Η Ελένη, μια πενηντάχρονη σύζυγος, μητέρα και εργαζόμενη, βιώνει τις καθημερινές δοκιμασίες της ζωής σαν ένα δικό της «αγκάθινο στεφάνι». Στο παράθυρό της καλλιεργεί συμβολικά το «αγκάθι του Χριστού», έναν κάκτο όπου κάθε ακίδα αντιπροσωπεύει και μια δυσκολία. Όμως, με βαθιά πίστη και αθόρυβη υπομονή, περιμένει τη στιγμή που το φυτό θα ανθίσει, φέρνοντας μαζί του την ελπίδα και την επιβεβαίωση ότι κάθε Γολγοθάς κρύβει μια δική του, μικρή Ανάσταση.
Το χώμα στη μικρή, πήλινη γλάστρα του παραθύρου ήταν στεγνό, σκληρό σαν την καθημερινότητά της. Η Ελένη στάθηκε μπροστά του με το φλιτζάνι του καφέ στο χέρι, πριν ακόμα ξυπνήσει το σπίτι. Ήταν πενήντα χρονών, μια ηλικία που οι άλλοι θεωρούν ώριμη και τακτοποιημένη, όμως η ίδια ένιωθε συχνά σαν ακροβάτης σε τεντωμένο σχοινί.
