Ἡ 1η Μαϊου δὲν ἑορταζόταν πάντοτε ὡς ἐργατικὴ Πρωτομαγιὰ ἀλλὰ ἦταν μιὰ ἑορτὴ φυσιολατρική. Οἱ ἄνθρωποι, ἀντικρύζοντας τὸν καθαρὸ οὐρανό, τὸν ὁλόλαμπρο ἥλιο καὶ τὴν ὁλάνθιστη φύση, τὴν πληθώρα τῶν ῥόδων καὶ μάλιστα τοῦ ἰδιαιτέρου «ἄνθους τοῦ Μαγιοῦ», ξεχύνονταν μὲ ζωντάνια καὶ ἐνθουσιασμὸ στὴν ὕπαιθρο, γιὰ νὰ λατρεύσουν τὶς τότε θεότητες τῆς φύσεως.
Ἀργότερα, βεβαίως, μὲ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἡ ἑορτὴ αὐτὴ παρέμεινε ὡς λαϊκὴ ἐκδήλωση, ἄν καὶ τὰ παλαιὰ ἔθιμα δὲν ἔπαψαν ποτὲ νὰ ὑπάρχουν, στὶς μέρες μας δὲ γίνονται προσπάθειες ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς παγανιστικοὺς κύκλους γιὰ ἀναβίωσή των.
Ἀπὸ πλευρᾶς Χριστιανῶν προτάθηκε τὰ τελευταῖα χρόνια ἡ καθιέρωση τῆς 1ης Μαΐου ὡς ἑορτῆς τοῦ ἐργάτου Χριστοῦ. Ὀρθότερο ὅμως θὰ ἦταν νὰ καθιερωνόταν ἡ ἡμέρα αὐτὴ πρὸς τιμὴ τοῦ Δημιουργοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, γιὰ νὰ μὴν θυμώμαστε μόνον τὴν ἐργασία τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀνθρώπου στὸ ἐργαστήριο τοῦ Ἰωσήφ, ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ὡς Θεὸς καί «φυτουργὸς τῆς κτίσεως» ἐνήργησε γιὰ τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ διαρκῶς ἐργάζεται καὶ προνοεῖ γιὰ τὴν συντήρηση καὶ τὴν ἀναδημιουργία του.
Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ Πρωτομαγιὰ ὡς ἡμέρα ἢ ἑορτὴ ἐργασίας δὲν θὰ θύμιζε πλέον τὰ αἱματηρὰ γεγονότα καὶ τὶς συγκρούσεις τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ θὰ ὑπενθύμιζε σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τὴν φύση καὶ τὸν σκοπὸ τῆς ἐργασίας, ὥστε νὰ ἀποφεύγωνται στὸ μέλλον ἀνάλογες ὀδυνηρὲς περιπέτειες γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος.
Ὁ σκοπὸς βεβαίως τῆς ἀνανοηματοδοτήσεως τῆς ἑορτῆς αὐτῆς δὲν θὰ εἶναι νὰ λησμονηθοῦν οἱ ἀγῶνες τῶν ἐργατῶν γιὰ τὴν διεκδίκηση τῶν δικαίων κοινωνικῶν των αἰτημάτων, ἀλλὰ νὰ ὑπομνησθῆ σ’ αὐτοὺς ὅτι παραλλήλως μὲ τὶς διεκδικήσεις δικαιωμάτων χρειάζεται νὰ ἐπιδίδωνται καὶ στὴν ἐπιτέλεση τῶν ἠθικοκοινωνικῶν καθηκόντων, ἐξ αἰτίας τῆς παραλείψεως τῶν ὁποίων ἀλλὰ καὶ τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως δημιουργοῦνται τὰ κοινωνικὰ προβλήματα.