Η νότια Μεσσηνία του 1950 ξυπνούσε με το λάλημα του πετεινού και κοιμόταν με το καντήλι αναμμένο μπροστά στο εικονοστάσι. Ήταν μια εποχή που οι άνθρωποι μετρούσαν τον πλούτο όχι μόνο με τα στρέμματα και τις ελιές, αλλά και με την τιμή, την πίστη και τον λόγο τους. Τα χωριά μοσχοβολούσαν ασβέστη, βασιλικό και φρεσκοζυμωμένο ψωμί. Οι γυναίκες άπλωναν τα λευκά υφαντά στις αυλές, οι άνδρες έφευγαν χαράματα για τα χωράφια με το μουλάρι, κι από τα καμπαναριά ακουγόταν η καμπάνα σαν να ευλογούσε κάθε καινούρια μέρα.
Στο μεγαλύτερο αρχοντικό του χωριού κατοικούσε ο κυρ Ανέστης. Ήταν ευσεβής γαιοκτήμονας, άνθρωπος που είχε τελειώσει το σχολαρχείο, μα περισσότερο από τα γράμματα αγαπούσε τον νόμο του Θεού. Δεν υπήρχε Κυριακή που να μη σταθεί ευλαβικά στο στασίδι του, ούτε βράδυ που να μη διαβάσει λίγες γραμμές από το Ψαλτήρι πριν σβήσει το λυχνάρι.
Ο Θεός όμως του είχε δώσει και βαρύ σταυρό.
Η γυναίκα του είχε φύγει νέα από ανίατη αρρώστια, αφήνοντάς του στα χέρια τη μοναχοκόρη τους, την Ελπηνίκη. Από τότε ο κυρ Ανέστης έγινε και πατέρας και μητέρα. Δεν ξανακοίταξε άλλη γυναίκα. Δεν σκέφτηκε δεύτερο γάμο, ούτε λογάριασε τη μοναξιά του.
Η ζωή του είχε ένα μόνο κέντρο.
Την κόρη του.