Γενικὰ
Ὡς γνωστόν, κατὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς Πεντηκοστῆς ἀναγιγνώσκονται οἱ Εὐχὲς τῆς Γονυκλισίας. Ὀνομάζονται ἔτσι ἀπὸ τὴν ἐπίκληση τοῦ πρεσβυτέρου «Ἔτι καὶ ἔτι, κλίναντες τὰ γόνατα, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».
Οἱ Εὐχὲς αὐτὲς χωρίζονται σὲ τρεῖς ὁμάδες, ὅσες καὶ οἱ ἀντίστοιχες γονυκλισίες. Κατὰ τὴν πρώτη γονυκλισία, ἀναγιγνώσκονται οἱ δύο πρῶτες Εὐχές, κατὰ τὴν δεύτερη, οἱ ἑπόμενες δύο, καὶ κατὰ τὴν τρίτη ἄλλες τρεῖς Εὐχές, συνολικά, δηλαδή, ἑπτὰ Εὐχές. Σὲ ἄλλες περιγραφές, γίνεται λόγος γιὰ τρεῖς Εὐχές· μετά, ὅμως, ἀπὸ τὴν πρώτη Εὐχὴ ἀναφράφεται ὅτι «ἐπισυνάπτει καὶ ταύτην», ὁμοίως καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν τρίτη Εὐχὴ ἐπισυνάπτεται ἄλλη μία, καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν πέμπτη Εὐχὴ ἐπισυνάπτονται ἄλλες δύο Εὐχές· ἄρα, στὴν πραγματικότητα πρόκειται γιὰ τὸ ἴδιο πράγμα.
Στὸ παρόν, θὰ ἀναλύσουμε τὶς Εὐχές, ἀναφέροντας τὸν συνολικό ἀριθμό τους. Νὰ σημειωθῇ ὅτι ἡ ἀνάγνωση τῶν Εὐχῶν τῆς Γονυκλισίας ξεκινάει ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τό «Φῶς ἱλαρόν» καὶ τὸ πανηγυρικὸ Προκείμενο «Τίς Θεὸς μέγας, ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν». Μετὰ ἀπὸ τὸ πέρας τῶν Εὐχῶν ὁ Ἑσπερινὸς συνεχίζεται κανονικὰ μὲ τά «Πληρωτικά», ἕως τὸ τέλος.