Ἄλλη μιὰ διδακτικὴ περικοπή (η’ 27-39) μὲ κοινωνικὸ περιεχόμενο μᾶς παρουσιάζει ο Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς αὐτὴν τὴν Κυριακή. Ἕνας ταλαίπωρος ἄνθρωπος, ἀπὸ τὰ Γάδαρα, μιὰ εἰδωλολατρικὴ πόλη στὴν ἀντίπερα ὄχθη τῆς Γαλιλαίας, στὴν περιοχὴ τῆς Δεκαπόλεως τῆς Παλαιστίνης, ἔχει κυριολεκτικά πιαστῆ στὰ δίχτυα τοῦ πονηροῦ «ἐκ χρόνων ἱκανῶν»· ἔκτοτε «ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασιν.» (Λουκ., η’ 27)
Ὁ ἄνθρωπος, ὡς γνωστόν, πλάστηκε νὰ εἶναι εἰκόνα Θεοῦ καὶ νὰ πορεύεται πρὸς τὴν ὁμοίωσή Του. Ἐὰν δὲν προσέξῃ στὴν πορεία Του καὶ «ξαστοχήσῃ» -ἁμαρτάνῃ-, τότε τὰ κάθε λογῆς δαιμόνια καιροφυλαχτοῦν νὰ ἔλθουν καὶ νὰ ἐγκατασταθοῦν μέσα του. Καὶ ὅταν τὸ δαιμόνιο «συν-αρπάζει» τὸν ἄνθρωπο, τὸν ἄγει καὶ τὸν φέρει, τὸν πηγαίνει ὅπου θέλει, «ἐς χώρας ἐρήμους», μακρυὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνία. Τὸν καταντάει, ἀκόμη, γυμνὸ καὶ ἄοικο, ὥστε χρειάζεται νὰ τὸν δένουν «ἁλύσεσι καὶ πέδαις», χειροπόδαρα, γιὰ νὰ μὴν τοὺς ἐπιτίθεται. Παρὰ ταῦτα, τό «ἰσχυρό» δαιμόνιο σπάζει καὶ αὐτὲς τὶς ἁλυσίδες τοῦ δαιμονισμένου, ὁ ὁποῖος σκορπίζει γύρω του τὸν φόβο καὶ τὸν τρόμο.






.png)





















