Φωτό: Pinterest
Η Μαριγούλα γεννήθηκε στη Βαλύρα το 1925. Όταν ενηλικιώθηκε, μετανάστευσε στη Βοστώνη, κουβαλώντας μαζί της την ευλάβεια και την τέχνη της ραπτικής που είχε γίνει δεύτερη φύση της. Ήταν μοδίστρα εξαιρετική, με δεξιότητα και ζήλο μοναδικό. Αν και δεν απέκτησε δική της οικογένεια, φρόντιζε, σαν μεγαλύτερη, με αγάπη και αφοσίωση του αδελφού της τα παιδιά.
Όταν ήταν μόλις δεκαέξι, η Μαριγούλα έραψε με προσοχή μία λευκή καμποτένια νυχτικιά. Τη στόλισε με μεταξωτά κορδόνια και λεπτές δαντέλες στον ποδόγυρο, στον λαιμό και στα μανίκια . Ήταν δε τόσο όμορφη, που όλα τα κορίτσια της γειτονιάς λαχταρούσαν να έχουν μία ίδια.
Το πρωί της παραμονής των Φώτων, η Μαριγούλα ξεκίνησε το πλύσιμο. Άναψε στην αυλή φωτιά, γέμισε το μεγάλο καζάνι με νερό και, κάτω από τη λαμπερή λιακάδα, άρχισε να καθαρίζει τα ρούχα με επιμέλεια. Ύστερα τα άπλωσε στα σχοινιά και φρόντισε να τα μαζέψει πριν ο ήλιος χαθεί στης Ιθώμης το διάσελο.
Όταν η Μαριγούλα μάζεψε τα ρούχα, έλειπε η καλή της νυχτικιά . Όσο κι αν έψαξε, δεν υπήρχε πουθενά. Με λύπη, άρχισε να συνειδητοποιεί ότι κάποιος την έκλεψε άκαρδα.
Πέρασαν τα Φώτα, και οι Απόκριες πλησίαζαν. Η αγνή Μαριγούλα άρχισε να ράβει άλλη νυχτικιά, να είναι έτοιμη για το Πάσχα, ώσπου ξαφνικά χτύπησε δυνατά η παλιά ξύλινη αυλόπορτα. Μια πλανώδια τσιγγάνα στεκόταν εκεί, κρατώντας ένα δοχείο και ζητιάνευε λάδι. Είχε αρπάξει κρυφά τη νυχτικιά από ένα πέρασμα στον φράχτη και τώρα έτρεχε να προλάβει να διορθώσει το μεγάλο της πάθημα.
Η πονηρή τσιγγάνα , κάθε βράδυ που φορούσε τη νυχτικιά, ένιωθε μια αόρατη παρουσία να την τρυπά δυνατά, πίσω στην ουρά. Όσο κι αν προσπαθούσε να ξεφύγει, τίποτα δεν την ανακούφιζε, ώσπου άρχισε να ρωτά δυνατά, ποιος είναι και γιατί την τρυπά άσπλαχνα.
Τότε μια φωνή βαθιά μέσα στα αυτιά της αντήχησε ειρωνικά:
— Είμαι ο Κωλοβελόνης, που ανέβηκα επάνω μαζί με τα άλλα Παγανά. Δεν τα βλέπεις πώς σε κοιτούν αχόρταγα;
Τρομαγμένη, ξύπνησε έναν σοφό γέροντα στον καταυλισμό και του διηγήθηκε την ιστορία.
Μόλις η Μαριγούλα έμαθε τι της συνέβη, ταράχτηκε απίστευτα και άρχισε να φωνάζει δυνατά:
— Φύγε, φύγε, σου τη χαρίζω τη νυχτικιά!
Η τσιγγάνα αναστέναξε βαριά:
— Δεν την θέλω, πάρτην πίσω, δεν είναι δικά μου τα Παγανά!
Η Μαριγούλα της έδωσε ένα κομμάτι ψωμί και μια κούπα λάδι, κι εκείνη έφυγε, αφήνοντας κατάχαμα το αριστούργημα.
Η τρομαγμένη κόρη και ανύπανδρη, με την καρδιά της να κτυπά δυνατά, αμέσως τυλίχτηκε με το μαύρο τσεμπέρι της μάνας της, και κρατώντας ξύλινο σταυρό και καλάμι, έσπρωξε κοντά στη στάχτη της αυλής τη λερωμένη νυχτικιά. Άναψε μια μεγάλη φωτιά και καθώς έκαιγε το μοναδικό της δημιούργημα, ψιθύριζε σιωπηλά «Κύριε Ελέησον», τη «Υπερμάχω» και άλλα από τον Ακάθιστο Ύμνο τροπάρια.
Μια πύρινη σαλαμάνδρα φάνηκε να ξεπηδάει από τις φλόγες και να πετά μακριά. Από τότε, η Μαριγούλα δεν ξανάπλεξε μεταξωτά κορδόνια και δαντέλα στη νέα της νυχτικιά . Την έραψε απλή και σεμνή, να μην τη ζηλέψουν τα κορίτσια στη γειτονιά.
Μα η τσιγγάνα την επισκέφτηκε ξανά. Μια μέρα χτύπησε δυνατά την βαριά ξύλινη αυλόπορτα, λέγοντας ότι από τον Κωλοβελόνη είχε παιδιά, που περπατούσαν πίσω στη ματωμένη της ουρά. Η Μαριγούλα τη λυπήθηκε και την οδήγησε αμέσως στα αγροτικά ιατρεία.
Καθώς ο γιατρός την εξέταζε, τον ρώτησε με αναφιλητά:
Αλίμονο, άρχισε να μοιρολογεί και να ρωτά αν θα φύγουν γρήγορα. Κι ο γιατρός της το παρέδωσε και γραπτά:
"Θα μικραίνουν όσο θα φροντίζεις το σώμα σου και δεν θα έχεις στον νου σου την πονηριά και την κλεψιά".
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου