυτή έμενε αρχικά ως μια απλή ανάμνηση: οι σπόροι μαζεύονταν, καθαρίζονταν και φυλάγονταν για τη σπορά της επόμενης χρονιάς.
Δεν ήταν όμως μόνο αυτό.
Στη μνήμη ορισμένων Βαλυραίων διατηρούνται ακόμη εικόνες από τις γιαγιάδες που άπλωναν τους καθαρούς σπόρους του πεπονιού, τους σκέπαζαν και τους άφηναν να στεγνώσουν στη σκιά. Αργότερα τους έσπαγαν με το γουδοχέρι μέσα στο χαβάνι. Η εικόνα αυτή, που για ένα παιδί έμοιαζε ίσως ασήμαντη, έκρυβε μια ολόκληρη παράδοση διατροφής και οικονομίας του νοικοκυριού.
Και τότε ερχόταν η πεπιτάδα.
Δίπλα στο στηθαίο της νοτιοανατολικής πλευράς της γέφυρας της Μαυροζούμενας, στη Βαλύρα, βρίσκεται ένα κτίσμα που συνδέθηκε στενά με την εμπορική και κοινωνική ζωή του χωριού κατά τον 20ό αιώνα: το παλιό Μπεζεστένι. Πρόκειται για έναν χώρο που γνώρισε κατά το παρελθόν ένδοξες ημέρες, καθώς φιλοξένησε εμποροπανηγύρεις, ζωοπανηγύρεις και άλλες δραστηριότητες της τοπικής κοινωνίας.
Σημαντικές πληροφορίες για την ιστορία του Μπεζεστενίου διασώζονται στα Πρακτικά της Κοινότητας Βαλύρας. Τα σχετικά αρχεία έχει συλλέξει και καταγράψει ο καθηγητής Βιολογίας και ιστοριοδίφης κ. Ιωάννης Δ. Λύρας, προσφέροντας πολύτιμο υλικό για την ανασύσταση της ιστορίας του κτίσματος και της εποχής του.
Υπάρχουν ορισμένοι τόποι που δεν είναι απλώς σημεία πάνω στον χάρτη. Είναι τόποι στους οποίους συναντώνται η Ιστορία, η μνήμη, η οικονομική ζωή και η καθημερινότητα των ανθρώπων. Ένας τέτοιος τόπος είναι το Μπεζεστένι της Βαλύρας, το πλάτωμα που βρίσκεται δίπλα στο νοτιοανατολικό στηθαίο της ιστορικής γέφυρας του ποταμού Μαυροζούμενα, στη θέση όπου, σύμφωνα με την τοπική ιστορική παράδοση, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έστησε την ενέδρα του εναντίον του Οθωμανικού σώματος που κατέφθασε από την Ανδρούσα κατά τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης του 1821.
Η θέση αυτή παρουσιάζει μια μοναδική ιδιαιτερότητα. Από τη μία πλευρά συνδέεται με ένα σημαντικό επεισόδιο της Επανάστασης και την πορεία του Κολοκοτρώνη προς την Αρκαδία. Από την άλλη, αποτελεί έναν χώρο που για γενιές συνδέθηκε με την εμπορική και κοινωνική ζωή της Βαλύρας και των γύρω χωριών.
Στους παλιούς κήπους της Βαλύρας, εκεί όπου το χώμα δεχόταν τον σπόρο και η φροντίδα του ανθρώπου τον μετέτρεπε σε καρπό, κάθε φυτό είχε τη δική του θέση και τη δική του χρησιμότητα.
Ανάμεσα στα λαχανικά του καλοκαιριού ξεχώριζαν τα αμπελοφάσουλα, τα μακριά και τρυφερά φασολάκια που σκαρφαλώνουν ψηλά, τυλίγονται στα καλάμια ή στα καλαμπόκια και χαρίζουν απλόχερα την παραγωγή τους. Είναι ένας μικρός πράσινος θησαυρός του μποστανιού, που ακόμη και σήμερα στολίζει τους κήπους της Βαλύρας.
Μαζί τους, όμως, μπορούμε να φανταστούμε ολόκληρη την οικογένεια του παλιού κήπου: το καλαμπόκι, το φασόλι και την κολοκύθα, τις γνωστές «Τρεις Αδελφές». Και λίγο πιο πέρα, στην άκρη του κήπου, κοντά στον φράχτη, να στέκεται ψηλός ο ηλίανθος, σαν ένας φωτεινός φύλακας του μποστανιού.
Έτσι, ο κήπος δεν ήταν απλώς ένας τόπος καλλιέργειας. Ήταν ένας μικρός κόσμος όπου κάθε φυτό είχε τη θέση του.
Ευχόμαστε όλοι μας να έχουμε υγεία, ειρήνη στην καρδιά, δύναμη στις δοκιμασίες, υπομονή στις δυσκολίες και μια ζωή γεμάτη ευγνωμοσύνη προς τον Θεό και αγάπη προς κάθε δημιούργημά Του. Είθε να μπορούμε να βλέπουμε πίσω από τα απλά περιστατικά της καθημερινότητας βαθύτερα πνευματικά μηνύματα και να αποκτούμε μια καρδιά περισσότερο ευαίσθητη, ταπεινή και ελεήμονα.
Αφορμή για το παρόν άρθρο αποτελεί η γνωστή εικόνα με τον λόγο που αποδίδεται στον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη, σύμφωνα με τον οποίο τα ζώα, χωρίς να διαθέτουν τον ανθρώπινο λογισμό, πολλές φορές μας διδάσκουν με τη συμπεριφορά τους την ακτημοσύνη, την υπομονή, την υπακοή και την εργατικότητα. Το αρχικό υλικό που εξετάσαμε αναπτύσσει ακριβώς αυτή τη σκέψη, συνδέοντάς την με τη βιβλική και πατερική παράδοση.
Η σκέψη αυτή είναι βαθιά ασκητική. Ο Άγιος Παΐσιος δεν κοιτάζει τα ζώα απλώς με φιλοζωικό ενδιαφέρον. Τα παρατηρεί και, μέσα από αυτά, εξετάζει τον άνθρωπο. Ένα ζώο που εργάζεται ακούραστα γίνεται αφορμή να αναρωτηθούμε για τη δική μας υπομονή. Ένα ζώο που αρκείται στα αναγκαία γίνεται έλεγχος της δικής μας πλεονεξίας. Ένα ζώο που υπακούει γίνεται καθρέφτης της δικής μας ανυπακοής.
Η σκέψη αυτή, όμως, δεν αρχίζει ούτε τελειώνει στον Άγιο Παΐσιο. Βρίσκεται βαθιά ριζωμένη στην Αγία Γραφή και στην πατερική παράδοση. Ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος και πολλοί άλλοι Πατέρες χρησιμοποιούν τη δημιουργία ως ένα μεγάλο «βιβλίο» μέσα από το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να μάθει τον Δημιουργό αλλά και να γνωρίσει καλύτερα τον ίδιο τον εαυτό του.
Η βασκανία, γνωστή στον λαό μας ως «μάτιασμα» ή «κακό μάτι», αποτελεί μία από τις παλαιότερες και βαθιά ριζωμένες δοξασίες του Ελληνικού και ευρύτερα του Μεσογειακού λαϊκού πολιτισμού. Η λέξη «βασκανία» συνδέεται ήδη από την αρχαιότητα με τον φθόνο, την κακολογία και την πεποίθηση ότι το βλέμμα ενός ανθρώπου μπορεί να επιφέρει βλάβη σε έναν άλλον. Η πίστη αυτή απαντά σε πολλές κοινωνίες και εποχές και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος προσπάθησε να ερμηνεύσει το ξαφνικό κακό, την ασθένεια, την ατυχία ή τον ανεξήγητο μαρασμό.
Στην Ελληνική λαϊκή παράδοση η βασκανία δεν περιορίζεται μόνο στον άνθρωπο. Συχνά γίνεται λόγος για «μάτιασμα» ζώων, δέντρων, λουλουδιών, καρπών, ακόμη και αγαθών που ξεχωρίζουν για την ομορφιά ή την ευφορία τους. Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, διότι φανερώνει πόσο στενά αισθανόταν ο παραδοσιακός άνθρωπος δεμένη τη δική του ζωή με τη φύση και ολόκληρη τη δημιουργία.
Η χριστιανική προσέγγιση, όμως, μας καλεί να μην εγκλωβιζόμαστε στον φόβο ούτε στη μαγική αντίληψη. Μας καλεί να στραφούμε στον Θεό, στην προσευχή, στην ταπείνωση, στην αγάπη και στην εμπιστοσύνη προς το θείο θέλημα.
Και ίσως γι’ αυτό αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι ακόμη και μέσα στο Ευαγγέλιο συναντούμε το λάδι σε μια τόσο απλή πράξη καθημερινής περιποίησης.
Ο Χριστός, μιλώντας για τη νηστεία, λέει στον άνθρωπο να μη μετατρέπει την πνευματική του άσκηση σε δημόσιο θέαμα: «σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι». Το νόημα είναι ότι εκείνος που νηστεύει δεν χρειάζεται να παρουσιάζει στους ανθρώπους ένα σκυθρωπό και ταλαιπωρημένο πρόσωπο για να αποδείξει την ευσέβειά του. Αντίθετα, συνεχίζει την καθημερινή του περιποίηση και κρατά την πνευματική του προσπάθεια ενώπιον του Θεού. Το ίδιο χωρίο αποδίδεται σε σύγχρονες μεταφράσεις ως «βάλε λάδι στο κεφάλι σου και πλύνε το πρόσωπό σου».
Η όμορφη Βαλύρα Μεσσηνίας ανέκαθεν είχε να επιδείξει μοναδικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων της, όχι μόνο η παλιά Βαλύρα, που η ζωή είχε αργό ρυθμό, τα βάσανα ήταν πολλά και η καρδιά των ανθρώπων έστεκε σαν αναμμένο καντήλι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Η Βαλύρα ποτέ δεν κλειδώνει την καρδιά της κι αν ο χρόνος κλέβει αλύπητα τα γεννήματά της, έρχεται ο καιρός που, σαν πανάρχαιοι και αθάνατοι σπόροι στη γη, βλέπουν σε νέα σώματα το φως της ζωής και καρπίζουν αθάνατους καρπούς ψυχής.
Πριν εξήντα χρόνια ο αείμνηστος Σωτήρης Ντουραμάκος έφερε νυφούλα στη Βαλύρα την κυρία Χρυσούλα, την ανθισμένη αυτή ψυχή, που οι γλάστρες της ψυχής της εναρμονίζονται με εκείνες στο ψηλό της μπαλκόνι και μοσχοβολά ο δρόμος, ακριβώς απέναντι από τον ιερό ναό του Αγίου Αθανασίου, του πολιούχου της Βαλύρας. Ο Κύριος ευλόγησε τον γάμο τους με δύο όμορφους, υγιείς και προκομένους γιους, τον Δημήτρη και τον Παναγιώτη. Και ο μεν Δημήτρης βρήκε τη σύντροφο της ζωής του, την Ειρήνη, και έφερε στη ζωή τρεις πανέμορφες κόρες, ο Παναγιώτης έμελλε να υπηρετήσει στο πατρικό του σπίτι ως άγγελος προστάτης της μητέρας του και των αγαπημένων του ανιψιών.
Παραμονή Δεκαπενταύγουστου, ένα επίμονο αεράκι φύσηξε στη Βαλύρα και άνοιξε αδιάκριτα τα παραθυρόφυλλα της καρδιάς. Πέρασε από τα στενά του χωριού, χάιδεψε τις αυλές, ανακάτεψε τα φύλλα των δέντρων και, σαν παλιός γνώριμος, ξύπνησε μέσα στις ψυχές εκείνες τις παιδικές, αλησμόνητες προσκυνηματικές μνήμες που ο χρόνος δεν κατάφερε να σβήσει.
Η Παναγία η Βουλκανιώτισσα καλούσε και πάλι.
Στην κορυφή της Ιθώμης, εκεί όπου η παλιά Μονή στέκει ανεμοδαρμένη, αλλά αθάνατη και φωτεινή στο πέρασμα των αιώνων, θα τελούνταν η ιερά αγρυπνία. Κι ενώ κάποιοι, εκ του ασφαλούς, με τα προηγμένα οχήματά τους θα διέσχιζαν το διάσελο της Εύας και της Ιθώμης για να φθάσουν γρήγορα στον προσκυνηματικό τους προορισμό, τρεις γυναίκες, περασμένες για τα καλά τα εξήντα, χωρίς να είναι αθλήτριες και χωρίς να υπολογίσουν την κούραση, είχαν πάρει την απόφασή τους:
Θα φθάσουμε περπατώντας από το ύψος της Νέας Μονής.
Ήταν παραμονή της μεγάλης γιορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στα χρόνια της δεκαετίας του 1960. Η Ιθώμη, όπως και σήμερα, στεκόταν αγέρωχη πάνω από τη Μεσσηνία, λουσμένη στο φως του Αυγούστου, και στα μονοπάτια της ανηφόριζαν ευλαβικά οι προσκυνητές για να συναντήσουν την Παναγία Βουλκανιώτισσα. Ανάμεσά τους βρισκόταν μια ευλογημένη και αλησμόνητη παρέα Βαλυραίων: μέλη των οικογενειών Δημητρακόπουλου, Σταθόπουλου και Τάσου Μακρή.
Είχαν ξεκινήσει με τα πόδια από τη Βαλύρα και είχαν ήδη διανύσει τη διαδρομή ως τη Νέα Ιερά Μονή Βουλκάνου. Εκεί, όμως, δεν τελείωνε το προσκύνημα. Τους περίμεναν ακόμη τουλάχιστον έξι χιλιόμετρα ανηφορικού δρόμου, ώσπου να φθάσουν στην Παλαιά Μονή, στην κορυφή της Ιθώμης, εκεί όπου άλλοτε δέσποζε ο αρχαίος ναός του Δία Ιθωμάτα.
Ήταν άνθρωποι της πίστης. Είχαν προετοιμαστεί ψυχικά και σωματικά, έχοντας προηγουμένως νηστέψει δεκατέσσερις ολόκληρες ημέρες. Η νηστεία δεν ήταν γι’ αυτούς απλώς αποχή από ορισμένες τροφές· ήταν μια πορεία εσωτερικής κάθαρσης, μια σιωπηλή προετοιμασία για τη συνάντηση με την Παναγία. Τώρα, με καθαρή καρδιά και ήρεμο λογισμό, έπαιρναν τον ανήφορο.
Ένα μυστηριώδες αντικείμενο, τρεις φοιτητές στη Γερμανία και μια αλληλουχία γεγονότων που μοιάζουν αρχικά ασύνδετα αποτελούν την αφετηρία του μυθιστορήματος «Εκτοκότυλος», του Κωνσταντίνου Μίσσου, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αργοναύτης. Πρόκειται για το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα, ένα σκοτεινό θρίλερ μυστηρίου που επιχειρεί να παίξει με τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα, τη μνήμη και την αντίληψη.
Η ιστορία ξεκινά με την τυχαία ανακάλυψη ενός αντικειμένου από τρεις φοιτητές. Αυτό που αρχικά μοιάζει με μια απλή υπόθεση περιέργειας εξελίσσεται σταδιακά σε έναν περίπλοκο ιστό γεγονότων, παρασύροντας τους ήρωες σε μια πραγματικότητα που δεν μπορούν εύκολα να κατανοήσουν. Η φιλία και η αφοσίωση δοκιμάζονται, ενώ ο χρόνος και η μνήμη αποκτούν καθοριστικό ρόλο στην προσπάθειά τους να ξεχωρίσουν την αλήθεια από την ψευδαίσθηση.
Τιμοῦμε καὶ μεγαλύνομε, ὅπως κάθε χρόνο, καὶ ἐφέτος, στὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως, τὴν Παναγία Μητέρα μας, «τὴν ὑψηλοτέραν τῶν οὐρανῶν καὶ καθαρωτέραν λαμπηδόνων ἡλιακῶν». Ἐκφράζομε τὴν εὐγνωμοσύνη μας στὴν «Δέσποιναν τοῦ κόσμου, τὴν λυτρωσαμένην ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας» τοῦ αἰωνίου θανάτου καὶ «δωρησαμένην ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον». Συγχρόνως, δέ, εἴμαστε πεπεισμένοι ὅτι «ἡ δύναμις τῶν ἀβοηθήτων καὶ ἡ ἐλπίς τῶν ἀπελπισμένων», τώρα ποὺ «κατέλιπε τὸν κόσμον», ὄχι μόνον δὲν θὰ μᾶς ἀφήσῃ μόνους στὶς συμφορὲς τοῦ βίου μας, ἀλλὰ θὰ δέεται, ἀπὸ τὴν οὐράνια κατοικία της, μὲ ἀκόμη μεγαλύτερη παρρησία «ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν».
Ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνός, στὸν δικό του Κανόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, δηλώνει ὅτι θὰ ψάλη μὲ χαρά («γηθόμενος») γιὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ καὶ θαυμαστὸ γεγονός: «Ἄσω γηθόμενος ταύτης τὴν Κοίμησιν» (Εἱρμὸς τῆς α’ ὠδῆς). Καὶ εἶναι θαυμαστὴ ἡ Κοίμηση, διότι ἡ Παναγία, τρεῖς ἡμέρες ἀργότερα, ἀνέστη, καὶ κατόπιν ἀνελήφθη στοὺς οὐρανούς. Μετέστη, λοιπόν, πρὸς τὴν αἰώνιο ζωή, ἐκείνη ποὺ ὑπῆρξε «ἡ μήτηρ τῆς ζωῆς», ὅπως ἀκοῦμε στὸ Ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς.
Πράγματι, τάφος καὶ θάνατος δὲν μπόρεσαν νὰ κρατήσουν τήν «πρόξενον τῆς ζωῆς». Ἀντιθέτως, μάλιστα! Ὁ τάφος της γίνεται «κλίμαξ πρὸς οὐρανόν», διότι ἡ Παναγία, μὲ τὴν γέννηση τοῦ Θεανθρώπου, λύτρωσε τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ χάρισε σὲ ὅλους μας τὴν σωτηρία καί «ζωὴν τὴν αἰώνιον».
Στην καρδιά της Μεσσηνίας, πάνω στο ιστορικό όρος Ιθώμη, βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά και ιστορικά προσκυνήματα της Πελοποννήσου, η Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Βουλκάνου. Η μακραίωνη παρουσία της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία της περιοχής, την Ορθόδοξη παράδοση, τους αγώνες του Ελληνικού λαού και, πάνω απ’ όλα, με την ευλάβεια των πιστών προς την Παναγία τη Βουλκανιώτισσα, την περίφημη Οδηγήτρια «την επονομαζομένη τω όρει Βουλκάνω».
Η Μονή αποτελεί ένα μοναδικό ιστορικό σύνολο, καθώς η πορεία της μέσα στους αιώνες συνδέθηκε με δύο διαφορετικές θέσεις: την Παλαιά Μονή, ή Μονή της Κορυφής, στην κορυφή του όρους Ιθώμη, και τη Νέα Μονή στο διάσελο της Εύας και Ιθώμης, όπου βρίσκεται σήμερα το ανδρώο μοναστικό κοινόβιο. Η μετακίνηση αυτή δεν σήμανε διακοπή της ιστορικής συνέχειας. Αντίθετα, δημιούργησε έναν ζωντανό δεσμό ανάμεσα στην κορυφή του αρχαίου βουνού και στο σημερινό μοναστηριακό συγκρότημα.
Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από τη ζωή ενός τόπου και αφήνουν πίσω τους μονάχα το όνομά τους. Κι υπάρχουν κι εκείνοι που γίνονται κομμάτι της μνήμης του, μορφές αγαπημένες, σχεδόν μυθικές, που κάθε φορά που τις θυμάσαι είναι σαν να ξανανοίγει ένα παλιό παράθυρο και να μπαίνει μέσα το φως μιας άλλης εποχής. Μια τέτοια μορφή, από τις πλέον αγαπημένες και αλησμόνητες της λαογραφίας της Βαλύρας, ήταν ο αείμνηστος Μίμης Μπουζαλάς.
Για τα παιδιά του Μπιζανίου, ο μπάρμπα Μίμης δεν ήταν απλώς ένας μεγάλος του χωριού. Ήταν η έκπληξη και η χαρά, η γλυκιά δραπέτευση από τη ρουτίνα, το καλοκαίρι με όλη του τη ζεστασιά και, μαζί, μια μικρή ελπίδα πως ο κόσμος των μεγάλων μπορούσε να έχει καλοσύνη, γενναιοδωρία και χαμόγελο.
Ιδίως στις διακοπές, οι μικροί του συνοδοί δεν τον άφηναν ήσυχο. Τον ακολουθούσαν στις γειτονιές, στα πεζούλια, στα χωράφια, στους δρόμους που μύριζαν χώμα και βασιλικό. Εκείνος, όμως, ποτέ δεν ενοχλούνταν. Αντίθετα, είχε έναν μαγικό τρόπο να προσελκύει τα παιδιά και να τα κάνει να νιώθουν πως κοντά του είχαν βρει έναν δικό τους άνθρωπο.
Και τότε ερχόταν η ώρα για το καρπούζι.
Υπάρχουν φιλίες κια συνεργασίες που γεννιούνται μέσα στην καθημερινότητα και υπάρχουν και εκείνες που, με την πάροδο του χρόνου, μετατρέπονται σε δημιουργικές συμπράξεις, σε κοινή πορεία και τελικά σε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο πολιτισμού. Η σχέση του εικαστικού Τάκη Ατζαμιδάκη με τον διακοσμητή Σταμάτη Μπουζαλά ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 μέχρι σήμερα, οι δύο δημιουργοί παραμένουν επαγγελματικά και φιλικά προσηλωμένοι σε έναν κοινό τρόπο ζωής που συνδυάζει την αισθητική, τη δημιουργικότητα, την ανθρώπινη επαφή και την αγάπη για τον τόπο.
Στην καρδιά αυτής της μακρόχρονης διαδρομής βρίσκεται η Βαλύρα Μεσσηνίας. Ένας τόπος που για τους δύο φίλους κια συνεργάτες δεν αποτελεί απλώς έναν προορισμό καλοκαιρινής ανάπαυσης, αλλά έναν χώρο ηρεμίας, ανανέωσης και έμπνευσης. Η Βαλύρα γίνεται σταδιακά μέρος της προσωπικής και καλλιτεχνικής τους ιστορίας. Οι δρόμοι, οι γειτονιές, τα σπίτια, η γέφυρα, ο ποταμός της Μαυροζούμενας, η φύση και οι άνθρωποι του τόπου μετατρέπονται σε υλικό μνήμης και δημιουργίας.
Αυτό ακριβώς αποκαλύπτουν και δύο σημαντικά έργα χαρακτικής του καταξιωμένου Τάκη Ατζαμιδάκη: «Η γέφυρα της Βαλύρας» και το «Μπιζάνι στη Βαλύρα». Τα δύο έργα, πέρα από την αισθητική τους αξία, αποκτούν ιδιαίτερο συμβολικό βάρος επειδή συνδέονται άμεσα με τον τόπο και με την προσωπική σχέση του καλλιτέχνη με τη Βαλύρα και τον Σταμάτη Μπουζαλά.
Η επιλογή, μάλιστα, να δωρηθούν στη Βαλύρα, ώστε να κοσμήσουν τη μεγάλη αίθουσα του παλαιού Δημαρχείου, μετατρέπει την καλλιτεχνική δημιουργία σε πράξη κοινωνικής προσφοράς. Η τέχνη δεν παραμένει κλεισμένη σε έναν ιδιωτικό χώρο ή σε μια συλλογή. Επιστρέφει στον ίδιο τον τόπο που την ενέπνευσε.
Τον Αύγουστο, όταν ο ήλιος δυναμώνει και η γη μοσχοβολά από τη ζέστη, η συκιά γεμίζει με τους καρπούς της. Τα σύκα κρέμονται βαριά από τα κλαδιά, μαλακώνουν, γλυκαίνουν και αποκτούν εκείνη τη χαρακτηριστική μελένια γεύση που τα έκανε αγαπημένα εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Τα σύκα του Αυγούστου είναι ο καρπός της αφθονίας. Τρώγονται φρέσκα, αποξηραίνονται για τον χειμώνα, γίνονται γλυκό του κουταλιού και μαρμελάδα, μετατρέπονται σε παστελαριά και συκομαΐδα, συνοδεύουν τυριά και αλλαντικά και αποτελούν ακόμη και σήμερα έναν μικρό θησαυρό της Ελληνικής υπαίθρου.
Οι καλοκαιρινές ή όψιμες ποικιλίες της συκιάς δίνουν τον κύριο καρπό τους μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού. Ανάμεσα στις ποικιλίες που αναφέρονται στο υλικό μας βρίσκονται τα Σμυρνέικα, τα Καλαμών και τα Βασιλικά, μαύρα ή πράσινα, με τη χαρακτηριστική ραβδωτή εμφάνιση και τη ζουμερή, κοκκινωπή σάρκα.
Κάθε ποικιλία έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, όμως όλες μοιράζονται ένα βασικό γνώρισμα: το σύκο πρέπει να φτάσει στην κατάλληλη ωριμότητα πάνω στο δέντρο, καθώς δεν συνεχίζει να ωριμάζει με τον ίδιο τρόπο αφού κοπεί.
Το τροπάριο «Ἀπὸ τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν, ἀσθενεῖ τὸ σῶμα, ἀσθενεῖ μου καὶ ἡ ψυχή· πρὸς σὲ καταφεύγω τὴν Κεχαριτωμένην, ἐλπὶς ἀπηλπισμένων, σὺ μοι βοήθησον» αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της θεραπευτικής, παρακλητικής και θεομητορικής διάστασης της Ορθόδοξης υμνογραφίας. Ενταγμένο στον Μικρό Παρακλητικό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο, το τροπάριο συμπυκνώνει σε ελάχιστους στίχους την εμπειρία της αμαρτίας, της σωματικής και ψυχικής ασθένειας, της μετάνοιας, της καταφυγής και της ελπίδας. Η παρούσα μελέτη εξετάζει το κείμενο φιλολογικά και θεολογικά, τη θέση του στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, τη σημασία των όρων «ἁμαρτία», «ἀσθένεια», «Κεχαριτωμένη» και «ἐλπὶς ἀπηλπισμένων», καθώς και τη σχέση της θεομητορικής μεσιτείας με τη χριστοκεντρική πίστη. Παράλληλα, επιχειρείται διάλογος με την πατερική παράδοση, ιδίως με τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό και τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας. Τέλος, εξετάζεται η επικαιρότητα του τροπαρίου στη σύγχρονη κοινωνία, όπου η σωματική και ψυχική εξουθένωση, η μοναξιά και η υπαρξιακή αγωνία καθιστούν ιδιαίτερα επίκαιρο το μήνυμα της εκκλησιαστικής παρακλήσεως.
Όταν ανοίγουμε ένα ώριμο πεπόνι και το άρωμά του γεμίζει την κουζίνα, ξέρουμε πως το καλοκαίρι είναι εδώ. Είναι ένα από εκείνα τα φρούτα που δεν χρειάζονται πολλά για να μας χαρίσουν απόλαυση: μια παγωμένη φέτα, λίγη σκιά και καλή παρέα αρκούν.
Εμείς το αγαπάμε για τη γλυκιά, δροσερή του σάρκα, αλλά και για όλα όσα κρύβονται πίσω από αυτήν: μια μακραίωνη ιστορία, διαφορετικές ποικιλίες, ενδιαφέρουσα διατροφική αξία, παραδοσιακές χρήσεις, ακόμη και μια ξεχωριστή θέση στην Ελληνική λαϊκή γλώσσα.
Ας το γνωρίσουμε, λοιπόν, λίγο καλύτερα και ας ανακαλύψουμε τρόπους για να το απολαύσουμε από το πρωινό μέχρι το βραδινό μας τραπέζι.
Φωτό: κ. Γιώργος Οικονομόπουλος
Είκοσι χρόνια συμπληρώνονται από εκείνη την ευλογημένη ημέρα, 10 Αυγούστου 2006, όταν τέθηκε ο θεμέλιος λίθος ενός ξεχωριστού πνευματικού και αρχιτεκτονικού κοσμήματος της Βαλύρας: του Ιερού Ναού των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, του Αγίου Νεκταρίου και του Οσίου Δαβίδ Ευβοίας.
Δύο δεκαετίες μετά, ο πέτρινος αυτός ναός εξακολουθεί να δεσπόζει στον δημόσιο δρόμο από την Αθήνα προς τη Μεσσήνη, σαν ένας φωτεινός φάρος πίστης, προσευχής και ελπίδας για τους κατοίκους της Βαλύρας, αλλά και για τους διερχόμενους ταξιδιώτες. Είναι ένα ευλογημένο πέτρινο κόσμημα, λουσμένο στο θείο φως, που δημιουργήθηκε χάρη στην πίστη, την αγάπη και τις δωρεές των ανθρώπων
Η ανέγερσή του αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της δύναμης που μπορεί να αποκτήσει μια τοπική κοινωνία όταν ενώνεται γύρω από έναν κοινό πνευματικό σκοπό. Με τη συνδρομή των πιστών, ο ναός υψώθηκε και έγινε τόπος λατρείας, συνάντησης, παρηγοριάς και πνευματικής αναγέννησης.
Υπάρχουν λουλούδια που δεν είναι απλώς φυτά. Είναι μνήμες, εικόνες και αρώματα που μας ταξιδεύουν σε άλλες εποχές. Ένα από αυτά είναι το φούλι, το γνωστό και ως αραβικό γιασεμί, με την επιστημονική ονομασία Jasminum sambac. Με τα μικρά, κατάλευκα άνθη του και το χαρακτηριστικό, έντονο άρωμά του, το φούλι έχει συνδεθεί με τις αυλές των Ελληνικών σπιτιών, τα καλοκαιρινά βράδια και τις αναμνήσεις μιας άλλης, πιο ήρεμης καθημερινότητας.
Παρότι η κοινή ονομασία «αραβικό γιασεμί» παραπέμπει στην Αραβική Χερσόνησο, η καταγωγή του φυτού εντοπίζεται στις τροπικές περιοχές της Νότιας και Νοτιοανατολικής Ασίας, με την Ινδία και τη Μιανμάρ να θεωρούνται σημαντικές περιοχές προέλευσής του. Από εκεί, μέσα από τους εμπορικούς δρόμους και τις πολιτισμικές ανταλλαγές, το φυτό ταξίδεψε προς την Περσία και την Αραβία και απέκτησε ξεχωριστή θέση στους περίφημους κήπους της Ανατολής. Αργότερα έφτασε στην Ευρώπη, όπου άρχισε να καλλιεργείται ως καλλωπιστικό και αρωματικό φυτό.
Στην Ελλάδα το φούλι βρήκε ένα ιδιαίτερα φιλόξενο περιβάλλον.
Εισαγωγή
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας κατά τις οποίες αισθανόμαστε ότι στεκόμαστε μπροστά σε ένα βουνό. Μερικές φορές το βουνό είναι μια δύσκολη οικογενειακή κατάσταση· άλλοτε είναι μια δοκιμασία που κρατά χρόνια, μια απώλεια, μια απογοήτευση, μια αδυναμία που δεν κατορθώνουμε να ξεπεράσουμε ή μια κατάσταση στην οποία αισθανόμαστε ότι όλες οι ανθρώπινες δυνάμεις μας έχουν εξαντληθεί.
Το Ευαγγέλιο της Κυριακής μάς παρουσιάζει έναν πατέρα που βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την κατάσταση. Έχει ένα παιδί που υποφέρει βαθιά. Έχει ήδη απευθυνθεί στους μαθητές του Χριστού, αλλά εκείνοι δεν κατόρθωσαν να το θεραπεύσουν. Ο άνθρωπος, όμως, δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια. Πλησιάζει τον Χριστό, γονατίζει μπροστά Του και εκφέρει μια σύντομη αλλά συγκλονιστική προσευχή:
«Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν».
Μέσα σε αυτή τη φράση βρίσκεται ολόκληρη η αγωνία ενός γονέα, αλλά και ολόκληρη η ελπίδα ενός ανθρώπου που δεν έχει πια πού αλλού να στραφεί.
Ο Απόστολος Παύλος γνωρίζει καλά ότι η χριστιανική ζωή δεν είναι υπόθεση κοινωνικής καταξίωσης, ανθρώπινου θαυμασμού ή προσωπικής προβολής. Η Εκκλησία της Κορίνθου, μέσα στον πλούτο, την πνευματική κινητικότητα και την κοινωνική της ζωντάνια, είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει την πίστη με κριτήρια που θύμιζαν περισσότερο τον κόσμο παρά το Ευαγγέλιο. Ορισμένοι Χριστιανοί καυχώνταν για τους πνευματικούς τους διδασκάλους, θεωρούσαν τον εαυτό τους ήδη «βασιλεύοντα» και αξιολογούσαν την πνευματική ζωή με βάση τη σοφία, το κύρος και την κοινωνική αναγνώριση.
Ο Απόστολος Παύλος, όμως, παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα . Οι Απόστολοι είναι, κατά τον λόγο του, οι «έσχατοι», σαν άνθρωποι καταδικασμένοι σε θάνατο. Έχουν γίνει «θέατρο» για τον κόσμο, για αγγέλους και ανθρώπους. Πεινούν, διψούν, ταλαιπωρούνται, εργάζονται με τα ίδια τους τα χέρια, υβρίζονται και ευλογούν, διώκονται και υπομένουν, δυσφημούνται και απαντούν με λόγο παρακλητικό.
Πριν από κάποια χρόνια είχα τη χαρά και την ευλογία να γνωρίσω την κυρία Μαρία, μια γυναίκα που, αν και είχε διαβεί πολλές δεκαετίες ζωής, έμοιαζε σαν ο χρόνος να είχε ξεχάσει να αφήσει πάνω της τα σημάδια του. Συνταξιούχος νοσηλεύτρια, γνώριζε καλά πως η ζωή δεν χαρίζει πάντοτε απλόχερα τις ημέρες της. Κι όμως, στο πρόσωπό της δεν υπήρχε η σκιά της παραίτησης ούτε η πίκρα των δοκιμασιών. Υπήρχε μια γλυκύτητα, μια εσωτερική δύναμη και μια παράξενη φωτεινότητα, σαν να την περιέβαλλε μια αόρατη προστασία.
Ίσως αυτή η προστασία να ήταν η αγάπη της προς τον Θεό και τον άνθρωπο.
Πένθος στη Βαλύρα Ιθώμης για την απώλεια του Χρήστου Στυλιανού Κοντοδήμου, ενός ανθρώπου που αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε από όλους όσοι είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν.
Η οικογένεια είναι διαχρονικά ένας από τους σημαντικότερους χώρους μέσα στους οποίους ο άνθρωπος μαθαίνει να αγαπά, να εμπιστεύεται, να συγχωρεί και να συνυπάρχει. Στη σύγχρονη κοινωνία, η ανατροφή των παιδιών συχνά δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των γονέων. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες συμμετέχουν ενεργά στην καθημερινή φροντίδα των εγγονών τους, προσφέροντας χρόνο, εμπειρία, συναισθηματική ασφάλεια και πρακτική βοήθεια.
Η διαγενεακή αυτή σχέση μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο πλούτο για ολόκληρη την οικογένεια. Ωστόσο, όταν η φροντίδα γίνεται έντονη, συχνή ή υπερβαίνει τις σωματικές και ψυχικές δυνατότητες των μεγαλύτερων μελών, είναι δυνατόν να εμφανιστούν κόπωση, εκνευρισμός και συγκρούσεις. Η έρευνα δείχνει ότι η ένταση της φροντίδας από τους παππούδες συνδέεται με διαφορετικές επιδράσεις στην ευημερία τους, ανάλογα με το πολιτισμικό και οικογενειακό πλαίσιο, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της ισορροπίας και της υποστήριξης (Hayslip et al., 2022).
Παράλληλα, το γονεϊκό άγχος μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ο γονέας αντιδρά στη συμπεριφορά του παιδιού. Ο Deater-Deckard (2008) επισημαίνει ότι το parenting stress συνδέεται τόσο με τη γονεϊκή ψυχική επιβάρυνση όσο και με πρακτικές όπως η αυστηρή πειθαρχία.
Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος: ο παππούς ή η γιαγιά κουράζεται, ο γονέας αισθάνεται ενοχή και πίεση, αντιδρά οργισμένα προς το παιδί και το παιδί, αντί να ηρεμήσει, γίνεται ακόμη πιο αντιδραστικό. Η οικογένεια τότε εισέρχεται σε έναν κύκλο στον οποίο ο καθένας αισθάνεται ότι «φταίει ο άλλος».
Ο Γιώργης ήταν Αθηναίος από κούνια. Είχε γεννηθεί, μεγαλώσει και σπουδάσει στην Αθήνα, σε μια οικογένεια που αγαπούσε τις παραδόσεις, χωρίς όμως να τις παίρνει και πολύ στα σοβαρά. Σπούδαζε Νομική το έτος 1980 και ονειρευόταν μια ζωή τακτοποιημένη, ευχάριστη και, ει δυνατόν, χωρίς πολλές εκπλήξεις.
Ώσπου γνώρισε τη Μαίρη.
Η Μαίρη καταγόταν από τη Μεσσηνία και είχε έρθει στην Αθήνα για να σπουδάσει κοπτική-ραπτική σε γνωστή σχολή. Ήταν σεμνή, όμορφη, μετρημένη στα λόγια και στις κινήσεις της. Δεν έκανε θόρυβο για να επιβληθεί. Είχε όμως εκείνη τη σπάνια εσωτερική σταθερότητα ανθρώπου που ξέρει τι θέλει και, κυρίως, τι δεν θέλει.
Ο Γιώργης την ερωτεύθηκε από την πρώτη στιγμή.
Δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς εκείνη.
Και επειδή ο έρωτας, όταν είναι δυνατός, κάνει τον άνθρωπο να θεωρεί εύκολα διαχειρίσιμες ακόμη και τις μεγαλύτερες διαφορές, ο Γιώργης δεν ανησύχησε ιδιαίτερα όταν άρχισε να ανακαλύπτει τον κόσμο της Μαίρης.
Οἱ Παρακλητικοὶ Κανόνες στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ λαοφιλεῖς Ἀκολουθίες τῆς ὀρθοδόξου λειτουργικῆς ζωῆς. Ὄχι μόνον τὸν Αὔγουστο, ποὺ εἶναι ὁ μήνας τῆς Παναγίας, ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸν ὑπόλοιπο χρόνο σὲ Ἐκείνην καταφεύγομε καὶ πάνω της ἐναποθέτομε «τὴν πᾶσαν ἐλπίδα» μας. Ἐκείνη, ἡ γλυκιά μας Παναγιά, εἶναι ἡ μεσιτεύουσα ὑπὲρ ἡμῶν στὸν Υἱό της καὶ Θεό μας.
Ἀξίζει, πάντως, νὰ ἐπισημάνωμε ὅτι στὰ ὑπέροχα αὐτὰ ποιήματα, ποὺ ψάλλομε πρὸς τιμήν της καὶ γιὰ ἐνίσχυσή μας, τὰ τροπάρια ὅλων τῶν Ὠδῶν ἀκολουθοῦν κάποια συγκεκριμένη σειρά. Ἔτσι τὸ α’ τροπάριο ὅλων τῶν Ὠδῶν τοῦ Μικροῦ Παρακλητικοῦ Κανόνος περιέχει παράκληση στὴν Παναγία γιὰ γενικὴ βοήθεια, τὸ β’ παράκληση γιὰ σωτηρία ἀπὸ πάθη καὶ πειρασμούς, τὸ γ’ γιὰ λύτρωση ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ δεινὰ καὶ τὸ δ’ γιὰ σωτηρία ἀπὸ ἀσθένειες.
Η ντομάτα αποτελεί σχεδόν τοτέμ του Ελληνικού Καλοκαιριού. Η γεύση, το άρωμα και η υφή μιας καλής παραδοσιακής ντομάτας είναι χαραγμένα στη συλλογική μνήμη των παλαιότερων γενεών. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες η εικόνα αυτή έχει σε μεγάλο βαθμό αλλοιωθεί. Οι σύγχρονες αγορές έχουν κατακλυστεί από τυποποιημένες και ομοιόμορφες ντομάτες, οι οποίες, αν και εξυπηρετούν σημαντικές ανάγκες της σύγχρονης εφοδιαστικής αλυσίδας, συχνά δεν διαθέτουν την ίδια γευστική και αρωματική πολυπλοκότητα με πολλές παραδοσιακές ποικιλίες.Η παρούσα μελέτη εξετάζει τον πλούτο των παλιών και παραδοσιακών ποικιλιών ντομάτας —των λεγόμενων ποικιλιών κειμηλίων (heirloom) ή, ευρύτερα, των τοπικών ποικιλιών και πληθυσμών—, την ιστορική τους σημασία, τους λόγους της σταδιακής υποχώρησής τους και τις συνέπειες αυτής της απώλειας για τη γαστρονομία, την αγροτική οικονομία και τη βιοποικιλότητα.
ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Δ.ΛΥΡΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ
ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΑΛΥΡΑΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΗΣ
ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ 1948-19, 10 ΒΑΛΥΡΑΙΟΙ 1 ΛΑΜΠΑΙΝΕΟΣ
ΟΡΘΙΟΙ
ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΠΟΥΡΟΛΙΑΣ ΕΧΕΙ ΑΠΟΓΟΝΟΥΣ
*ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ ΕΧΕΙ ΑΠΟΓΟΝΟΥΣ, ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΜΟΥ ΠΑΝ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΥΔΗΣ ΕΧΕΙ ΑΠΟΓΟΝΟΥΣ, ΜΕΛΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ ΒΑΛΥΡΑΣ,Η ΟΙΚΙΑ ΤΟΥ ΣΤΕΓΑΖΕ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΒΑΛΥΡΑΣ
ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΛΑΣ ,ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΤΑ ΒΑΛΥΡΑΣ
**ΗΛΙΑΣ ΜΠΟΥΡΙΚΑΣ ΕΧΕΙ ΑΠΟΓΟΝΟΥΣ ΜΕΛΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ ΒΑΛΥΡΑΣ
Μιὰ ἀπὸ τὶς πολλὲς ἑορτὲς τοῦ Σταυροῦ, ποὺ τιμάει ἡ Ἐκκλησία μας, εἶναι ἡ Πρόοδος τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, κατὰ τὴν 1η Αὐγούστου. Στὸ Βυζάντιο ὑπῆρχε τὸ ἔθιμο ἤδη ἀπὸ τὸ ἑσπέρας τῆς προηγουμένης ἡμέρας, τῆς 31ης Ἰουλίου, νὰ ἐξέρχεται ὁ Σταυρὸς ἀπὸ τὸ σκευοφυλάκιο τοῦ παλατίου, ὅπου φυλασσόταν, νὰ μεταβαίνῃ στὴν μεγάλη Ἐκκλησία, τὴν τοῦ Θεοῦ Σοφία, καὶ ἀπὸ κεῖ, γιὰ δύο ὁλόκληρες ἑβδομάδες, μέχρι καὶ τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, νὰ προ-οδεύῃ στὴν Βασιλεύουσα, μὲ ἐπικεφαλῆς τῆς πομπῆς τὸν αὐτοκράτορα καὶ μὲ τὴν συνοδεία πλήθους πιστῶν, πρὸς τιμὴ τῆς Παναγίας καὶ πρὸς ἁγιασμὸ καὶ ἐνίσχυση τῶν ἰδίων γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση παντὸς κακοῦ καὶ τὴν ἀποτροπὴ παντοίας νόσου.
Ἔχουμε ἤδη ὑπογραμμίσει καὶ σὲ προηγούμενο ἄρθρο ὅτι κάθε κίνηση τοῦ Κυρίου μας ἐντάσσεται στὸ σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι, ὕστερα ἀπὸ τὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων καὶ προκειμένου οἱ μαθητές Του νὰ ἀποφύγουν τὴν περηφάνεια ἀπὸ τὸν θαυμασμὸ τοῦ πλήθους, ποὺ ἤθελαν νὰ τὸν ἀνακηρύξουν βασιλιά (Ἰωάν., στ’ 14-15), ὁ Κύριος «ἠνάγκασε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν» (Ματθ., ιδ’ 22-23), νὰ πᾶνε, δηλαδή, πρὶν ἀπὸ Αὐτὸν στὴν ἀπέναντι ὄχθη.
Κεντρικά πρόσωπα της βραδιάς είναι δύο ταλαντούχοι ερμηνευτές, ο Τάκης Λογιώτης και η Βασιλική Δημοπούλου, οι οποίοι αναλαμβάνουν να δώσουν τη δική τους ξεχωριστή μουσική ταυτότητα στην εκδήλωση. Με τις φωνές και την παρουσία τους αναμένεται να δημιουργήσουν μια ζεστή και ευχάριστη ατμόσφαιρα, παρασύροντας το κοινό σε ένα μουσικό ταξίδι γεμάτο αγαπημένα τραγούδια και μελωδίες.
Ο ήλιος του Ιουλίου στη Βαλύρα του 1960 δεν αστειευόταν. Από τις έντεκα το πρωί, η τσιμεντένια αυλή του παππού Θανάση και της γιαγιάς Σταυρούλας άρχιζε να βγάζει αχνό, και οι πέτρες στους τοίχους του σπιτιού έκαιγαν σαν φρεσκοψημένα ψωμιά από τον ξυλόφουρνο. Η θάλασσα, εκεί κάτω, στη Μπούκα και στις ακτές της Μεσσήνης, φάνταζε στα μάτια του μικρού Γιώργου και της ξαδέρφης του, της Ελένης, σαν ένας μακρινός, απρόσιτος παράδεισος.
Βλέπεις, το 1965 η απόσταση δεν μετριόταν σε λεπτά, αλλά σε ώρες και σε κόπο. Το αυτοκίνητο ήταν πολυτέλεια για ελάχιστους στο χωριό. Αν ήθελες να πας στη θάλασσα, έπρεπε να σαμαρώσεις τον γάιδαρο, τον γερο-Μένιο, ή να επιστρατεύσεις το άλογο του θείου, να φορτώσεις καρπούζια, ψωμί και τυρί και να πάρεις τον χωματόδρομο κάτω από το λιοπύρι.
«Με τέτοια ζέστη, θα μας μείνουν τα ζώα στον δρόμο», έλεγε πάντα η γιαγιά, κόβοντας κάθε κουβέντα για εκδρομή.
Όμως η παιδική λαχτάρα για το νερό δεν δάμαζε τη ζέστη· τη θέριευε. Κάθε μεσημέρι, όταν οι τζίτζικες έστηναν τον δικό τους τρελό χορό στα κλαδιά της ελιάς και της ροδιάς, ο Γιώργος και η Ελένη γύριζαν γύρω από τη γιαγιά Σταυρούλα σαν σβούρες.
«Γιαγιά, σκάσαμε! Θέλουμε πλατσούρισμα!» φώναζαν, με τις φωνές τους να βραχνιάζουν από τη δίψα και το τρέξιμο.
Τότε έμπαινε σε εφαρμογή το μεγάλο σχέδιο.
Ο άνθρωπος έχει μια φυσική τάση να κρίνει από την εμφάνιση.
Βλέπει το πρόσωπο, τα ρούχα, τον τρόπο ομιλίας, την κοινωνική θέση και συχνά σχηματίζει αμέσως μια εικόνα για τον άλλον.
Όμως η εξωτερική εικόνα μπορεί να εξαπατήσει.
Ο Αίσωπος μάς παρουσιάζει έναν λύκο που φόρεσε προβιά προβάτου για να πλησιάσει το κοπάδι χωρίς να προκαλέσει φόβο.
Η εικόνα του έλεγε «πρόβατο».
Η φύση του όμως παρέμενε λύκος.
Ο μύθος γίνεται έτσι μια προειδοποίηση απέναντι στην υποκρισία, την προσποίηση και την εξαπάτηση.
Ο Αύγουστος κατέχει ιδιαίτερη θέση στη ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η περίοδος από την 1η έως και την 14η Αυγούστου αποτελεί έναν πνευματικό δρόμο προετοιμασίας για τη μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου, στις 15 Αυγούστου. Η προετοιμασία αυτή δεν περιορίζεται στη σωματική νηστεία, αλλά περιλαμβάνει ολόκληρη την εκκλησιαστική ζωή: προσευχή, μετάνοια, συμμετοχή στη λατρεία, εξομολόγηση, Θεία Ευχαριστία και, ιδιαιτέρως, την προσφυγή στην Παναγία μέσω των Ιερών Παρακλήσεων (Greek Orthodox Archdiocese of America [GOARCH], n.d.-a).
Μέσα σε αυτό το πνευματικό κλίμα, οι Παρακλήσεις προς την Υπεραγία Θεοτόκο αποτελούν μία από τις πιο αγαπητές ακολουθίες του Ορθοδόξου λαού. Δεν είναι απλώς μία ευκαιρία να εκφράσουμε αιτήματα για την υγεία και την προστασία μας. Είναι μία βαθύτερη άσκηση εμπιστοσύνης στον Θεό, μέσα από την παρουσία και τη μεσιτική προσευχή της Θεοτόκου.