Στη Βαλύρα της δεκαετίας του 1950, τότε που η ζωή ήταν δύσκολη, οι άνθρωποι όμως κρατούσαν γερά ο ένας το χέρι του άλλου, ζούσε ο Γεώργιος Τσάμης, ένας άνθρωπος του μόχθου και της πίστης. Κτηνοτρόφος και ελαιοπαραγωγός, ξυπνούσε πριν χαράξει και έπεφτε για ύπνο όταν η μέρα είχε πια σβήσει. Η γη, τα ζώα, οι ελιές και η οικογένειά του ήταν ολόκληρος ο κόσμος του.
Στο πλευρό του βρισκόταν η σύζυγός του, με την οποία μοιραζόταν τις χαρές αλλά και τις μεγάλες δοκιμασίες της ζωής. Και μία από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες που τους είχε επιφυλάξει η μοίρα ήταν η αδυναμία να κρατήσουν στην αγκαλιά τους ένα παιδί.
Παιδιά γεννιούνταν, μα δεν προλάβαιναν να μεγαλώσουν.
Έφευγαν από τα σπάργανα για την άλλη ζωή, αφήνοντας πίσω τους ένα σπίτι βουβό και δύο γονείς με την καρδιά ραγισμένη. Κάθε γέννα γεννούσε μαζί της και την ελπίδα, αλλά η ελπίδα αυτή σύντομα μετατρεπόταν σε θρήνο. Κάθε φορά που ένα μικρό κορμάκι έσβηνε, ένα κομμάτι από την ψυχή των γονιών του έσβηνε μαζί του.

