Ἀναφέρεται στὸ Συναξάρι τῶν Ἁγίων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ τῶν Ἀναργύρων τῶν ἐκ Ῥώμης, τὴν μνήμη τῶν ὁποίων ἑορτάζομε τὴν 1η Ἰουλίου, ὅτι δὲν ἐπέλεγαν τοὺς ἀσθενεῖς των, μὲ βάση τὸ βαλάντιό των, ἀλλὰ προσέφεραν σὲ ὅλους, ἀδιακρίτως καὶ ἀναργύρως, τὴν βοήθειά των. Ὅταν, μάλιστα, οἱ πιὸ πλούσιοι ἐξ αὐτῶν τοὺς ἔδιναν χρήματα, ἐκεῖνοι ὄχι μόνον δὲν τὰ δέχονταν ἀλλὰ τοὺς ὑποδείκνυαν ἄλλους, ἐνδεέστερους ἀδελφούς των, γιὰ νὰ βοηθήσουν.
Ἴσως κάποιος ἀναρωτιέται εὔλογα: «Καὶ ποιός φρόντιζε γιὰ τοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους, ἀφοῦ δὲν ἀμείβονταν γιὰ τὴν ἐργασία των;» Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλῆ. Ἡ κοινότητα φρόντιζε γιὰ τὶς ἀνάγκες των. Ὡς γνωστόν, οἱ Ἅγιοι ἔζησαν κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς χρόνους (3ος αἰ.), ὁπότε λειτουργοῦσαν οἱ κοινότητες καὶ ὅλες οἱ ἀνάγκες, πνευματικές, μορφωτικὲς καὶ κοινωνικές, ὅλων τῶν μελῶν, καλύπτονταν στὸ πλαίσιό των (βλ. κεφ. Β’ καὶ Δ’ Πράξεων τῶν Ἀποστόλων). Ἑπομένως, ἐκεῖνοι, ὡς «ἰατῆρες ψυχῶν τε καὶ σωμάτων», θεράπευαν, μὲ τὶς γνώσεις των καὶ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, τὸν πόνο καὶ τὶς ἀσθένειες, καὶ οἱ εὐεργετημένοι ἀπὸ αὐτοὺς ἀδελφοί των μεριμνοῦσαν γιὰ τὴν κάλυψη τῶν πενιχρῶν των ἀναγκῶν. Τί πιὸ δίκαιο καὶ πιὸ ὄμορφο!