Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Παναγιώτης Μποζινάκης :Καθαρά Δευτέρα 2015

 

Φωτό: Ε.Η.Κ.




Εισαγωγή

Ο κ. Παναγιώτης Μποζινάκης γεννήθηκε στο Ζευγολατιό Μεσσηνίας τον Απρίλιο του 1948. Ο πατέρας του ήταν Σταθμάρχης στους σιδηροδρόμους της Πελοποννήσου και η ολοκλήρωση των εγκυκλίων σπουδών του Παναγιώτη ολοκληρώθηκαν στην Κυπαρισσία, Κρέστενα, Βαλύρα και Μελιγαλά και στη συνέχεια στο ΙΑ΄Γυμνάσιο Περιστερίου. Κατόπιν Πανελληνίων εξετάσεων περάτωσε τις σπουδές του στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΑΣΟΕΕ) και ακολούθησε λαμπρή καριέρα στον ΟΤΕ. Με τη σύντροφο της ζωής του, κα Αννέτα Γρυπάρη, απέκτησαν τρία παιδιά. Στην περιόδο της συνταξιοδότησης απολαμβάνει τα εγγόνια του καθώς και την επανασύνδεσή του με τους συμμαθητές των εφηβικών του χρόνων.  Το βιβλίο του, με τίτλο "Τα εφηβικά χρόνια ενός νέου τη δεκαετία του 1960 στο Μελιγαλά" σελ. 175, αποτελεί λαογραφικό τεκμήριο αλλά και θωπία σε όσους νοσταλγούν εκείνα τα ανεπανάληπτα χρόνια, όπως οι συμμαθητές του κυρίου Παναγιώτη. Με αφορμή τη δωρεά του βιβλίου του κ. Μποζινάκη από τον βιολόγο και ιστοριοδίφη της Βαλύρας, κ. Ιωάννη Δ. Λύρα στην ομάδα της εφημερίδας της Βαλύρας, επιλεκτικά διαλέξαμε ένα κεφάλαιο, επίκαιρο των ημερών μας, από το συγκεκριμένο βιβλιο, για να το μοιραστούμε με τους αναγνώστες μας, με τίτλο: 23/2/2025 ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ, σελ 14-16.

Η βροχή ασυγκίνητη συνέχιζε τα καπρίτσια της. Η φωτιά δεν έσβησε, ούτε για λίγο.Ρίξαμε λίγα χοντρά ξύλα.Λαμπάδιασε. Όμως δεν θα την βγάζαμε έτσι κλεισμένοι μέσα στο σπίτι. Η βροχή βέβαια ματαίωσε όλες τις εκδηλώσεις.Όμως ήθελα να βγω μία βόλτα έστω και υπό βροχή. Στο τελευταίο μου ταξίδι στο Μελιγαλά, έμαθα ότι στην Αρσινόη είχε επιστρέψει ένας συμμαθητής μου από το Γυμνάσιο και είχε κάνει ένα μαγαζί. Σκέφτηκα ότι μία βόλτα με βροχή στην Αρσινόη δεν θα ήταν άσχημη ιδέα.Βολέξαμε τη φωτιά , την αφήσαμε να καίει και ξεκινήσαμε με την Αννέτα.Η βροχή ήταν κάτι το πρωτόγνωρο. Ασταμάτητη βροχή, χαντάκια γεμάτα νερό.

Δρόμοι γεμάτοι νερό, λίμνες πραγματικές και τα ποτάμια να γεμίζουν σιγά σιγά.

Περάσαμε την πηγάδα, φτάσαμε στο Νιοχώρι. Αρχίσαμε να ανεβαίνουμε προς την Ιθώμη. Φτάσαμε στις πόρτες (ανοίγματα που επιτρέπουν την είσοδο σ΄ένα εκτεταμένο χώρο όπου βρίσκονται και τα ερείπια της Αρχαίας Μεσσήνης. Οι Πόρτες ήταν μέρος ενός τεράστιου οχυρωματικού τείχους που προστάτευε την πόλη από τις επιθέσεις των Σπαρτιατών στους Μεσσηνιακούς πολέμους.Είδαμε τον αρχαιολογικό χώρο που εκετείνεται κάτω από το Μαυρομάτι.Τεράστιος ο χώρος, αξίζει να τον επισκεφτεί κάποιος.Συνεχίσαμε δεξιά και φθάσαμε στην Αρσινόη.Πλησίασα σε μια μικρή πλατεία με μαζεμένα μαγαζιά.

Αφού την πέρασα κατάλαβα ότι δεν είχε άλλα πιο κάτω.Ένα αγροτικό ερχότανε από απέναντι. Έκανα νόημα στον οδηγό να σταματήσει. Εκείνος γεμάτος προθυμία θέλησε να με εξυπηρετήσει.

-Θέλω του λέω τον Δημήτρη Οικονομόπουλο. Νομίζω ότι κάπου εδώ έχει μαγαζί. Γύρισα το αυτοκίνητο για να ακολουθήσω το αγροτικό όπως μου είχε υποδείξει ο οδηγός.

Εκείνος που με περίμενε ξεκίνησε. Τον ακολούθησα. Φτάσαμε στη μικρή πλατεία.

-Εδώ είναι, μου είπε και μου έδειξε ένα μαγαζί.

Μπήκα μέσα, σκουπίζοντας τις σταγόνες της βροχής από το πρόσωπό μου.

-Εδώ είναι το μαγαζί του Οικονομόπουλου του Δημήτρη; ρώτησα.

-Ναι, μου λέγει,ο ίδιος ο Δημήτρης.

-Και ποιος είναι ο Οικονομόπουλος; ξαναρωτώ.

-Εγώ, μου λέει.

Με κοίταξε αλλά φάνηκε ότι δεν με θυμόταν.

-Δεν με γνωρίζεις; του λέω.

-Όχι μου απαντά.

-Γεράσαμε ρε Μήτσο, με το δίκιο σου κι εσύ, δεν είναι και λίγα τα πενήντα χρόνια.

-Ποιος είσαι; με ρωτά.

-Ο Παναγιώτης ο Μποζινάκης ο συμμαθητής σου.

Με θυμήθηκε. Φιληθήκαμε και καθίσαμε σ΄ένα τραπέζι. Είχαν περάσει πενήντα χρόνια που άφησα το Γυμνάσιο στο Μελιγαλά για την Αθήνα.Ο χρόνος είχε παίξει το ρόλο του σίγουρα, όμως δεν μας εμπόδισε να θυμηθούμε τα παλιά.

Θυμηθήκαμε την τάξη μας-δέκα πέντε άτομα. Ρώτησα για μερικούς. Ήξερε και μου απάντησε. Έμαθα για τον Κομποχόλη και τον Κουραβέλο, του είπα για τον Άλκη τον Φρέσκα, θυμηθήκαμε και τους άλλους. Η ώρα πέρναγε ευχάριστα.Οι γυναίκες μας είχαν γνωριστεί και μιλάγανε για τα παιδιά μας και για διάφορα γυναικεία.

Θυμηθήκαμε τον Εθνικό, το ποδοσφαιρικό σωματείο του Μελιγαλά όπου είχαμε παίξει μπάλα και οι δύο επί προεδρίας του μπάρμπα μου, του Φώτη του Καραβίτη, αδελφού της μάνας μου. Ύστερα θυμηθήκαμε εκείνη τη χρονιά όπου είχαμε πάει στην Καλαμάτα για να πάρουμε μέρος στους Παμμεσσηνιακούς αγώνες στίβου, ο Δημήτρης στα 400 μ και εγώ στα 100 μ. Ήμασταν αρκετά καλοί. Όμως υπήρχαν δύο δίδυμα αδέλφια, ο Παύλος και ο Πέτρος Κατσιλιέρης, παιδιά του Γυμνασιάρχη του Α΄ Γυμνασίου αρρένων Καλαμάτας. Πολύ καλοί μαθητές και οι δύο.

Τέσσερα μετάλλια έφεραν εκείνη τη χρονιά στο γυμνάσιό τους 100μ., 400μ , και στις σκυταλοδρομίες 4Χ100 μ και 4Χ400 μ. Με αυτούς αγωνιστήκαμε και από αυτούς χάσαμε.

-Θυμάσαι ρε Δημήτρη τι κάναμε, πριν πάμε στο γήπεδο του Μεσσηνιακού για τους αγώνες;

-Δεν θυμάμαι, μου λέει.

-Θυμάμαι εγώ, του λέω. Πήγαμε στην παραλία για μπάνιο και μετά πλακώσαμε τα ουζάκια.

Καθηγητής μας στην γυμναστική ήταν ο κ. Γλατιώτης, που δεν μπορούσε να μας επιβληθεί, γιατί  ήταν πολύ ανεκτικός. Έτσι μείναμε δεύτεροι.

Οι αδελφοί Κατσιλιέρη βρέθηκαν στο δρόμο μου κάποια στιγμή στην Αθήνα.Μαθηματικοί και οι δύο αποφοίτησαν ταυτόχρονα. Ο ένας άνοιξε φροντιστήριο στην Καλαμάτα, ο άλλος ασχολήθηκε με την πολιτική. Έγινε μάλιστα και βουλευτής Μεσσηνίας.

Ύστερα από αυτά, μιλήσαμε για τα παιδιά μας, και ό,τι άλλο μας ήλθε στον λιγοστό χρόνο που είχαμε στη διάθεσή μας. Αλλάξαμε τηλέφωνα και υποσχεθήκαμε ότι θα βρεθούμε πάλι πολύ σύντομα.

Αυτή η μικρή παρένθεση μου έδωσε μεγάλη χαρά. Πιστεύω ότι και ο Δημήτρης χάρηκε το ίδιο.

Στην επιστροφή ακολουθήσαμε τον ίδιο δρόμο. Η βροχή συνεχιζόταν χωρίς διακοπή.

Οι δρόμοι γεμάτοι νερό. Όταν φτάσαμε στο Νιοχώρι η βροχή ήταν πολύ δυνατή και καθώς έπεφτε ανακατεμένη με χαλάζι μαστίγωνε αλύπητα το αυτοκίνητο.Δεν έβλεπα μπροστά μου. Φοβήθηκα. Σταμάτησα. Η Μαυροζούμενα είχε σχεδόν ξεχειλίσει. Τα νερά κατέβαιναν από το δρόμο της γέφυρας με ορμή, συναντούσαν τα νερά του ποταμού και μεγάλωναν την ορμητικότητά του. Η γέφυρα κατέβαζε πολλά νερά όμως οι κουπαστές ήταν ορατές. Μέσα στο χαμό αυτό αποφάσισα να ρισκάρω και να προχωρήσω.Ήταν μία απερίσκεπτη ενέργεια, που δεν μπορώ ακόμη και σήμερα να κατανοήσω. Έβαλα τους υαλοκαθαριστήρες στο γρήγορο και συνέχισα. Μετά από λίγο ήμασταν στο Μελιγαλά και λίγο αργότερα στην Ανθούσα.Σκέφτηκα την ανοησία που είχα κάνει και ένας περίεργος πανικός με κυρίευσε. Όταν θυμόμουνα το περιστατικό, εικόνες περίεργες , κάνανε επισκέψεις στο μετανοιωμένο μυαλό μου, εφιαλτικές, που δεν μπορούσα με τίποτα να διώξω. Το θετικό που προέκυψε από αυτήν την ιστορία, ήταν ότι απέκτησα μια εμπειρία που δεν θα μου επιτρέψει στο μέλλον να επαναλάβω, οποιαδήποτε ενέργεια χωρίς να έχω μετρήσει τους κινδύνους που καιροφυλακτούν.

Θερμές ευχαριστίες στον καθηγητή Βιολογίας και Ιστοριοδίφη, κ. Ιωάννη Δ. Λύρα, που μοιράστηκε σήμερα μαζί μας το βιβλίο του κ. Παναγιώτη Μποζινάκη.


Δεν υπάρχουν σχόλια: