Η 14η Σεπτεμβρίου αποτελεί για την Ορθόδοξη Εκκλησία μία από τις πλέον κατανυκτικές και θεολογικά βαθιές ημέρες του εκκλησιαστικού έτους. Η εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού δεν είναι απλώς η ανάμνηση ενός ιστορικού γεγονότος, ούτε μία ακόμη ημέρα τιμής ενός ιερού συμβόλου. Είναι η πανηγυρική ομολογία της Εκκλησίας ότι εκεί όπου ο κόσμος είδε την ήττα, ο Θεός φανέρωσε τη νίκη· εκεί όπου φάνηκε ο θάνατος, ανέτειλε η ζωή· εκεί όπου υψώθηκε το όργανο της καταδίκης, αποκαλύφθηκε το «ακατάλυτον τρόπαιον» της σωτηρίας.
Ο Σταυρός αποτελεί την καρδιά του μυστηρίου της θείας Οικονομίας. Ο Χριστός, ο οποίος «ἐκένωσεν ἑαυτόν» και έλαβε μορφή δούλου, φθάνει μέχρι την άκρα ταπείνωση του Σταυρού, για να οδηγήσει τον άνθρωπο στην άκρα δόξα της Αναστάσεως. Γι’ αυτό και η Εκκλησία δεν αντικρίζει ποτέ τον Σταυρό απομονωμένο από την Ανάσταση. Ο Σταυρός είναι πάντοτε σταυροαναστάσιμος: είναι πόνος που μεταμορφώνεται σε χαρά, θυσία που γίνεται ζωή, ταπείνωση που οδηγεί στη δόξα.
Ο Μέγας Βασίλειος υπογραμμίζει αυτή τη βαθιά σχέση όταν αναφέρεται στο έργο του Σταυρού μέσα στο σχέδιο της θείας Οικονομίας: «Διὰ τοῦ Σταυροῦ ἡ οἰκονομία τῆς ἐνανθρωπήσεως ἐτελέσθη» (Βασίλειος Καισαρείας, Εἰς Ἡσαΐαν, 3, PG 30, 557B). Ο Σταυρός, επομένως, δεν αποτελεί ένα επεισόδιο στο τέλος της επίγειας ζωής του Χριστού. Αποτελεί το αποκορύφωμα της αυτοπροσφοράς Του για τη σωτηρία του κόσμου.