Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

«Πες μου, ποιον θα παντρευτείς;»

 

                                                  Φωτογραφίες: Pinterest



Ο Δημήτρης Κατσίρης ήταν μοναχογιός. Γεννήθηκε το 1918, είκοσι δύο χρόνια πριν από τον πόλεμο του ’40, και μεγάλωσε στο μικρό πατρικό του σπίτι στη Βαλύρα, εκεί όπου στεγαζόταν το παλιό σιδηρουργείο του αείμνηστου Μπαρμπαλιά, στον δημόσιο δρόμο προς τη Μεσσήνη. Από νωρίς η ζωή του έμαθε τη σιωπή, τη δουλειά και την ευθύνη· μεγάλωσε με τη μητέρα του, τη γιαγιά Ευσταθία, χήρα και στωική, που του έδωσε όλη την αγάπη της.

Από παιδί, ο Δημητράκης αγάπησε δύο υπάρξεις μοναδικές. Η πρώτη ήταν ένα συνομήλικο κοριτσάκι από το Πλατύ, το χωριό του πατέρα του, του Θανάση: η Παναγιωτίτσα. Η δεύτερη ήταν το άλογό του.

Όταν έμαθε να μιλά και να ρωτά, κάθε φορά που συναντούσε την Παναγιωτίτσα της έθετε την ίδια ερώτηση, με σοβαρότητα που δεν ταίριαζε στην ηλικία του:
— Ποιον θα παντρευτείς;

Με επιμονή παιδική και υπομονή αφοσίωσης, την είχε μάθει να απαντά:
— Τον Δημήτρη Κατσίρη θα παντρευτώ.

Η αγάπη του για το άλογο ήταν σχεδόν ισότιμη. Από μικρός κατέκτησε την τέχνη της ιππασίας, ασκούμενος καθημερινά σε ένα από τα ελαιοπερίβολα της μητέρας του, στο Κουβέλι, προς τη Λάμπαινα. Αργότερα έμαθε και την τέχνη του σαγματοποιού· έφτιαχνε περίτεχνα σαμάρια για γαϊδουράκια και άλογα και κέρδιζε τίμια το ψωμί του, χωρίς να βαραίνει τη χήρα μάνα του.

Καθώς η Παναγιωτίτσα άνθιζε στην εφηβεία της, έγινε για τον Δημήτρη κρυφή λαχτάρα και φανερός πόθος. Μα ήταν νέος συνετός και βαθιά θρησκευόμενος· δεν ήθελε να προτρέξει, να πράξει κάτι που θα μετάνιωνε. Την πρόσεχε σαν κόρη οφθαλμού, χωρίς ποτέ να πάψει να τη ρωτά:
— Ποιον θα παντρευτείς;

Κι εκείνη, χαμογελώντας, του απαντούσε πάντα:
— Εσένα.

Και ο ομορφονιός έλιωνε από την επιθυμία να την κάνει γυναίκα του.

Τα χρόνια κύλησαν και ήρθε η ώρα της στρατιωτικής του θητείας. Στις ράγες του τρένου στο Πλατύ, καθώς η Παναγιώτα τον αποχαιρετούσε, τη ρώτησε για ακόμη μία φορά:
— Ποιον θα παντρευτείς;
— Εσένα, του απάντησε με δάκρυα.


Ο καιρός πέρασε. Ο Δημήτρης επέστρεψε άριστα εκπαιδευμένος ως ιππέας του πεζικού, γεμίζοντας χαρά και περηφάνια τη μητέρα του, της οποίας η αγκαλιά είχε αδειάσει με την κατάταξή του. Η Παναγιώτα τον περίμενε με προσευχές μπροστά στο εικόνισμα· μόνο όταν άκουσε το χλιμίντρισμα του αλόγου του μπροστά στην αυλόπορτα του πατρικού της στο Πλατύ πίστεψε πως δεν ήταν όνειρο.

Δεν πέρασε πολύς καιρός, όμως, και κηρύχθηκε επιστράτευση κατά των ορδών του Μουσολίνι. Συνήθως, μοναχογιούς, προστάτες χήρας μητέρας, δεν τους έπαιρναν στον πόλεμο. Για άγνωστους λόγους, αυτό δεν ίσχυσε για τον Δημήτρη.

Πριν ανέβει στο άλογό του, φίλησε τη μητέρα του, αγκάλιασε τους φίλους του και συνάντησε την Παναγιωτίτσα στον σταθμό της Βαλύρας.
— Ποιον θα παντρευτείς; τη ρώτησε.
— Τον ήρωα Δημήτρη που θα ελευθερώσει την πατρίδα, του απάντησε.

Τα κακά μαντάτα δεν άργησαν να φτάσουν, σαν μαχαιριά στις καρδιές των γυναικών και των συγχωριανών.
Ο Δημήτρης έπεσε ηρωικά στην πρώτη γραμμή, στις 27 Νοεμβρίου 1940.

Η δόλια μάνα του δεν συνήλθε ποτέ. Ο νους της βυθίστηκε σε μια άλλη, λιγότερο απειλητική πραγματικότητα, ώσπου πέθανε. Παρηγοριά της ήταν το αναμμένο καντήλι και η μαύρη μαντίλα· καθόταν γονατιστή ώρες μπροστά στα εικονίσματα και προσευχόταν.

Η άτυχη Παναγιώτα, μετά τον πόλεμο, όταν άνοιξαν τα σύνορα, παντρεύτηκε ένα παλικάρι μετανάστη στην Αμερική και δεν ξαναγύρισε ποτέ στην Ελλάδα. Υπήρξε πιστή σύζυγος, άριστη μητέρα και τρυφερή γιαγιά. Όμως η καρδιά της, βαθιά και αμετάκλητα καθηλωμένη στη νιότη της, είχε ήδη παντρευτεί τον Δημήτρη — τον ήρωα που ο πόλεμος τής στέρησε άδικα.



Κατσίρης Δημήτριος του Αθανασίου, λοχίας του 1ου Συντάγματος Ιππικού.
Γεννημένος το 1918, ετών 22.
Έπεσε στο ύψωμα 1670, βορειοανατολικά του Φασαρίου, στις 27/11/1940.
Μοναχογιός, ανύπανδρος, χωρίς απογόνους. Τον κατέγραψε η Ιστορία.

Η αθανασία, στο μαρμάρινο ηρώο της Βαλύρας,  με δάφνες τον στεφάνωσε.





Δεν υπάρχουν σχόλια: