Φωτό: Pinterest
Τη δεκαετία του 1950, όταν ο έρωτας δεν είχε τηλέφωνα και βιασύνες, όποιος ήθελε να φανερώσει την καρδιά του έστυβε λεμόνι. Με μια πένα βουτηγμένη στο άοσμο υγρό έγραφε επάνω σε λευκό, ανθεκτικό χαρτί τα μυστικά του. Ύστερα το άφηνε να στεγνώσει στον ήλιο, σαν να το παρέδιδε πρώτα στον Θεό, και το δίπλωνε προσεκτικά μέσα σε φάκελο. Η φωτιά μόνο μπορούσε να αποκαλύψει την αλήθεια.
Ο αείμνηστος Ξενοφώντας δεν υπήρξε από μικρός άνθρωπος της πίστης. Η ψυχή του δεν μαγνητιζόταν από εικόνες και θυμιάματα, αλλά από τον ήχο του νομίσματος. Δεν φοβόταν τον κόπο· φοβόταν την αποτυχία. Ήθελε βεβαιότητα. Ήθελε εγγύηση ότι ο ιδρώτας του θα εξαργυρωνόταν.
Μέσα του φύλαγε ένα όνειρο σχεδόν παιδικό: να γίνει πλούσιος — βασιλιάς του χρήματος — και να ζητήσει το χέρι της πιο όμορφης κοπέλας του χωριού. Εκείνη ήταν ψηλή, λεπτή, με δέρμα λευκό και μαλλιά ξανθά που έπεφταν σαν κύμα στους ώμους της. Εκείνος, μεσομορφικός, με μια μικρή κοιλίτσα και δέρμα σκουρόχρωμο, κουβαλούσε μια αίσθηση μειονεξίας που την έκρυβε πίσω από μεγαλόπνοα σχέδια.
Προσπάθησε πολλές φορές, μέσω φίλων, να της ζητήσει να τα φτιάξουν. Εκείνη αρνήθηκε — όχι σκληρά, μα καθαρά. Κάθε «όχι» έπεφτε επάνω του σαν πέτρα που δεν έκανε θόρυβο αλλά άφηνε ράγισμα.
Όταν έμαθε πως θα παντρευόταν ένα παλικάρι που προοριζόταν για παπάς, και δεν ήταν
" όμορφος" όπως εκείνος, ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Δεν ήταν μόνο η απόρριψη· ήταν που τον είχε νικήσει ένας άνθρωπος χωρίς περιουσία, με μοναδικό του κεφάλαιο την πίστη.