Φωτό: Pinterest
Όταν ο Γιωργάκης ήταν τριών ετών, η μητέρα του, σε μια προσπάθεια να τον απεξαρτήσει από πάνω της, του πρότεινε ένα παιχνίδι.
— Γιώργο μου, όταν φτάσουμε στη θάλασσα θα παίξουμε κάτι διαφορετικό. Αντί να κάνεις τον καρχαρία, να πετάγεσαι έξω απ’ το νερό με ορμή, να πέφτεις πάνω μου και να με δαγκώνεις, θα κάνεις το δελφινάκι. Το δελφινάκι είναι ήρεμο.
— Και τι κάνει το δελφινάκι, μαμά; ρώτησε ο Γιώργος.
— Κολυμπάει με χάρη και δύναμη. Όμως, όταν βγαίνει από το νερό και τρέχει προς τη μαμά του, όσο πλησιάζει πηγαίνει όλο και πιο σιγά. Μόλις φτάσει, της δείχνει τα δυο του χέρια κλειστά και τη ρωτά: «Σε ποιο χέρι κρατώ το βοτσαλάκι, μαμά;» Αν το βρει, της το δίνει και τρέχει πάλι πίσω στη θάλασσα.
Ο Γιωργάκης για πολλή ώρα έμπαινε και έβγαινε από το νερό, κρύβοντας βότσαλα στις μικρές του παλάμες. Κάποια στιγμή κουράστηκε. Το παιχνίδι τον είχε περιορίσει περισσότερο απ’ όσο άντεχε. Έτσι αποφάσισε να αλλάξει τους όρους με έξυπνο πρόσχημα.
Γύρισε στη μητέρα του με τις παλάμες κλειστές, αλλά άδειες.
— Σε ποιο χέρι έχω το βοτσαλάκι, μαμά;
Εκείνη παραξενεύτηκε, μα απάντησε τυχαία.
— Στο δεξί , και έδειξε με το δάκτυλο.
— Έχασες, μαμά! φώναξεμο Γιωργάκης δυνατά. Όρμησε στην αγκαλιά της και της έδωσε μια μεγάλη δαγκωνιά.
Δίπλα τους, σε απόσταση αναπνοής, λιαζόταν ένας κύριος σε μια ξαπλώστρα. Χωρίς να το θέλει, είχε παρακολουθήσει όλα του Γιωργάκη τα καμώματα. Δεν δίστασε να πιάσει ανοιχτή συζήτηση με τη νεαρή μητέρα.
— Κι εγώ, όταν ήμουν στην ηλικία του γιου σας, ιδίως όταν έλειπε πολλές ώρες η μητέρα μου —δούλευε με τον πατέρα μου στα κτήματα και με άφηνε με τη γιαγιά— μόλις γύριζε, όπου κι αν τη συναντούσα, τη δάγκωνα. Της είχα σκίσει τα φορέματα. Δεν το έκανα από θυμό· ήταν σαν να τη θήλαζα. Σταμάτησα λίγο πριν πάω στο Δημοτικό. Συνέβη κάτι που μου έπεσε στο κεφάλι σαν κεραμίδα και με άλλαξε απότομα.
— Τι σας συνέβη; ρώτησε η μητέρα του Γιώργου, που βρήκε την ιστορία του αγνώστου απρόσμενα ενδιαφέρουσα.
— Η μάνα μου φοβόταν μήπως δαγκώνω και στο σχολείο. Έτσι μου έδωσε ένα γερό μάθημα.
Μια μέρα πηγαίναμε στο κτήμα. Εγώ ήμουν πάνω στη γαϊδούρα και πίσω μας ακολουθούσε το μουλάρι της. Ήταν υπερβολικά εξαρτημένο από τη μάνα του· κολλούσε πάνω της και τη δάγκωνε στα οπίσθια. Η γαϊδούρα έχανε την ισορροπία της και κάποια στιγμή, φορτωμένη με όλα τα σύνεργα, κάθισε κατάχαμα.
Ήμουν πέντε χρονών και τρόμαξα.
— Μαμά, κατέβασέ με! φώναξα.
— Κατέβα μόνος σου, μου είπε. Είναι χαμηλά. Έχουμε πρόβλημα. Το μουλάρι δεν αφήνει τη μάνα του ήσυχη. Δεν καταλαβαίνει ότι μεγάλωσε, πως δεν είναι μωρό πια. Μίλησέ του. Αν σε ακούσει, Αποστόλη μου, θα σηκωθεί η γαϊδούρα και θα πάμε στο κτήμα.
Άρχισα τότε να του μιλάω, να το νουθετώ με πείσμα:
«Κάθισε ήσυχα. Μην τη δαγκώνεις τη μάνα σου.Μεγάλωσες. Είσαι ολόκληρο γαϊδούρι πια».
Το επαναλάμβανα ξανά και ξανά, ώσπου κάποια στιγμή η γαϊδούρα σηκώθηκε και συνεχίσαμε τον δρόμο μας.
Από τότε άφησα τη μάνα μου ήσυχη. Δεν τη δάγκωσα ποτέ ξανά.
Ύστερα από λίγη σιωπή, ο Γιωργάκης φώναξε δυνατά:
— Εγώ τη δαγκώνω τη μαμά γιατί δεν με αφήνει να τρώω παγωτά, μη μου φύγουν τα δόντια!
Και όρμησε πάλι στο κύμα, να κάνει τον καρχαρία με τα δόντια τα κοφτερά.
Εκείνη τη στιγμή, κοντοστάθηκε μια κυρία που κρατούσε στην αγκαλιά της την τετράχρονη κόρη της. Πιάσανε όλοι μαζί κουβέντα. Είχε κι εκείνη να καταθέσει μια διαφορετική ιστορία: το παιδί της είχε δαγκώσει το χέρι του παπά την πρώτη φορά που κοινώνησε,στα τρία του χρόνια. Ανέλαβε την ευθύνη — δεν είχε μάθει να κοινωνεί από βρέφος η μικρή.
Τελικά, η παιδική δαγκωνιά δεν ζητά συγγνώμη, όμως μαθαίνει, με γονεϊκή αγάπη και φροντίδα, πότε να σταματά.
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου