Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Ο κήπος της μητέρας μου

 


 


Μητέρα μου, 

στέκομαι πάλι στο κατώφλι σου και δεν τολμώ να μπω, σαν να φοβάμαι μήπως τα βήματά μου ταράξουν την ησυχία που άφησες πίσω σου. Κι όμως, όλα εδώ μιλούν για σένα, όλα σε φωνάζουν, κι εγώ μαζί τους — σαν να μην έφυγες ποτέ, σαν να είσαι κρυμμένη ανάμεσα σε φύλλα που θροΐζουν μυστικά  στα φυλλοκάρδια μου. 

Θυμάσαι, μητέρα, πώς άνοιγες την αυλόπορτα; Με εκείνο το ελαφρύ σπρώξιμο, σαν να μην ήθελες να ενοχλήσεις ούτε τον αέρα. Τώρα την ανοίγω εγώ, μα βαραίνει στα χέρια μου. Δεν είναι οι σιδεριές· είναι η απουσία σου χαραγμένη πάνω στο αμαράντινο στεφάνι σου.

Ο κήπος σου σε αναζητά. Ο βασιλικός σου ψήλωσε,  πού είσαι να τον  καμαρώσεις; Η μέντα, το θρούμπι, το φασκόμηλο και ο δυόσμος σκορπούν το άρωμά τους, μα δεν υπάρχει το φλιτζάνι σου...     Τα γεράνια σου στέκονται πεισματάρικα, σαν να περιμένουν το βλέμμα σου για να ανθίσουν. Κι εμένα μητέρα,  τα αδούλευτα χέρια μου δεν ξέρουν ακόμη τη δική σου προσευχή. Γιατί εσύ δεν φρόντιζες μόνο τα δέντρα και τα φυτά· τους μιλούσες, τα ευλογούσες και τους έδινες ζωή από μέσα σου.



                                                         Ροζ τριανταφυλλιά


Η βελούδινη φραγκοσυκιά σου,  στέκει ακόμα εκεί, υπερήφανη, σαν να κρατά τη μνήμη του πατέρα σου ζωντανή, όταν με αγάπη τη φύτεψε. Σαν να  ξέρει πως είμαι δικό σου παιδί με  καλησπέρισε. Οι καρποί της ωριμάζουν ήσυχα, χωρίς βιασύνη, όπως ωρίμαζε κι η αγάπη σου γι΄αυτή.

Οι ελιές σου γέρασαν, μα δεν λύγισαν. Γέρνουν η μια προς την άλλη, θυμούνται τα βάσανα  που  άφηνες στις ρίζες τους, χωρίς να ζητάς  απάντηση.


                                                    Μέντα κόντρα στον τοίχο

Κι εκείνα τα χόρτα, μάνα μου... . Τα αγριομάρουλα, τα ραδίκια, οι ζοχοί και οι πικραλίδες. Φέτος με ρώτησαν: γιατί; Πώς να πω στο χώμα πως το τίμιο χέρι που το ευλογούσε έφυγε;


                                                             Φυτό: Καπνιά

Αλήθεια, έφυγες; Γιατί, σε νιώθω εδώ. Στο θρόισμα των φύλλων, στο φως που πέφτει το δειλινό, στο άρωμα της αρμπαρόριζας που δεν λέει να σβήσει. Περνάς από δίπλα μου, δεν σε βλέπω, μα σε αναγνωρίζω στων πουλιών το  φτερούγισμα.

                                                              Φυτό: Νυχάκι

Δεν έφυγες ποτέ μητέρα.

Έγινες κήπος δροσερός κι ολάνθιστος.

Οι κάλες σου όρθωσαν κεφάλι , σαν να σε χαιρετούν το ηλιοβασίλεμα. Οι ίριδες άνοιξαν τα πέταλά τους, σε μάτια που τις αφουγκράζονται. Και τα τριαντάφυλλα, μάνα μου… κοκκινίζουν ακόμη από εκείνη τη ντροπή που τους έμαθες, σαν κορίτσια σε γιορτή.


                                                     Κόκκινη τριανταφυλλιά

  Σου μιλώ, μητέρα, κι ας μη σε βλέπω, όπως τότε που  σε έβρισκα εδώ, σκυμμένη στη  γη. Θυμάσαι;σήκωνες το κεφάλι, σκούπιζες τα χέρια σου στην παλιά ποδιά και με κοίταζες με εκείνο το βλέμμα που χωρούσε ολόκληρο το σύμπαν.

Πού να βρω τώρα τα στοργικά χέρια σου;

Σε ποια αγκαλιά  να ακουμπήσω τον πόνο μου;

Ο κήπος σου με αγκαλιάζει με χαρμολύπη. Δεν έχει τη φωνή σου, δεν έχει το χάδι σου. Έχει όμως κάτι από σένα — διπλή  υπομονή, έναν κάκτο του χειμώνα και μια πορτουλακαρία, δυό χείλη της σιωπής γεμάτα νόημα.


                                                 Θρούμπι, γεράνι, φασκόμηλο

Σήμερα έσκυψα και φύτεψα . Το έκανα για σένα.Κάθε ρίζα που μπαίνει στον κήπο σου, είναι τρανή της παρουσίας σου υπόσχεση .

Άλλα χέρια τώρα. Δικά σου γεννήματα, όπως έλεγες. Μα φοβάμαι, μητέρα. Φοβάμαι μην δεν είμαι αντάξια.... Μην δεν μπορέσω να κρατήσω τον κήπο σου, όπως με κράτησες εσύ για μια ζωή .


                                                           Ανθισμένη Ροδιά

 

 Δώσε μου ένα σημάδι πάνω στην ανθισμένη σου ροδιά.

Ένα αεράκι, ένα θρόισμα, ένα άρωμα , ένα της ελπίδας σου  κάλεσμα.

Όταν είσαι εδώ, όλα αντέχονται. Η απουσία σου γίνεται παρουσία και το δάκρυ μου καρπός ευγνωμοσύνης προς τον Κύριο.

                                       Ροζ τριανταφυλλιά με φόντο τον Ταΰγετο


Ο ήλιος βασιλεύει. Φως ιλαρόν λαμπρύνει τον κήπο σου. Και για μια στιγμή, σε βλέπω. Στέκεσαι ανάμεσα στης γης και τ΄ ουρανού τα ανθίσματα, με εκείνο της πίστης σου το ήσυχο χαμόγελο.

Μη φεύγεις.

Μείνε λίγο ακόμα σαν άρωμα, σαν ανάμνηση, σαν προσευχή εσπερινή.

Αγαπημένη μου μητέρα,

ο κήπος σου ζει, κι εσύ τον καταρτίζεις με Θεού αγάπη μέσα μου.

Θερμές ευχαριστίες στις Βαλυραίες κυρίες Βασιλική και Μαρία Φ. Ηλιοπούλου για το πλούσιο φωτογραφικό υλικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: