Ο μπάρμπα Γιάννης κόντευε να απαντήσει τα ενήντα του χρόνια και δεν ηρεμούσε με τίποτα. Η μέρα του ξεκινούσε πάντα νωρίς, πριν ακόμη ξημερώσει. Σήκωνε τα χέρια, τέντωνε τα πόδια και έκανε μικρές ακροβατικές επιδείξεις στην αυλή, σαν να ήθελε να αποδείξει ότι ο χρόνος δεν τον είχε αγγίξει. Ισορροπούσε στο ένα πόδι περισσότερο από ό,τι ένας νεαρός άνδρας, και με το χαμόγελο στα χείλη φώναζε: «Μην υπολογίζετε τη χρονολογική μου ηλικία! Ο γιατρός είπε ότι η βιολογική μου ηλικία είναι ανδρός 20 ετών!»
Η γιαγιά του, σεμνή και υπομονετική, προσπαθούσε να τον συγκρατήσει. Κάθε φορά που πήγαινε να μαζέψει τους καρπούς από τα δέντρα, εκείνη φοβόταν να ανέβει στα ψηλά σκαλοπάτια της σκάλας της αυλής. Ο μπάρμπα Γιάννης όμως ούτε που καταδεχόταν τη σκάλα. Σκαρφάλωνε με τις γάτες και τα κοκόρια, ανεβαίνοντας στα κεραμίδια του αγροτόσπιτου σαν να ήταν παλικαράκι. Η γιαγιά άλλοτε γελούσε από θαυμασμό και άλλοτε έτρεμε η καρδιά της, φοβούμενη μήπως πέσει και κτυπήσει σοβαρά, γιατί δεν θα άντεχε την ακινησία του.
Για πέντε χρόνια στη σειρά η συμπεριφορά του παρέμενε η ίδια. Οι νεότεροι τον κοιτούσαν με δέος και εύχονταν να του μοιάσουν. Τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει – ούτε η κούραση, ούτε οι μικροτραυματισμοί. Ήταν σαν να είχε κλειδωθεί σε έναν κόσμο όπου η ηλικία δεν μετρούσε.
Όμως μια βροχερή μέρα ήρθε η δοκιμασία. Ο μπάρμπα Γιάννης ανέβηκε στη στέγη για να διορθώσει ένα κεραμίδι που είχε χαλάσει. Η βροχή έκανε το σκεπαστό γλιστερό, και παραπάτησε. Έπεσε φαρδύς πλατύς στο παρτέρι του κήπου. Ο Θεός τον φύλαξε· δεν κτύπησε σε καμιά πέτρα, μόνο οι δροσεροί θάμνοι τσακίστηκαν, συγκρατώντας τον αρκετά ώστε να μην τραυματιστεί σοβαρά. Πονεμένος, για ημέρες έπαιρνε με οδηγίες γιατρού παυσίπονα, ενώ η γιαγιά τον φρόντιζε με αφοσίωση, μιλώντας του με ήρεμη φωνή, σαν να προσπαθούσε να σβήσει κάθε αίσθηση πόνου με τα λόγια της.
Μια μέρα, όμως, ο μπάρμπα Γιάννης δεν ξυπνούσε. Η γιαγιά φοβήθηκε και κάλεσε τον εφημέριο για να τον κοινωνήσει. Ο ιερέας μπήκε ήσυχα στο δωμάτιο και μόλις τον είδε με τα μισάνοιχτα μάτια του, ο μπάρμπα Γιάννης ανασηκώθηκε έντρομος και φώναξε: «Παπά μου, λάθος ήρθες! Ζω, δεν πεθαίνω ακόμη!»
Ο ιερέας τον κοίταξε με γαλήνιο βλέμμα. «Το ξέρω ότι δεν πεθαίνεις ακόμη. Δεν ήρθα για σένα, για άλλον ήρθα.»
Ο μπάρμπα Γιάννης κοίταξε γύρω του, αλλά δεν υπήρχε κανείς άλλος. «Δεν βλέπω κανέναν», απάντησε με απορία.
«Πώς δεν βλέπεις; Το πετεινάρι πάνω στο κεφάλι σου, που κάνει τον νταή και κόντεψε να σε σκοτώσει, δεν το βλέπεις; Δεν πρέπει να ζητήσει συγχώρηση και να κοινωνήσει;»
Τότε ο μπάρμπα Γιάννης άνοιξε τα μάτια του διάπλατα και κατάλαβε ότι αυτά που σκεπτόταν δεν ήταν δικά του, αλλά σχέδια κάποιου άλλου. Αυτός ήταν ο εκτελεστής, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή. Κοινώνησε και, όπως του είπε ο εφημέριος, το πετεινάρι απομακρύνθηκε από το κεφάλι του.
Από τότε, ο μπάρμπα Γιάννης πρόσεχε περισσότερο. Κάθε φορά που άκουγε κάτι παράξενο ή του ερχόταν κάποια τολμηρή επιθυμία για την ηλικία του, έλεγε: «Θα σωπάσεις ή θα σε πάω στην εκκλησία να εξομολογηθείς και να κοινωνήσεις;» Το βλέμμα του ήταν σταθερό, σαν να ήξερε ότι ο πειρασμός όταν εγκαθιδρύεται δύσκολα αποχωρεί.
Μια νύχτα, ο μπάρμπα Γιάννης άκουσε στον ύπνο του μια χορωδία να ψάλλει σαράντα φορές «Κύριε, ελέησον». Ένιωσε μια γαλήνη που δεν είχε ξανανιώσει ποτέ. Ήταν η φωνή που του θύμιζε πως ο Θεός τον είχε προστατεύσει τόσες φορές, από τα μικρά ατυχήματα μέχρι τις τολμηρές του περιπέτειες.
Ο μπάρμπα Γιάννης συνέχισε τη ζωή του με την ίδια τόλμη, αλλά με μια νέα σοφία. Δεν έχασε την ενέργεια και τη διάθεσή του να ζει σαν νέος, αλλά έμαθε να σέβεται τα όρια της φύσης. Οι γάτες και τα κοκόρια συνέχιζαν να τον κοιτάζουν με απορία καθώς σκαρφάλωνε, αλλά συνειδητά σεβόταν το μέτρο, χωρίς να χάνει το πνεύμα του.
Το μυστικό του, όπως το είχε πει σε ένα από τα σπάνια του ήρεμα απογεύματα: «Τα μυαλά του κόκορα είναι επικίνδυνα όταν δεν ξέρεις πώς να τα τιθασεύσεις. Όταν νιώθεις νέος, πρέπει να είσαι και σοφός. Να ξέρεις πότε να πηδήξεις και πότε να σταθείς.»
Και έτσι, με την ενέργεια ενός νέου και τη σοφία των χρόνων του, ο μπάρμπα Γιάννης συνέχισε να ζει γεμάτος ζωή. Κάθε μέρα ήταν μια νέα περιπέτεια, αλλά πλέον με λιγότερους τραυματισμούς και περισσότερη γαλήνη. Η γιαγιά τον κοιτούσε με χαμόγελο, ξέροντας ότι ο Θεός ήθελε να τον γειάνει, και ότι εκείνος, παρά τα μυαλά του κόκορα, είχε μάθει να ζει με σύνεση.
Και έτσι, στα βαθιά γεράματα, ο μπάρμπα Γιάννης συνέχιζε να είναι τολμηρός, ακούραστος και γεμάτος ζωή, αλλά με σεβασμό στην ίδια του τη ζωή. Ο δρόμος, τα κεραμίδια, τα κοκόρια και η αυλή ήταν ακόμα δικά του βασίλεια, αλλά με λιγότερο ρίσκο και περισσότερη σοφία.
Μπάρμπα Γιάννη, ήθελε ο Θεός να σε γειάνει, του έλεγαν γελώντας οι χωρικοί, μέχρι που πέταξε ειρηνικά , σαν σοφό πετεινάρι προς τον Κύριο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου