Ήταν δύο δίδυμα, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, ο Βασιλάκης και η Ανθούλα. Από τη στιγμή που γεννήθηκαν, οι παππούδες τους έλεγαν πως είχαν “συμφωνήσει με τον Θεό” να έρθουν στον κόσμο τη δεκαετία του 1960, όχι για να ησυχάσουν τους γονείς τους, αλλά για να τους ταράζουν, να τους ξυπνούν από τη ρουτίνα και να δοκιμάζουν την υπομονή τους. Κανείς δεν ήξερε αν αυτό ήταν αλήθεια ή απλώς μια παρηγοριά για το χάος που δημιουργούσαν άθελά τους, όμως όλοι συμφωνούσαν σε ένα πράγμα: τα παιδιά αυτά δεν ήταν εκ του κόσμου τούτου. Δεν είχαν κακία. Αντίθετα, είχαν μια περίεργη καθαρότητα πρόθεσης. Ήθελαν πάντα να “βοηθήσουν”, να “διορθώσουν”, να “δοκιμάσουν”. Μόνο που το αποτέλεσμα έμοιαζε συχνά με απίστευτη καταστροφή.
Τα παιδιά κοιτάχτηκαν. Ένιωσαν ότι είχαν αποστολή. Μέσα σε λίγα λεπτά, άνοιξαν πολλά συρτάρια του σπιτιού, τα δικά τους, αλλά και όσα βρήκαν ξεκλείδωτα, και άδειασαν το περιεχόμενό τους στον δρόμο. Χαρτιά, κορδέλες, μικροαντικείμενα, ακόμα και ραπτικά της μητέρας τους σκορπίστηκαν αβίαστα, πάντα με καλή πρόθεση . Οι γείτονες έμειναν άφωνοι, η δε μητέρα τους κάθισε γιατί από το θέαμα έχασε τη μιλιά της.
Μια μέρα ένα κοριτσάκι της γειτονιάς είχε λερωθεί ενώ έπαιζε και έκλαιγε ντροπιασμένο. Ο Βασιλάκης, βλέποντάς το, αποφάσισε πως έπρεπε να “διορθώσει την κατάσταση”. Με τη βοήθεια της Ανθούλας, της έβγαλαν το λερωμένο ρούχο. Ύστερα η Ανθούλα κατέβασε και της φόρεσε το δικό της. Το άλλο το άφησαν, χωρίς δεύτερη σκέψη, στη μέση του δρόμου, γιατί πολύ το σιχαίνονταν, αλλά ούτε πειράξε ιδιαίτερα που η Ανθούλα επέστρεψε στο σπίτι ξεβράκωτη.
Στα έξι τους, ο πατέρας τους, σκληρά εργαζόμενος άνθρωπος, προσπαθούσε να φροντίσει τον μικρό κήπο της οικογένειας. Το μεσημέρι που ξάπλωσε, τα παιδιά, με ενθουσιασμό, πήραν τα εργαλεία του και πειραματίστηκαν ελεύθερα. Σκάβοντας όπου έβρισκαν, ξερίζωσαν τα μισά φυτά, και στο τέλος ο κήπος έμοιαζε με πεδίο μάχης ασύλληπτης.
Όταν η μητέρα τους είπε πως χρειάζεται ένα μικρό καρεκλάκι για την κουζίνα, εκείνα το πήραν ως πρόκληση. Στα οκτώ τους, με ένα πριόνι που βρήκαν στην αποθήκη, έκοψαν τα πόδια μιας ξύλινης καρέκλας για να τη “διορθώσουν” στο ύψος που θεώρησαν σωστό. Το αποτέλεσμα ήταν να μην βλέπεται.
Σε μια άλλη περίσταση, ο Βασιλάκης έκανε δημοσίως πρόταση γάμου στη θεία του, ενώ η Ανθούλα παράλληλα στον νονό της, αφήνοντας να εννοηθεί στους συμμετέχοντες ότι “ το θέμα της οικογενειακής τους αποκατάστασης καλύφθηκε”.
Όταν μια φίλη τους δεν ήθελε να παίξει μαζί τους και τους είπε ότι παίζει στο πιάνο Μότσαρντ, την αποκάλεσαν “Μοτσαρέλα” . Όταν μετά από μία ώρα την ξαναρώτησαν και εκείνη απάντησε πως μελετά Μπετόβεν, την είπαν “Μπετονιέρα” . Δεν υπήρχε κακή πρόθεση, μόνο μια παιδική, αδέξια λογική που μετέτρεπε τα πάντα σε παιχνίδι λέξεων χωρίς όρια.
Όταν έμαθαν στο σχολείο πως δεν πρέπει να κακοποιούμε τα ζώα, άνοιξαν το κοτέτσι και άφησαν τις κότες ελεύθερες “για να ζήσουν καλύτερα”. Και για να είναι σωστοί μαθητές, κοτόπουλο, αφού πέρασε πολύ καιρός και ξεχάστηκαν , μόνο τότε ξαναέφαγαν.
Ο πατέρας τους είχε κάποτε στομαχικές ενοχλήσεις. Εκείνα έστυψαν τρία λεμόνια, πρόσθεσαν μια κουταλιά ζάχαρη και του το πήγαν με περηφάνια, σαν να είχαν εφεύρει σπουδαίο φάρμακο.
Υπήρχαν και στιγμές τρυφερότητας μέσα στο χάος. Όπως ο Βασιλάκης να γυρίζει στο καταχείμωνο χωρίς παλτό γιατί το χρειαζόταν ο φίλος του και η Ανθούλα χωρίς κασετίνα με μολύβια γιατί άρεσε πολύ στη φίλη της και έκλαιγε που δεν είχε ίδια. Η αυθόρμητη αλληλεγγύη τους μέτρο δεν είχε.
Μια φορά, αποφάσισαν να μαγειρέψουν για τη μητέρα τους που είχε κουραστεί πολύ. Έφτιαξαν μακαρόνια βραστά, όρθια μέσα στην κατσαρόλα, και τα περιέχυσαν με σάλτσα ντομάτας σαν να έκαναν τελετουργία. Η μητέρα τα κοίταξε και δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να κλάψει.Κι όμως, για χάρη τους είπε ότι τα έφαγε.
Με τα χρόνια, κάτι άρχισε να αλλάζει. Οι γονείς, αντί να φωνάζουν, άρχισαν με υπομονή να εξηγούν. Οι παππούδες να διηγούνται, όχι μόνο να διορθώνουν. Οι δάσκαλοι να δείχνουν τις συνέπειες, όχι μόνο τους κανόνες. Τα παιδιά άρχισαν σιγά σιγά να καταλαβαίνουν ότι ο κόσμος δεν είναι μόνο πρόθεση, αλλά και αποτέλεσμα. Ότι η καλή καρδιά χρειάζεται καθοδήγηση για να μη χαθεί σε λάθος δρόμους.
Και τότε, όπως συμβαίνει συχνά με τα παιδιά που μεγαλώνουν, η ένταση υποχώρησε. Ο Βασιλάκης και η Ανθούλα έγιναν πιο ήρεμοι, πιο προσεκτικοί. Έμαθαν να σκέφτονται πριν δράσουν, να ρωτούν πριν “διορθώσουν”. Τα παιδιά συχνά έφερναν στη μνήμη τους τα παλιά τους κατορθώματα και ντρέπονταν.
Όταν μεγάλωσαν και έφυγαν για σπουδές από το σπίτι, όλοι ένιωσαν ένα παράξενο κενό. Οι γονείς, οι παππούδες, ακόμη και οι γείτονες, συνειδητοποίησαν ότι τους έλειπαν εκείνες οι απρόβλεπτες στιγμές. Η ζωή είχε γίνει πιο ήσυχη, αλλά και πιο βαρετή.
Κάποτε, σε μια οικογενειακή συγκέντρωση, τα δύο αδέλφια, θυμήθηκαν τα παιδικά τους χρόνια. Άρχισαν να λένε ιστορίες, να γελούν με τα “κατορθώματά” τους. Τότε, για πρώτη φορά, ένιωσαν ένα ελαφρύ κάψιμο ενήλικης ντροπής. Όχι γιατί ήταν κακοί — ποτέ δεν ήταν — αλλά γιατί κατάλαβαν πόσο άτσαλα και απερίσκεπτα είχαν αγγίξει στα τρυφερά τους χρόνια τον κόσμο.
Κι εκεί, ανάμεσα στα γέλια και τις σιωπές, γεννήθηκε η αληθινή τους ωρίμανση. Δεν ήταν πια τα παιδιά που πειραματίζονταν χωρίς όρια. Ήταν άνθρωποι που έμαθαν ότι η καλή πρόθεση χρειάζεται σοφία για να αποδόσει σωστό έργο.
Τα παιδιά που κάποτε έφερναν χάος, ήταν τελικά εκείνα που έμαθαν στους μεγάλους τι σημαίνει να γαλουχείς με υπομονή και σωστή καθοδήγηση τα γεννήματά σου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου