Η Ασπασία είχε περάσει τη ζωή της με μια σχεδόν ασκητική αφοσίωση στα θρανία. Από μικρή, δεν ήταν από τα παιδιά που θα έτρεχαν στις αυλές να κυνηγήσουν πεταλούδες ή να σκαρφαλώσουν σε δέντρα. Όχι. Εκείνη προτιμούσε να σκαρφαλώνει σε λέξεις, να κυνηγάει έννοιες και να μαζεύει βαθμούς σαν άλλοι μαζεύουν σύκα.
Κι ας είχε μεγαλώσει σε χωριό. Κι ας είχε η οικογένειά της ένα συμπαθητικό κοτέτσι στην πίσω αυλή, με κότες που έκαναν ό,τι κάνουν οι κότες: κακάριζαν, έσκαβαν τη γη και έβλεπαν τον κόσμο με εκείνο το βλέμμα της αιώνιας υποψίας. Η Ασπασία, όμως, ποτέ δεν τις πλησίασε πραγματικά. Τις παρατηρούσε με δέος και από απόσταση.
Το μόνο της “σχέδιο επαφής” με τις κότες ήταν το πρωινό καθήκον: όταν εκείνες έβγαιναν για βόλτα, εκείνη πλησίαζε προσεκτικά, σχεδόν τελετουργικά, και μάζευε τα αυγά. Τα έπαιρνε σαν πολύτιμα ευρήματα και τα παρέδιδε στη μητέρα της, η οποία τα έβραζε και τα σέρβιρε πριν το σχολείο, λες και ήταν καύσιμο για τη μάχη της γνώσης.
Τα χρόνια πέρασαν.
