Στη Βαλύρα, λίγο μετά την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, εκεί όπου ο δρόμος ανοίγεται προς το Μπιζάνι και ο αέρας κουβαλά ακόμη μυρωδιές από χώμα, ελιές και θυμάρι, στεκόταν κάποτε ένα πέτρινο σπίτι.
Δεν ήταν ένα σπίτι σαν όλα τα άλλα.
Είχε τη σιωπή των παλιών σπιτιών και την περηφάνια εκείνων που γνώρισαν γενιές ανθρώπων να περνούν από τις πόρτες τους. Ήταν το σπίτι του Αριστείδη Μπουρίκα, του Τζάμαλη, όπως τον έλεγαν οι χωριανοί. Κτηνοτρόφος και γεωργός, άνθρωπος νοικοκύρης και προκομμένος, μα συνάμα ανυπότακτος και επαναστατικός στη φύση του. Το παρανόμι του το είχε πάρει από τον Τζαμαλή, τον ήρωα της Μεσσηνιακής επανάστασης.
Και αν ο Αριστείδης είχε τη λεβεντιά του ανυπότακτου, οι τρεις κόρες του είχαν τη χάρη της μάνας τους, της Γεωργίας, που είχε έρθει πλούσια νύφη στη Βαλύρα από το Αριστοδήμειο.