Το ηλιόγερμα της 24ης Ιουλίου 2026 είχε απλώσει πάνω από τη Βαλύρα εκείνο το χρυσοκόκκινο φως που κάνει ακόμη και τα ερείπια να μοιάζουν με μνημεία ζωής. Καθόμασταν με τον σαρανταεπτάχρονο Νίκο στα χαλάσματα του πατρικού του σπιτιού. Οι πέτρες, σιωπηλοί μάρτυρες περασμένων καιρών, έμοιαζαν να κρατούν μέσα τους τις φωνές μιας ολόκληρης οικογένειας. Καθώς ο ήλιος βυθιζόταν πίσω από τους λόφους, η σελήνη ξεπρόβαλε στον έναστρο ουρανό σαν μια γαλήνια παρουσία που ερχόταν να ακούσει τη συζήτησή μας.
Ο Νίκος έχει μόλις πριν από λίγο καιρό αποφυλακιστεί. Το βλέμμα του είναι κουρασμένο, αλλά όχι σβησμένο. Μοιάζει με άνθρωπο που έχει διασχίσει μεγάλη έρημο και τώρα ψάχνει μια μικρή πηγή για να ξαναρχίσει τη ζωή του. Δεν ζητά πολλά· μόνο ένα γερό αγκωνάρι για να στηρίξει την ύπαρξή του και να σταθεί ξανά όρθιος.
Πολλά βάσανα έχει τραβήξει αυτή η ψυχή. Κοιτάζοντάς τον, αναρωτήθηκα πόσο συχνά η κοινωνία τιμωρεί τον άνθρωπο χωρίς να πολεμά το πραγματικό κακό που τον οδήγησε στην πτώση. Είναι ευκολότερο να καταδικάζεις το θύμα παρά να αναζητάς τον δαίμονα της βίας, της αδικίας και της εγκατάλειψης που φωλιάζει στις ανθρώπινες ψυχές και στο κοινωνικό-πολιτικό σύστημα.