Φωτό: pinterest
Ο Ανδρέας δεν είχε μάθει να μετρά την αγάπη με λόγια.
Την μετρούσε με πράξεις.
Κάθε πρωί σηκωνόταν λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Όχι επειδή αγαπούσε τα πρωινά — κάθε άλλο. Απλώς ήθελε να προλάβει να ετοιμάσει τον καφέ της Μαρίας πριν ξυπνήσουν τα παιδιά. Ήξερε πως η γυναίκα του χρειαζόταν εκείνα τα δέκα ήσυχα λεπτά για να κοιτάξει από το παράθυρο, να πιει δύο γουλιές και να θυμηθεί πως, πριν γίνει μητέρα, σύζυγος και εργαζόμενη, ήταν απλώς η Μαρία.
Εκείνο το πρωί, όπως κάθε πρωί, έβαλε νερό στην καφετιέρα και κοίταξε το ρολόι.
«Άλλη μία μέρα», σκέφτηκε.
Και χαμογέλασε.
Η Μαρία δούλευε σε μια απαιτητική εταιρεία. Έφευγε από το σπίτι νωρίς και επέστρεφε κουρασμένη, πολλές φορές με το μυαλό της ακόμη γεμάτο από εκκρεμότητες. Ο Ανδρέας εργαζόταν κι εκείνος. Είχε τις δικές του ευθύνες, τις δικές του αγωνίες, τους ανθρώπους που περίμεναν από εκείνον λύσεις.
Κανείς τους δεν είχε εύκολη ζωή.
Όμως είχαν αποφασίσει, χωρίς ποτέ να το πουν με επίσημα λόγια, ότι το σπίτι τους δεν θα γινόταν δεύτερη δουλειά.
