Μπρούτζινο κολιέ των πρώτων αποίκων (pilgrims) της Αμερικής. Φωτο:Ε.Η.Κοντοπούλου
Τη δεκαετία του 1960, η Βαλύρα ήταν γεμάτη από λογής λογής faux bijoux, ψεύτικα κοσμήματα, τα οποία μας έφερναν ως δώρα από το εξωτερικό οι θείοι και οι θείες μας. Συνήθως οι συγγενείς μας, μεταξύ των άλλων δώρων, όπως υφάσματα, ρούχα, γενικώς αξεσουάρ ένδυσης και υπόδησης, παιχνίδια, παραμύθια, μάς έφερναν και πολλά βραχιόλια, καρφίτσες για το πέτο, κολιέ, μενταγιόν, στέκες , κοκαλάκια και πιαστράκια για τα μαλλιά, και ό,τι τέλος πάντων εκείνοι θεωρούσαν ότι θα μας κάνει χαρούμενους. Όταν νοσταλγούσαν τους δικούς τους και το χωριό τους, εκεί μακριά στη ξενιτιά, έστελναν κανένα δέμα που μέσα σε όλα τα άλλα περιλάμβανε και τα κολιεδάκια της χρονιάς, τα τελευταία μοντέλα που κυκλοφορούσαν στην Ευρώπη και στην Αμερική.
Όταν επισκέπτονταν το καλοκαίρι το χωριό, τους έπιανε ,παράλληλα με την έντονη συναισθηματική τους φόρτιση, και η επιθυμία να επιστρέψουν στη μακρινή νέα τους πατρίδα με κάτι που δεν θα το φθείρει ο χρόνος, γι΄ αυτό αγόραζαν με τις οικονομίες τους καλά χρυσά Ελληνικά κοσμήματα, όπως σκαλιστούς σταυρούς και ταυτότητες με εγχάρακτο το όνομά τους, τα οποία ήταν δώρο ζωής, γλυκιά ανάμνηση της νιότης τους, από το όμορφο ταξίδι τους στα άγια μέρη της γενέτειράς τους. Το νέο δώρο προς τον εαυτό τους, που έλαμπε κάτω από τον φωτεινό Ελληνικό ουρανό, καθιστούσε υποδεέστερα τα faux bijoux πλέον στα μάτια τους, τα οποία σχεδόν άδειαζαν στα συγγενικά τους σπίτια, πριν πάρουν τον πικρό δρόμο του αποχωρισμού.
Τα faux bijoux ήταν τόσο πολλά στη Βαλύρα , που δεν χωρούσαν μέσα στα σπίτια. Θυμάμαι, η μητέρα μου τα είχε τακτοποιήσει μέσα σε μία βαλίτσα στο κατώγι και τα άνοιγε δυο φορές τον χρόνο, την 25η Μαρτίου, μήπως και θέλαμε να συνδυάσουμε κάτι με τη στολή της “Αμαλίας” εμείς και οι φίλες μας, και στις αποκριές, όταν συνήθως ντυνόμασταν με τις γειτονοπούλες και τις συμμαθήτριές μας “κυρίες” και κόβαμε βόλτες στις γειτονιές του Μπιζανίου.
Υπήρχαν βέβαια ανάμεσα σε αυτά τα κοσμήματα και ένα δύο που μας άρεσαν ιδιαίτερα κατά την παιδική ηλικία, και τα φορούσαμε στην ονομαστική μας εορτή, στα γενέθλια μας, στην εορτή των γονιών και των παππούδων μας, τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, στο πανηγύρι της Αγίας Τριάδος, στους γάμους, στις βαπτίσεις και όταν πηγαίναμε επίσκεψη για να χαιρετίσουμε ή να συγχαρούμε κάποιον συγγενή ή φίλο μας.
Το κολιέ της Ευγενίας , (με τρεις σειρές Ιταλικό μουράνο) , το 1960
Τα πρώτα κοσμήματα που άρεσαν στη μικρή, τριών ετών Φούλη, στο Μπιζάνι το 1961, ήταν τα σκουλαρίκια της θείας της από την Ελβετία, που είχαν κλιπ πίσω . Της ζήτησε να τις τα φορέσει. Μετά όμως δεν ήθελε να τα αποχωριστεί. Γι΄ αυτό εκείνη της τα αφαίρεσε ξαφνικά και της είπε ότι τα άρπαξε ο γάτος της γειτόνισσας. Για μια εβδομάδα φώναζε η καημένη τον γάτο να έλθει και να φέρει πίσω τα σκουλαρίκια της!
Οι δίδυμες, Βάσω και Μαρία, είχαν κι εκείνες πολλά κολιέ που τους είχε φέρει ως δώρο ο ξάδελφός τους Γιώργος από την Αμερική. Ο θείος τους Παρασκευάς εργαζόταν στην Αμερική σε ένα εργοστάσιο κατασκευής κοσμημάτων, και τι δεν τους κουβαλούσε όταν επισκεπτόταν το χωριό στις διακοπές του. Οι νεαρές κράτησαν αυτά που τους άρεσαν περισσότερο και τα υπόλοιπα τα δώρισαν σε άλλες κοπέλες στο χωριό. Ακόμη έχουν φυλάξει ορισμένα και αναπολούν εκείνες τις όμορφες στιγμές , στην παιδική τους ηλικία, που ήλθε ο καλός τους συγγενής από την Αμερική.
Την Πασχαλιά του 1964, σε ηλικία έξι ετών, είχα ένα μεγάλο πρόβλημα. Δεν ήξερα πιο βραχιόλι να πρωτοφορέσω το βράδυ της Ανάστασης, γιατί τόσο της θείας μου Καλλιόπης ,όσο και της θείας μου Πότας, που μου τα είχαν φέρει από τη Ζυρίχη το προηγούμενο καλοκαίρι, ήταν πολύ ωραία. Γι΄ αυτό φόρεσα ένα στο αριστερό χέρι και ένα στο δεξί.
Όταν με είδε ο Μπαρμπαλιάς, έριξε βροντές και αστραπές!
-Σαν πολλά δεν φοράς; με παρατήρησε βροντόφωνα. Από πού ξεσήκωσες αυτή τη μόδα; από τις γύφτισσες; Βλέπεις τη μητέρα σου να φορεί τίποτα στα χέρια της;
Κοκκίνισα από τη ντροπή μου και πήγα και τα αφαίρεσα αμέσως.
-Έτσι μπράβο , είπε, και με χάιδεψε πάνω στο κεφάλι. Να είσαι σοβαρή και σεμνή, κοπέλα του Χριστού!
Έκτοτε, πήγαινα μόνο με τον βαπτιστικό σταυρό μου στην εκκλησία.
Στο πανηγύρι όμως της Βαλύρας, με εξαίρεση τις γιαγιάδες που δεν αποχωρίζονταν το μαύρο τους τσεμπέρι, οι μητέρες μας φορούσαν το καλό τους φόρεμα και το ασορτί κολιέ , δώρο από τους στενούς συγγενείς τους , που ήταν μετανάστες στο εξωτερικό.
Μέσα στη λουλουδένια παιδική μου κοσμηματοθήκη, βρήκα ένα κολιέ με ασορτί σκουλαρίκια από τη Βοστόνη. Τα δώρισε η αδελφή του πατέρα μου, η θεία Μαρία , στη μητέρα μου Ευγενία για να την ευχαριστήσει φεύγοντας, για όλη την φροντίδα και την αγάπη που της έδειξε και πέρασε όμορφα μαζί μας , ένα αξέχαστο καλοκαίρι στη Βαλύρα , στα παιδικά μου χρόνια. Η αγαθή και τρισευλογημένη θεία, η οποία ήταν ανάπηρη λόγω εγκεφαλικού, έφυγε από τη ζωή πριν από είκοσι χρόνια, σ΄ ένα ίδρυμα έξω από τη Βοστόνη. Τη νύχτα που έβγαινε η ψυχή της, ήρθε στον ύπνο μου και μου φόρεσε ένα ασημένιο βραχιόλι με άσπρες και πράσινες πέτρες στο δεξί χέρι. Το πρωί έμαθα ότι εξεδήμησε εις Κύριον. Κρατώ το κολιέ της και θυμάμαι την μητέρα μου και εκείνη νέες, γεμάτες ζωή, μέσα στο γέλιο και στη χαρά , να λάμπει στο φως το αψεγάδιαστο πρόσωπό τους.
Μια φορά, ανοίξαμε με τις αδελφές μου τη βαλίτσα στο κατώγι και πήραμε αρκετά κολιέ που δεν μας άρεσαν ιδιαίτερα. Με τις χάντρες τους κεντήσαμε , με ανάλογο σχέδιο , ένα λαμπατέρ για το δωμάτιο μας. Κάποιες άλλες χάντρες τις κολλήσαμε πάνω σε μεταλλικό δίσκο με κόλα για πλακάκια και στη συνέχεια τις καλύψαμε με γύψο. Όταν στέγνωσε ο γύψος και τον τρίψαμε, είχαμε φτιάξει έναν ωραίο μωσαϊκό δίσκο για διακόσμηση. Το ίδιο κάναμε με τις μικρές γλάστρες του εσωτερικού χώρου.
Άρεσε η ιδέα και στις φίλες μας, γι΄ αυτό τους δωρίζαμε τακτικά χαντρούλες για τα δικά τους δημιουργήματα.
Βρήκα ένα ανθάκι που είχα φτιάξει με χάντρες από τα Αμερικάνικα κολιέ και το είχα στολίσει με κορδέλες πάνω στη Πασχαλιάτικη λαμπάδα μου. Μέχρι κι ένα σεμεδάκι είχαμε κεντήσει με σκουρόχρωμες χαντρούλες.
Πάντως, η κυρία Τασία, η μοδίστρα του χωριού, προτιμούσε να διακοσμεί τις χάντρες, από τα κολιέ που δεν θέλαμε, στην παρυφή στην τραχηλιά, ή στα μανίκια στα πουκάμισα και στα φορέματα, στα τελευταία μοντελάκια της εποχής που έραβε, για τις κυρίες του χωριού και τις μικρές δεσποινίδες της Βαλύρας. Θυμάμαι μία γειτόνισσα στο Μπιζάνι, που έσπασε ένα ψευτομαργαριταρένιο κολιέ με τρεις σειρές και κέντησε το πέπλο της κόρης της, η οποία παντρεύτηκε το 1964.
Ερεθίσματα για μοναδικές αναμνήσεις ήταν και είναι τα κολιεδάκια από την Ευρώπη, την Αμερική, τον Καναδά , την Αυστραλία, την Ασία, αλλά και τη Νότια Αφρική , από τους αγαπημένους και αλησμόνητους συγγενείς μας, άξια γεννήματα της Βαλύρας και καταξιωμένους μετανάστες, σε πολλές χώρες του κόσμου.
Καλή και ευλογημένη Ανάσταση σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.
Ο Θεός μαζί σας!
Ευθυμία Η. Κοντοπούλου
11/4/2022
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου