Ο Βασίλης δεν πίστευε ποτέ ότι μια στιγμή μπορούσε να ξεχαρβαλώσει ολόκληρη τη ζωή του. Κι όμως, εκείνο το απόγευμα που αντίκρισε τον καλύτερό του φίλο να κρατά το χέρι της κοπέλας του, κάτι μέσα του έσπασε με έναν ήχο που μόνο ο ίδιος άκουσε. Δεν ήταν απλώς προδοσία· ήταν μια διάλυση του κόσμου όπως τον ήξερε.
Και τότε αποσύρθηκε.
Το διαμέρισμά του έγινε ολόκληρο το σύμπαν του. Έκλεισε παντζούρια, κατέβασε ρολά, έκοψε τηλέφωνα. Βρήκε μια δουλειά από το διαδίκτυο—αρκετή για να επιβιώνει. Δεν ήθελε πολλά. Δεν χρειαζόταν πολλά. Έξι μήνες αργότερα, δεν ήταν πια ο Βασίλης. Ήταν ένα φάντασμα που κατοικούσε σε ένα σώμα.