Ήταν παραμονή της μεγάλης γιορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στα χρόνια της δεκαετίας του 1960. Η Ιθώμη, όπως και σήμερα, στεκόταν αγέρωχη πάνω από τη Μεσσηνία, λουσμένη στο φως του Αυγούστου, και στα μονοπάτια της ανηφόριζαν ευλαβικά οι προσκυνητές για να συναντήσουν την Παναγία Βουλκανιώτισσα. Ανάμεσά τους βρισκόταν μια ευλογημένη και αλησμόνητη παρέα Βαλυραίων: μέλη των οικογενειών Δημητρακόπουλου, Σταθόπουλου και Τάσου Μακρή.
Είχαν ξεκινήσει με τα πόδια από τη Βαλύρα και είχαν ήδη διανύσει τη διαδρομή ως τη Νέα Ιερά Μονή Βουλκάνου. Εκεί, όμως, δεν τελείωνε το προσκύνημα. Τους περίμεναν ακόμη τουλάχιστον έξι χιλιόμετρα ανηφορικού δρόμου, ώσπου να φθάσουν στην Παλαιά Μονή, στην κορυφή της Ιθώμης, εκεί όπου άλλοτε δέσποζε ο αρχαίος ναός του Δία Ιθωμάτα.
Ήταν άνθρωποι της πίστης. Είχαν προετοιμαστεί ψυχικά και σωματικά, έχοντας προηγουμένως νηστέψει δεκατέσσερις ολόκληρες ημέρες. Η νηστεία δεν ήταν γι’ αυτούς απλώς αποχή από ορισμένες τροφές· ήταν μια πορεία εσωτερικής κάθαρσης, μια σιωπηλή προετοιμασία για τη συνάντηση με την Παναγία. Τώρα, με καθαρή καρδιά και ήρεμο λογισμό, έπαιρναν τον ανήφορο.