Φωτό: Ε.Η.Κ.
Η κυρία Ευανθία γεννήθηκε το 1958 σε ένα ευλογημένο χωριό της Μεσσηνίας, εκεί όπου η Παναγία Οδηγήτρια του Όρους Βουλκάνου, στο διάσελο του όρους Ιθώμη, στέκει αιώνες προστάτιδα και σκέπη των ανθρώπων.
Σε ηλικία μόλις δέκα ετών, τη νύχτα της 14ης Ιανουαρίου 1968, βίωσε ένα γεγονός που σημάδεψε για πάντα την ύπαρξή της. Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, όταν μπροστά της στάθηκε μια ασημένια εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας, ύψους περίπου ενός μέτρου. Εκστατική, άφωνη, με τα αθώα παιδικά της μάτια, την κοιτούσε χωρίς ίχνος φόβου, όταν άκουσε καθαρά τη φωνή στη γλώσσα της σιωπής:
— Σας έχει συμβεί ένα κακό και σε δεκαπέντε ημέρες θα το μάθετε.
Το πρωί, ταραγμένη, έτρεξε στη μητέρα της και της το διηγήθηκε. Η θεοσεβής μητέρα έκανε τον σταυρό της και άρχισε να μετρά τις ημέρες στο ημερολόγιο που κρεμόταν στον τοίχο της κουζίνας.
Τη δέκατη πέμπτη ημέρα, η μικρή Ευανθία πήγε στην πλατεία του χωριού για να αγοράσει υλικά, ώστε η μητέρα της να φτιάξει ένα γλύκισμα. Τότε την φώναξε ο πατέρας της από το καφενείο, όπου καθόταν σκυθρωπός, και της είπε:
— Πάρε, παιδί μου, αυτό το γράμμα και δώσ’ το στη μητέρα σου. Κλείστε το ραδιόφωνο… Πέθανε η θεία σου Παναγιώτα στην Αμερική πριν από δεκαπέντε ημέρες. Πενθούμε.
Η μικρή Ευανθία δεν ήξερε αν έπρεπε να κλάψει για την καλή της θεία ή να πλημμυρίσει από χαρά για την επιβεβαίωση του λόγου της Παναγίας. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, μα τα χείλη της χαμογελούσαν γλυκά· γιατί πλέον ήξερε πως η Παναγία ήταν αληθινά η μεγάλη της Προστάτιδα.