Ὁ ἑκατόνταρχος τοῦ Εὐαγγελίου (Ματθ., η’ 5-13) τῆς Δ’ Κυριακῆς Ματθαίου, παρὰ τὰ πολλά του ἀξιώματα καὶ τὰ ἀκόμη περισσότερα ὑλικά του ἀγαθά, συναισθάνεται τὴν ἀδυναμία του καὶ καταφεύγει στὸν Κύριο, γιὰ νὰ δώσῃ λύση στό «πρόβλημά» του.
Ποιό εἶναι, ἀλήθεια, τὸ πρόβλημά του; Τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἀπασχολεῖ καὶ ἀδυνατεῖ νὰ εὕρῃ τὴν λύση του; Μήπως ὁ ἴδιος ἢ ἄλλο μέλος τῆς οἰκογενείας του ἢ ἔστω κάποιος ἀγαπημένος του συγγενὴς πάσχει ἀπὸ κάποια ἀνίατη ἀσθένεια καὶ καταφεύγει στὸν Κύριο, ἐπειδὴ ἄκουσε ὅτι κάνει θαύματα;
Ὄχι! Ἡ ὑπόθεση ποὺ τὸν ἀπασχολεῖ δὲν ἀφορᾶ οὔτε τὸν ἴδιο, οὔτε κάποιο ἄλλο μέλος τῆς οἰκογενείας του, οὔτε ἀκόμη κάποιον συγγενῆ του, ἀλλὰ τὸν πονᾶ καὶ τὸν θλίβει ἡ ἀσθένεια τοῦ δούλου του: «Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος» (Ματθ., η’ 6). Μάλιστα, καλῶς ἀκούσαμε! Ἕνας τρανὸς Ῥωμαῖος ἀφέντης ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν θεραπεία ἑνὸς ταπεινοῦ καὶ τιποτένιου δούλου («res», δηλ. «πρᾶγμα» θεωροῦσαν οἱ Ῥωμαῖοι τοὺς δούλους, ὅπως καὶ τὶς γυναῖκες)!