Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Ευθυμία Φράγκου:Μια ζωή δεμένη με το Κάστρο του Μίλα Μεσσηνίας και την Ιστορία

              Φωτογραφίες: Φώτης Παπαδόπουλος στο Κοντοχωριανοί Καλαματιανοί-Μεσσήνιοι FB


Η ζωή της αείμνηστης Ευθυμίας Φράγκου δεν ήταν απλώς η πορεία μιας γυναίκας της ελληνικής επαρχίας που βίωσε τις μεγάλες αναταράξεις του 20ού αιώνα. Ήταν μια ζωή δεμένη με την ιστορία ενός τόπου και ενός μνημείου: του Κάστρου του  Μίλα στη Μεσσηνία, γνωστού και ως Chateauneuf.

Όταν το 1976  τη ρωτήσαμε πού γεννήθηκε και πού έζησε, η γιαγιά Ευθυμία — που τότε διέμενε στη Βοστόνη μαζί με τις κόρες της και εκεί απεβίωσε σε ηλικία 100 ετών— απάντησε με  χαμόγελο , αλλά και πόνο ψυχής: «Γεννήθηκα και ζούσα στο Κάστρο, στο χωριό Μίλα Μεσσηνίας. Ο πατέρας μου ήταν γαιοκτήμονας».

Η φράση αυτή, λιτή αλλά γεμάτη νόημα, ανοίγει ένα παράθυρο σε έναν κόσμο που σήμερα μοιάζει μακρινός. Πώς μπορούσε μια οικογένεια να ζει σε ένα μεσαιωνικό κάστρο; Και πώς αυτό το κάστρο πέρασε τελικά από την ιδιωτική κατοίκηση στη δημόσια πολιτιστική κληρονομιά;

Το Κάστρο του  Μίλα, χτισμένο τον 13ο αιώνα από τους Φράγκους, αποτέλεσε μέρος του φραγκικού συστήματος οχυρώσεων της Πελοποννήσου. Με την πάροδο των αιώνων, όταν η στρατιωτική του σημασία μειώθηκε, ο χώρος δεν εγκαταλείφθηκε. Αντιθέτως, όπως συνέβη με πολλά κάστρα της ελληνικής υπαίθρου, μετατράπηκε σε κέντρο αγροτικής και κοινωνικής ζωής.

Η οικογένεια Φράγκου ανήκε στις ισχυρές αγροτικές οικογένειες της περιοχής. Ο πατέρας της Ευθυμίας ήταν γαιοκτήμονας και διατηρούσε εκτάσεις γύρω από το κάστρο. Σε πολλές περιπτώσεις, τέτοιες οικογένειες έκτιζαν ή διαμόρφωναν κατοικίες μέσα ή κοντά στα ερείπια των παλαιών οχυρών, αξιοποιώντας τα υλικά τους και τη φυσική προστασία που παρείχαν τα τείχη.

Η καθημερινή ζωή στο Κάστρο δεν θύμιζε πλέον ιππότες και φρουρούς. Ήταν ζωή αγροτική. Στα χαμηλά κτίσματα αποθηκεύονταν σιτηρά, λάδι και κρασί. Οι αυλές φιλοξενούσαν ζώα. Οι τοίχοι που κάποτε προστάτευαν από επιδρομές, τώρα προστάτευαν από τον άνεμο και την αβεβαιότητα της υπαίθρου.

Η διαμονή σε έναν τέτοιο χώρο δεν ήταν απλώς πρακτική. Ήταν και συμβολική. Το κάστρο προσέδιδε κύρος. Ήταν σημείο αναφοράς, ένδειξη παλαιότητας και κοινωνικής θέσης. Η οικογένεια δεν κατοικούσε απλώς εκεί — αποτελούσε μέρος της ιστορικής συνέχειας του τόπου.

Πέρα από το Κάστρο του  Μίλα, η οικογένεια διατηρούσε και αρχοντικό στον Μελιγαλά, το διοικητικό και οικονομικό κέντρο της περιοχής. Ο Μελιγαλάς ήταν κόμβος εμπορίου και κοινωνικής δραστηριότητας, και η ύπαρξη δεύτερης κατοικίας εκεί μαρτυρά την οικονομική ευρωστία της οικογένειας.

Όμως η ιστορία δεν στάθηκε επιεικής.

Το 1944, κατά τη διάρκεια των δραματικών γεγονότων που έμειναν γνωστά ως Μάχη του Μελιγαλά, η περιοχή βρέθηκε στο επίκεντρο της εμφύλιας σύγκρουσης. Στο πλαίσιο εκείνων των τραγικών ημερών, ο γέροντας πλέον πατέρας της Ευθυμίας συνελήφθη και εκτελέστηκε στην τοποθεσία που έμεινε γνωστή ως Πηγάδα του Μελιγαλά. Ο πρώτος θάνατος , ο ηρωικός, ήταν του αδελφού της Ιωάννη που πολέμησε στην Αλβανία.Ο δεύτερος θάνατος, του πόνου και της θλίψης, ήταν του άνδρα της κατά την Γερμανική κατοχή. Ο τρίτος θάνατος, της ντροπής, ήταν του γέροντα πατέρα της στον εμφύλιο πόλεμο, που έπεσε αμαχητί στην Πηγάδα του Μελιγαλά, τότε που η Ελλάδα έτρωγε τα παιδιά της.

Η απώλεια αυτή δεν ήταν μόνο οικογενειακή τραγωδία. Ήταν τομή στη ζωή της, αφού έμεινε χήρα με πέντε ορφανά παιδιά και πωλούσε την προίκα της για ένα κομμάτι ψωμί. Η κοινωνική ισχύς, η περιουσία και η ασφάλεια που προσέφερε η γαιοκτησία κλονίστηκαν. Η ιστορία της οικογένειας Φράγκου έγινε μέρος της μεγάλης, επώδυνης ιστορίας της Μεσσηνίας και της Ελλάδας.

Μετά τον εμφύλιο πόλεμο, το ελληνικό κράτος άρχισε να οργανώνει συστηματικότερα την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Πολλά μνημεία που μέχρι τότε βρίσκονταν σε ιδιωτικά χέρια κηρύχθηκαν διατηρητέα και πέρασαν στην κυριότητα του Δημοσίου μέσω αναγκαστικών απαλλοτριώσεων.



Το Κάστρο του Μίλα δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Η περιοχή κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος και το κράτος προχώρησε σε απαλλοτρίωση των εκτάσεων που περιελάμβαναν τα ερείπια. Η οικογένεια είχε πέσει υπέρ πατρίδος για να λάβει αποζημίωση, όπως προέβλεπε ο νόμος, αλλά και  η συναισθηματική απώλεια δεν μπορούσε να αποτιμηθεί οικονομικά.Κι αν κάποιοι συγγενείς έλαβαν χρήματα από το κράτος, κανένας δεν σκέφτηκε  την Ευθυμία που ήταν χήρα στη Βαλύρα, αντίθετα πούλησαν και το αρχοντικό του πατέρα της στον Μελιγαλά, σε γνωστό πολιτικό της περιοχής. Έχει ανακαινιστεί και ακόμη στέκει όρθιο μέσα στον όλεθρο και την καταστροφή.

Έτσι, ο τόπος όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε η Ευθυμία πέρασε οριστικά από την ιδιωτική μνήμη στη συλλογική μνήμη του έθνους. Σήμερα, το κάστρο τελεί υπό την προστασία της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας και αποτελεί μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας.

Η ζωή της Ευθυμίας, όπως και πολλών Ελλήνων της γενιάς της, δεν έμεινε στα όρια της πατρίδας. Οι μεταπολεμικές δυσκολίες και οι οικονομικές ανάγκες οδήγησαν χιλιάδες οικογένειες στη μετανάστευση. Πρώτα μετανάστευσαν στη Βοστόνη οι τέσσερις κόρες της και στη συνέχεια η γιαγιά Ευθυμία που μέχρι τότε διέμενε με την οικογένεια του γιου της στη Βαλύρα.

Όταν τη συναντήσαμε το 1976, είχε προσαρμοστεί στη Βοστόνη, και ήταν ευτυχισμένη κοντά στα εγγόνια της. Εκεί, σε μια άλλη ήπειρο, κουβαλούσε μέσα της τις εικόνες του κάστρου, των χωραφιών, του Μελιγαλά, της πατρικής της γης. Συχνά απέδιδε το συναισθημά της με μοιρολόγια. Στην εγγονή της που φέρει το όνομά της, άφησε δύο φωτογραφίες: Του αδελφού και του συζύγου της και δώρισε μία διπλή πλεκτή κουβέρτα με κίτρινα , πορτοκαλί , γαλάζια και πράσινα παραλληλόγραμμα που έπλεξε μόνη της για τον γάμο της. Όταν τη ρώτησε γιατί γιαγιά διάλεξες αυτά τα χρώματα, απάντησε: Λάμπει ο ουρανός, πρασίνισε η γη και άνθισαν πορτοκαλόχρυσα τριαντάφυλλα, ευτυχισμένη να είσαι Θυμιούλα μου.

Η μετανάστευση δεν ήταν φυγή από τη μνήμη. Ήταν συνέχεια της ζωής της. Στα εγγόνια της διηγούνταν ιστορίες για τα πέτρινα τείχη, για τα χωράφια που απλώνονταν γύρω από το κάστρο, για τον πατέρα της και για τις δύσκολες εποχές, για το  δεξί της μάτι που είχε χάσει από το μαχαίρι του πατέρα της σε μικρή ηλικία, όταν πετάχθηκε ξαφνικά και καρφώθηκε στο φεγγαρίσιο της πρόσωπο.



Η πορεία της Ευθυμίας Φράγκου αντικατοπτρίζει μια ολόκληρη εποχή: την εποχή των γαιοκτημόνων της ελληνικής υπαίθρου, την ταραγμένη δεκαετία του ’40 και τις πληγές του εμφυλίου, τη μετάβαση από την ιδιωτική ιδιοκτησία των ιστορικών μνημείων στη δημόσια προστασία τους και τη μεγάλη ελληνική μετανάστευση.

Το Κάστρο του Μίλα, που κάποτε ήταν το σπίτι της, σήμερα στέκει ως μνημείο. Οι πέτρες του διατηρούν τη σιωπή τους, αλλά μέσα σε αυτές υπάρχει και η δική της ιστορία. Η ζωή της ήταν γέφυρα ανάμεσα στο μεσαιωνικό παρελθόν και στη σύγχρονη διασπορά.

Η αείμνηστη Ευθυμία Φράγκου δεν ήταν απλώς κάτοικος ενός κάστρου. Ήταν φορέας μνήμης. Η προσωπική της διαδρομή φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο η Ιστορία αγγίζει τις ζωές των ανθρώπων — άλλοτε με τιμές, άλλοτε με απώλειες.

Σήμερα, κάθε αναφορά στο Κάστρο του  Μίλα δεν είναι μόνο αρχαιολογική ή ιστορική. Είναι και ανθρώπινη. Είναι η ανάμνηση μιας γυναίκας που γεννήθηκε μέσα στα τείχη του, που έζησε την ακμή και την πτώση μιας εποχής, που είδε την πατρική της περιουσία να αλλάζει χέρια, που θρήνησε αδελφό, σύζυγο και  πατέρα  και που, τελικά, μετέφερε τη μνήμη της Μεσσηνίας ως τη Βοστόνη.

Η μνήμη της ας είναι αιώνια, σε αγκαλιές αγγέλων και στα κάστρα του Παραδείσου, εκεί που ο ήλιος σκεπάζει τις ψυχές με φως ιλαρόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: