Ο παππούς του Δημήτρη, από τον οποίο είχε πάρει και το όνομά του, ήταν ένας σκληρά εργαζόμενος αγρότης στη Μεσσηνία. Από τα νιάτα του είχε μάθει να μετρά τη ζωή με τον ιδρώτα του, τις εποχές, τις σοδειές και τις ανάγκες της οικογένειας. Ξυπνούσε πριν ακόμη χαράξει, έπαιρνε το κολατσιό του, τα πολύτιμα εργαλεία του και τραβούσε για τα κτήματα. Εκεί τον έβρισκε συχνά το μεσημέρι, σκυμμένο πάνω από τη γη, με τα χέρια του σκληρά και γεμάτα ρόζους, το πρόσωπό του αυλακωμένο από τον ήλιο και τα μάτια του να παρακολουθούν με προσοχή κάθε αλλαγή στον ουρανό.
Το εισόδημά του μόλις που έφτανε για να βγει η χρονιά. Κάθε φορά που τελείωνε η συγκομιδή, έκανε τους λογαριασμούς του με προσοχή. Έπρεπε να πληρωθούν οι υποχρεώσεις, να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα για το σπίτι, να περισσέψει κάτι για τον επόμενο χειμώνα. Κι όμως, μέσα σε όλες αυτές τις δυσκολίες, είχε έναν μεγάλο σκοπό, που τον κρατούσε όρθιο ακόμη και στις πιο κουραστικές ημέρες: να σπουδάσει ο μοναχογιός του.















