Φωτό: Pinterest
Η γιαγιά Πολυξένη δεν ήταν απλώς μια ηλικιωμένη γυναίκα ενός μικρού χωριού στους πρόποδες του Ταΰγετου· ήταν μια ζωντανή υπενθύμιση της καλοσύνης που μπορεί να φωλιάζει στην ανθρώπινη καρδιά. Οι συγχωριανοί της την αποκαλούσαν «προκομένη», μα εκείνη ποτέ δεν έδινε σημασία σε τέτοιους χαρακτηρισμούς. Ζούσε απλά, μετρώντας τον πλούτο της όχι σε χρήματα, αλλά σε πράξεις αγάπης.
Το σπίτι της ήταν παλιό, πέτρινο, με έναν μεγάλο κήπο γεμάτο λαχανικά, μυρωδικά και ένα μικρό κοτέτσι. Εκεί μεγάλωνε τις κότες της με φροντίδα και υπομονή, μα όχι από φιλαργυρία. Ό,τι παρήγαγε, το μοιραζόταν. Πάντα υπήρχε ένα πιάτο για τον ξένο, ένα καλάθι για τον φτωχό, ένα χαμόγελο για τον πονεμένο.
Κάποιοι στο χωριό έλεγαν πως ήταν αφελής. Άλλοι πως ήταν αγία. Η αλήθεια βρισκόταν κάπου ανάμεσα. Η γιαγιά Πολυξένη απλώς πίστευε πως όταν κάποιος παίρνει κάτι χωρίς να ζητήσει, δεν το κάνει από κακία, αλλά από ανάγκη.
Έτσι εξηγούσε και τις μικρές «απώλειες» από το κοτέτσι της. Πού και πού έλειπαν αυγά, καμιά φορά και καμιά κότα. Οι γείτονες τη συμβούλευαν να βάλει λουκέτο, να προσέχει, να φωνάξει την αστυνομία. Εκείνη όμως μόνο χαμογελούσε.
«Κάπου υπάρχει ανάγκη», έλεγε ήσυχα.
