Ο ήλιος του Ιουλίου στη Βαλύρα του 1960 δεν αστειευόταν. Από τις έντεκα το πρωί, η τσιμεντένια αυλή του παππού Θανάση και της γιαγιάς Σταυρούλας άρχιζε να βγάζει αχνό, και οι πέτρες στους τοίχους του σπιτιού έκαιγαν σαν φρεσκοψημένα ψωμιά από τον ξυλόφουρνο. Η θάλασσα, εκεί κάτω, στη Μπούκα και στις ακτές της Μεσσήνης, φάνταζε στα μάτια του μικρού Γιώργου και της ξαδέρφης του, της Ελένης, σαν ένας μακρινός, απρόσιτος παράδεισος.
Βλέπεις, το 1965 η απόσταση δεν μετριόταν σε λεπτά, αλλά σε ώρες και σε κόπο. Το αυτοκίνητο ήταν πολυτέλεια για ελάχιστους στο χωριό. Αν ήθελες να πας στη θάλασσα, έπρεπε να σαμαρώσεις τον γάιδαρο, τον γερο-Μένιο, ή να επιστρατεύσεις το άλογο του θείου, να φορτώσεις καρπούζια, ψωμί και τυρί και να πάρεις τον χωματόδρομο κάτω από το λιοπύρι.
«Με τέτοια ζέστη, θα μας μείνουν τα ζώα στον δρόμο», έλεγε πάντα η γιαγιά, κόβοντας κάθε κουβέντα για εκδρομή.
Όμως η παιδική λαχτάρα για το νερό δεν δάμαζε τη ζέστη· τη θέριευε. Κάθε μεσημέρι, όταν οι τζίτζικες έστηναν τον δικό τους τρελό χορό στα κλαδιά της ελιάς και της ροδιάς, ο Γιώργος και η Ελένη γύριζαν γύρω από τη γιαγιά Σταυρούλα σαν σβούρες.
«Γιαγιά, σκάσαμε! Θέλουμε πλατσούρισμα!» φώναζαν, με τις φωνές τους να βραχνιάζουν από τη δίψα και το τρέξιμο.
Τότε έμπαινε σε εφαρμογή το μεγάλο σχέδιο.