Η τραγωδία του Ευριπίδη , Μήδεια, αποτελεί ένα από τα πιο πολυσήμαντα και βαθιά δημιουργήματα της Αρχαίας Ελληνικής Σκέψης. Παρά τη διαχρονική του αξία, το έργο συχνά περιορίζεται σε μια επιφανειακή-ανθρώπινη ερμηνεία που το αντιμετωπίζει ως δράμα ζηλοτυπίας και εκδίκησης, με ανθρώπινα μέτρα και σταθμά. Μια τέτοια ανάγνωση, όσο εύλογη κι αν φαίνεται, αδυνατεί να συλλάβει το μυσταγωγικό βάθος του έργου.
Για να προσεγγίσουμε ουσιαστικά τη Μήδεια, απαιτείται να υπερβούμε τα συνηθισμένα ανθρώπινα μέτρα. Χρειάζεται να αφήσουμε κατά μέρος τις ηθικολογικές κατηγορίες και να εισέλθουμε σε ένα πεδίο όπου το δράμα λειτουργεί ως σύμβολο εσωτερικών διεργασιών. Η Μήδεια δεν είναι απλώς μια γυναίκα· είναι μια δύναμη. Ο Ιάσονας δεν είναι απλώς ένας άνδρας· είναι ο νους. Η Κόρινθος δεν είναι απλώς μία πόλη· είναι μέγα ενεργειακό πέρασμα από την επιθυμία της κοιλίας στο θυμικό-συναισθηματικό κέντρο της καρδιάς του ανθρώπου. Η Αθήνα , επίσης, δεν είναι πόλη, είναι προορισμός που οδηγεί στην Θεού διάκριση και σοφία.
Στην ανάλυση που ακολουθεί, το έργο προσεγγίζεται μέσα από την Ορφική μυσταγωγία και την εσωτερική φιλοσοφία. Παράλληλα, στο τέλος, επιχειρείται μια συγκριτική θεώρηση με την Ορθόδοξη χριστιανική εμπειρία και ιδιαίτερα με το πρόσωπο της Θεοτόκου, ως την ολοκλήρωση και υπέρβαση του αρχετύπου που εκφράζει η Μήδεια.