Φωτογραφίες: Pinterest
Ο Δημήτρης Κατσίρης ήταν μοναχογιός. Γεννήθηκε το 1918, είκοσι δύο χρόνια πριν από τον πόλεμο του ’40, και μεγάλωσε στο μικρό πατρικό του σπίτι στη Βαλύρα, εκεί όπου στεγαζόταν το παλιό σιδηρουργείο του αείμνηστου Μπαρμπαλιά, στον δημόσιο δρόμο προς τη Μεσσήνη. Από νωρίς η ζωή του έμαθε τη σιωπή, τη δουλειά και την ευθύνη· μεγάλωσε με τη μητέρα του, τη γιαγιά Ευσταθία, χήρα και στωική, που του έδωσε όλη την αγάπη της.
Από παιδί, ο Δημητράκης αγάπησε δύο υπάρξεις μοναδικές. Η πρώτη ήταν ένα συνομήλικο κοριτσάκι από το Πλατύ, το χωριό του πατέρα του, του Θανάση: η Παναγιωτίτσα. Η δεύτερη ήταν το άλογό του.
Η αγάπη του για το άλογο ήταν σχεδόν ισότιμη. Από μικρός κατέκτησε την τέχνη της ιππασίας, ασκούμενος καθημερινά σε ένα από τα ελαιοπερίβολα της μητέρας του, στο Κουβέλι, προς τη Λάμπαινα. Αργότερα έμαθε και την τέχνη του σαγματοποιού· έφτιαχνε περίτεχνα σαμάρια για γαϊδουράκια και άλογα και κέρδιζε τίμια το ψωμί του, χωρίς να βαραίνει τη χήρα μάνα του.
Και ο ομορφονιός έλιωνε από την επιθυμία να την κάνει γυναίκα του.
Ο καιρός πέρασε. Ο Δημήτρης επέστρεψε άριστα εκπαιδευμένος ως ιππέας του πεζικού, γεμίζοντας χαρά και περηφάνια τη μητέρα του, της οποίας η αγκαλιά είχε αδειάσει με την κατάταξή του. Η Παναγιώτα τον περίμενε με προσευχές μπροστά στο εικόνισμα· μόνο όταν άκουσε το χλιμίντρισμα του αλόγου του μπροστά στην αυλόπορτα του πατρικού της στο Πλατύ πίστεψε πως δεν ήταν όνειρο.
Δεν πέρασε πολύς καιρός, όμως, και κηρύχθηκε επιστράτευση κατά των ορδών του Μουσολίνι. Συνήθως, μοναχογιούς, προστάτες χήρας μητέρας, δεν τους έπαιρναν στον πόλεμο. Για άγνωστους λόγους, αυτό δεν ίσχυσε για τον Δημήτρη.
Η δόλια μάνα του δεν συνήλθε ποτέ. Ο νους της βυθίστηκε σε μια άλλη, λιγότερο απειλητική πραγματικότητα, ώσπου πέθανε. Παρηγοριά της ήταν το αναμμένο καντήλι και η μαύρη μαντίλα· καθόταν γονατιστή ώρες μπροστά στα εικονίσματα και προσευχόταν.
Η άτυχη Παναγιώτα, μετά τον πόλεμο, όταν άνοιξαν τα σύνορα, παντρεύτηκε ένα παλικάρι μετανάστη στην Αμερική και δεν ξαναγύρισε ποτέ στην Ελλάδα. Υπήρξε πιστή σύζυγος, άριστη μητέρα και τρυφερή γιαγιά. Όμως η καρδιά της, βαθιά και αμετάκλητα καθηλωμένη στη νιότη της, είχε ήδη παντρευτεί τον Δημήτρη — τον ήρωα που ο πόλεμος τής στέρησε άδικα.
Η αθανασία, στο μαρμάρινο ηρώο της Βαλύρας, με δάφνες τον στεφάνωσε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου