Κυριακή 3 Απριλίου 2022

Ο ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΑΛΟΠΟΥΛΕΣ ΤΟΥ

 


                             Σαν τα "γαλιά" του Θοδωρή. Φωτο: gazeta Express

Τόσο στην προ, όσο και στη μεταπολεμική Βαλύρα, η παιδική εργασία ήταν αυστηρά μέσα στο πρόγραμμα της καθημερινότητας. Τα παιδιά, μετά το σχολείο, επίσης τα Σαββατοκύριακα και στις διακοπές, εργάζονταν σκληρά και προσέφεραν εργασία στους αγρούς, στο σπίτι, αλλά και στα καταστήματα ή σε άλλη οικογενειακή επιχείρηση των γονιών τους. Πολλά διαβάζουμε, με αναλυτική περιγραφή ,στο ιστορικό αρχείο του καθηγητή Ιωάννη Δ. Λύρα, για το πώς τα παιδιά εξασφάλιζαν το χαρτζιλίκι τους ψαρεύοντας στο ποτάμι, μαζεύοντας μανουσάκια στον κάμπο, κάνοντας διάφορα θελήματα, και άλλα πολλά και θαυμαστά. Κάθε γενιά έχει να επιδείξει τις αξιέπαινες συμπεριφορές των παιδιών της.

Κάποιες από τις εργασίες των μικρών Βαλυραίων έχουν μείνει αλησμόνητες. Μάτωναν τα τρυφερά παιδικά χέρια μαζεύοντας ελιές, σκυμμένα μικρά παιδάκια ,για ατέλειωτες ώρες, στο υγρό και κρύο χώμα στους ελαιώνες του χωριού, ή γονατισμένα στα αλώνια, έκθετα στον ήλιο που τα ζεματούσε κατακέφαλα, και οι μέλισσες τα τσιμπούσαν, καθώς άπλωναν και στη συνέχεια ξεκοτσάλιζαν και καθάριζαν τη σταφίδα, τη σοδειά της χρονιάς. Βοηθούσαν τα αγόρια στις οικογενειακές οικοδομές και στις περισσότερες ανδρικές δουλειές του σπιτιού, και αντίστοιχα τα κορίτσια μοιράζονταν με τις μητέρες τους τις οικιακές εργασίες, σε καθημερινή βάση.

Μερικές φορές, εργάζονταν στις διακοπές τόσο σκληρά, ώστε δεν έβλεπαν την ώρα ν΄ ανοίξει πάλι το σχολείο, για να ξεκουραστούν διαβάζοντας. Οι γονείς είχαν μία πάγια τακτική που έλεγε ότι “για να ζήσετε, πρέπει να σκληραγωγηθείτε εργαζόμενοι” και “ο διάβολος φωλιάζει στην άνεργη ψυχή”. Γι΄ αυτό φρόντιζαν να μη τεμπελιάζουν οι μαθητές και η κούραση ν΄ αφήνει ανεξίτηλες μνήμες πάνω στο παιδικό κορμί τους. Ήταν μέρος της μύησης στις δυσκολίες της ζωής, που αναμένονταν να έλθουν, και έπρεπε να τους βρουν κατάλληλα προετοιμασμένους κατά την ενηλικίωση.

Τούτη την ιστορία που θα σας διηγηθώ, μου τη θύμισε ο καθηγητής μας Ιωάννης Λύρας, όταν μου έστειλε μία παλιά φωτογραφία , τραβηγμένη στην πλατεία της Βαλύρας, στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Το καλοκαίρι του σωτηρίου έτους 1969, συναντήθηκαν στον φούρνο του  Σαράντου Λαμπρόπουλου, ο πατέρας μου , με τον Διευθυντή του Δημοτικού Σχολείου της Βαλύρας, τον κύριο Χρήστο.

-Χρειάζομαι επειγόντως μία πινακίδα για  τον φούρνο Ηλία, είπε ο κυρ Σαράντος. Μου έκανε παρατήρηση ο αστυνόμος και πρέπει να την τοποθετήσω το συντομότερο.

-Σαράντο μου, μπορώ να σου κόψω μία λαμαρίνα, να την τροχίσω και να τη βάψω λευκή. Αλλά να καθίσω να τη σχεδιάσω και να γράψω επάνω, δεν έχω καθόλου χρόνο· έχω πολλή δουλειά στο μαγαζί.

-Δεν χρειάζεται να τη σχεδιάσεις εσύ Ηλία, είπε ο κύριος Χρήστος. Η κόρη σου μια χαρά μπορεί να τα καταφέρει. Είναι πολύ καλή στην ορθογραφία και στην καλλιγραφία, μετράει καλύτερα κι από σένα και ζωγραφίζει πολύ καλά.

-Κι αν χαλάσει την πινακίδα το παιδί, άντε να τη ξεβάφω και πάλι από την αρχή, είπε ο πατέρας μου σκεφτικός.

-Σου λέω ότι μπορεί κάλλιστα να τα καταφέρει. Αν δεν τα καταφέρει , θα πληρώσω εγώ τη ζημιά που την υπερτίμησα, είπε χαμογελώντας ο διευθυντής του σχολείου μας.  Επίσης, είναι προς όφελος των παιδιών, τώρα που βρίσκονται σε καλοκαιρινές διακοπές, να απασχολούνται σε δημιουργικές εργασίες, συμπλήρωσε ο κύριος Χρήστος.


                    Η πλατεία της Βαλύρας, στις αρχέ; του 1970.Φωτο: καθ.Ι.Δ.Λύρας

Ο Μπαρμπαλιάς πείστηκε και ανέλαβε την κατασκευή της πινακίδας. Τη μεθεπόμενη ημέρα το πρωί, όταν ήταν έτοιμη η λαμαρίνα και είχε στεγνώσει η άσπρη λαδομπογιά, μου έδωσε το μολύβι και τον χάρακά του , κι αφού στήσαμε ένα χαμηλό ξύλινο τραπέζι στον τοίχο δεξιά, έξω από το μαγαζί στη Δημοσιά, κάθισα στο σκαμνάκι μου και άρχισα να μετράω και να σχεδιάζω τα κεφαλαία γράμματα της πινακίδας ¨ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟΝ Σ.  ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ”. Μετά το μεσημεριανό κολατσιό , επικεντρώθηκα στο γέμισμα των γραμμάτων με μπλε σκούρα λαδομπογιά, όπως είχε ζητήσει ο κυρ Σαράντος και στο ιδίου χρώματος περίγραμμα, στην παρυφή της πινακίδας.

Προτού δύσει ο ήλιος, κι ενώ ήμουν επί το έργον, σχεδόν στα τελειώματα, ξάφνου ένας όμιλος από καμιά δεκαριά γαλοπούλες ξεπρόβαλε στο δρόμο από τον Αη Γιώργη προς τη Δημοσιά , σε αρμονική διάταξη, με την πιο μεγάλη και εντυπωσιακή εξ αυτών, “ως αρχηγό” μπροστά, και τις άλλες πίσω να πορεύονται καμαρωτές σε δυάδες, σαν στολισμένες Σουλιώτισσες σε εθνική παρέλαση. 

Με κορδωμένο τον φουσκωτό λαιμό τους και τα φτερά τους ανοιγμένα διάπλατα, αναδείκνυαν τον μοναδικό διάκοσμο της στολής τους, που τους χάρισε γενναιόδωρα ο Ύψιστος. Αλλά η μεγαλύτερη έκπληξη ήταν ο εκπαιδευτής τους, που δεν ήταν άλλος από τον προκομμένο   συμμαθητή μου τον  Θοδωρή. Έμεινα ενεά, αποσβολωμένη, με το πινέλο στο χέρι να στάζει πάνω στη ποδιά εργασίας, που μου είχε φορέσει ο Μπαρμπαλιάς, για να μην έχω κανένα ατύχημα.


                          Σαν την αρχηγό στα γαλιά του Θοδωρή.Φωτο:facebook

Ήμασταν τότε έντεκα ετών. Ο Θοδωρής ήταν ψηλός , και έδειχνε αρκετά μεγαλύτερος, όχι μόνο λόγω του σωματικού, αλλά και του πνευματικού του αναστήματος. Ήταν άριστος μαθητής στο σχολείο, πολύ πειθαρχημένος, υπεύθυνος , αρκετά κοινωνικός, και πρωταθλητής στις γυμναστικές επιδείξεις. Αν και είχε μεγάλη  έφεση προς τις θετικές επιστήμες, τα κατάφερνε άριστα και με τα φιλολογικά μαθήματα. Περισσότερο όμως απ΄ όλα ήταν ένα υπάκουο παιδί στους γονείς του, συναισθανόταν την ανάγκη του άλλου, γι΄ αυτό ήταν και το καμάρι της οικογένειας του, όπως άλλωστε και η υπέροχη, κατά τρία χρόνια μεγαλύτερη αδελφή του, η Αγλαϊα.

Όταν η μητέρα τού Θοδωρή έψηνε γαλοπούλα τα Χριστούγεννα, μοσχομύριζε όλη η γειτονιά. Άρεσε η εκτροφή των γαλιών, όπως τα ονομάζουμε στη Βαλύρα ,στους γονείς του Θοδωρή, γι΄ αυτό ο πατέρας του τον έστελνε συχνά να πάει να τα βοσκήσει.

Ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που πέτυχα τον Θοδωρή να επιστρέφει με τις γαλοπούλες στο σπίτι του, πάνω στον Δημόσιο δρόμο , και έμεινε στη μνήμη μου εγχάρακτος ο τρόπος που επέβαλε επιτυχώς πειθαρχία και τάξη στις μικρές του μαθήτριες.

Ακολουθούσε τα γαλιά από πίσω , για να έχει καλό οπτικό πεδίο παρακολούθησης , ώστε να μη του ξεφύγει  κανένα. Είχε δε κι ένα σκαλιστό ραβδί, ίσο με το μπόι του, και όποια γαλοπούλα είχε τη φαεινή ιδέα να λοξοδρομήσει, αμέσως προσγειωνόταν το ραβδί τού κύρους του μέγα διδασκάλου στην αριστερή πλευρά της , και την  επανέφερε σιωπηλά και επιβλητικά στην τάξη.

Εν δυο -εν δυο έδινε τον ρυθμό ο Θοδωρής με το ραβδί του, οι δε μαθήτριες ήταν τόσο προσεκτικές, ώστε δεν έχαναν το βήμα τους με τίποτα. Η πρώτη γαλοπούλα, “η αρχηγός”, δεν γύριζε προς τα πίσω, αλλά συντονιζόταν με τη συχνότητα της φωνής του Θοδωρή και κρατούσε σταθερά την ιδανική απόσταση από τις άλλες πίσω της. Ο έξυπνος Θοδωρής, για να προσανατολίζονται καλύτερα τα γαλιά στη διαδρομή στο δημόσιο δρόμο και να μη τα πατήσει κανένα αυτοκίνητο, τα οδηγούσε  προς το πεζοδρόμιο δεξιά τους . Το μάτι του συνελάμβανε τάχιστα κάθε κίνηση των πανέμορφων πουλερικών του, ήταν δε τόσο προσηλωμένος στο έργο του, λες και έλυνε πολύπλοκο πρόβλημα σε τελικό διαγώνισμα και επέμενε με κάθε τρόπο να αριστεύσει .

Το αποτέλεσμα ήταν εξαίσιο! Τα τυχερά ζωντανά, με τέτοιο καταπληκτικό δάσκαλο, είχαν εγκαταλείψει το βασίλειο των ζώων και είχαν ανέλθει στον κόσμο των ανθρώπων, των δραστήριων Βαλυραίων εκείνης της αξέχαστης εποχής.

Είναι κάποια παιδιά, που η λέξη “προκοπή” είναι βαθιά χαραγμένη στο μέτωπό τους, από τα γεννοφάσκια τους. Τέτοιο παιδί ήταν και είναι ο συμμαθητής μου ο Θοδωρής, όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει.

Μόλις τελείωσα τη πινακίδα και περίμενα να με συγχαρεί ο μάστορας , ο οποίος με εμπιστεύθηκε και  μου ανέθεσε το σπουδαίο για μένα σ΄ εκείνη την ηλικία έργο, έλαβα 50 δραχμές χαρτζιλίκι για τον κόπο μου , αλλά και μια κατσάδα, από τη γη έως τον ουρανό. Την πινακίδα την έκανα σωστά μεν, αλλά είχα μεγάλο πρόβλημα, κατά τον εργοδότη μου δε, γιατί με έπιασε να παρατηρώ κρυφά τον συμμαθητή μου τον Θοδωρή και αυτό δεν ήταν προς τιμήν ενός “ηθικού κοριτσιού” που “ήθελε να έχει αξία”!

-Δεν κοίταζα τον Θοδωρή, διαμαρτυρήθηκα.

-Με κοροϊδεύεις; τότε τι κοίταζες; τα γαλιά; μου έκανε παρατήρηση με έναν υποτιμητικό μορφασμό ο αυστηρός Μπαρμπαλιάς.

-Τα γαλιά κοιτούσα, τα γαλιά, που δεν είναι ακριβώς γαλιά, αλλά είναι σαν άνθρωποι, απάντησα, και βύθισα τον πατέρα μου σε  υποψίες, αν όντως έχω “σώας τας φρένας μου”.

-Δηλαδή, τον Θοδωρή δεν τον κοιτούσες! επανέλαβε εκείνος.

-Όχι! Όχι! Ο Θοδωρής είναι άνθρωπος, απάντησα.

Εκεί ήταν που ο Μπαρμπαλιάς μπερδεύτηκε κυριολεκτικά μαζί μου! Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, μουρμούρησε, και με απέλυσε, για να πάω στο σπίτι να πλυθώ και να ηρεμήσω.

Τόσο πολύ μεγάλη εντύπωση μου έκανε το υπερθέαμα του Θοδωρή, που είδα κάποια από τις επόμενες νύχτες τα γαλιά στον ύπνο μου, να κάνουν άλματα σε γυμναστικές επιδείξεις.

Η Μαίρη, μερικά χρόνια μεγαλύτερη μου, στη γειτονιά μας στο Μπιζάνι, είχε έναν ονειροκρίτη.

Όταν ένα απόγευμα κάθισε στο πλατύσκαλο , στην αυλή του σπιτιού μας για να μου κάνει παρέα, της ζήτησα να μου πει τι λέει το βιβλίο της για τα γαλιά όταν πετούν. Έφερε τον ονειροκρίτη της και διαβάσαμε το ακόλουθο:

Σύμβολο μεγάλης αφθονίας και των Χριστουγέννων είναι η γαλοπούλα. Αν τη βλέπουμε να πετάει, μεγάλη άνοδο συμβολίζει και απόκτηση θέσης κύρους.

Αν όμως την κυνηγάμε ή την πυροβολούμε, τότε αυτά που θα πετύχουμε θα τα αποκτήσουμε με ύπουλα μέσα. Αν την βλέπουμε άρρωστη, τότε σημαίνει ότι είμαστε ψωροπερήφανοι και θα ταπεινωθούμε σύντομα. Η γαλοπούλα είναι ηλιακό και ευλογημένο πουλί”.

-Κατάλαβα! της απάντησα. Ο Θοδωρής , που είναι σεμνός και υπάκουος στους γονείς του, πολύ μεγάλη άνοδο θα έχει στη ζωή του , με έντιμο τρόπο. Αυτό σημαίνει τ΄ όνειρο με τα γαλιά του, που πετούσαν στον ύπνο μου!

Ο Θεός να χαρίζει στον συμμαθητή μου Θοδωρή υγεία, και να φωτίζει τον δρόμο του.

Ο Θεός μαζί σας!

Ευθυμία Η. Κοντοπούλου

3/4/2022



Δεν υπάρχουν σχόλια: