Η βροχή δεν έπεφτε απλώς· ξεπλένε τον χρόνο από πάνω τους. Ήταν ένα από εκείνα τα φθινοπωρινά απογεύματα όπου το φως του δειλινού αρνιόταν να παραδοθεί στο σκοτάδι, βάφοντας τα σύννεφα με μια απόχρωση βαθιάς, ώριμης ώχρας, σαν τη σκουριά που αφήνει η μνήμη στα παλιά κλειδιά.
Γύρω τους, ο κόσμος μετρούσε απώλειες, τετραγωνικά μέτρα, χρέη και τίτλους ιδιοκτησίας. Οι δικαστικοί επιμελητές του ορθού λόγου είχαν βγάλει στο σφυρί καθετί χειροπιαστό: τα νεανικά τους σχέδια, τα δέντρα που φύτεψαν σε ξένα χώματα, τις βεβαιότητες μιας ζωής που νόμιζαν ότι τους ανήκε. Ο δικός τους «Βυσσινόκηπος» –το σύμβολο όλων όσων αγάπησαν, των αναμνήσεων, της ίδιας της νιότης τους– είχε κηρυχθεί σε κατάσταση χρεοκοπίας από τους νόμους της καθημερινής φθοράς.
Όμως εκεί, μέσα στην καρδιά της καταιγίδας, τίποτα από αυτά δεν είχε σημασία.


.png)
























.png)













