Εισαγωγή
Η Εκκλησία αποτελεί ένα μοναδικό θεανθρώπινο σώμα μέσα στην ιστορία. Από τη μία πλευρά φέρει το θείο στοιχείο, καθώς ιδρύθηκε από τον Ιησού Χριστό και ζωοποιείται διαρκώς από το Άγιο Πνεύμα. Από την άλλη πλευρά, συγκροτείται από ανθρώπους, οι οποίοι, παρά την κλήση τους προς αγιασμό, παραμένουν φορείς αδυναμιών, παθών και περιορισμών. Αυτή η διττή πραγματικότητα συνιστά το θείο και το ανθρώπινο πρόσωπο της Εκκλησίας, δύο όψεις αλληλένδετες και αδιαχώριστες, οι οποίες καθορίζουν την πορεία της μέσα στον κόσμο (Meyendorff, 1983).
Ο 21ος αιώνας χαρακτηρίζεται από ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, παγκοσμιοποίηση, πολιτισμικές μεταβολές, κρίση θεσμών και αναζήτηση νέων μορφών νοήματος. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η Εκκλησία καλείται να διατηρήσει αλώβητη τη θεία της ταυτότητα, ενώ παράλληλα να εκφράσει με σύγχρονο τρόπο τη σωτηριολογική της αποστολή. Το ζητούμενο δεν είναι η προσαρμογή στο πνεύμα του κόσμου, αλλά η μεταμόρφωση του κόσμου διά της παρουσίας του Χριστού. Γι’ αυτό η Εκκλησία καλείται να είναι «εν τω κόσμω», χωρίς να γίνεται «εκ του κόσμου» (Ιω. 17:14-16).