Φωτό: E.H.K.
Κανείς όμως δεν έψαχνε τη στολή του Φαρισαίου.
Ο Νικόλας περπατούσε σιωπηλός ανάμεσα στο πλήθος. Στα τριάντα πέντε του, εργαζόταν ως κοινωνικός λειτουργός σε έναν δήμο της Αττικής. Τον γνώριζαν όλοι ως «καλό άνθρωπο». Πάντα πρόθυμος, πάντα ευγενικός, πάντα στην πρώτη γραμμή των εθελοντικών δράσεων. Νηστείες τηρούσε, εκκλησία πήγαινε, άρθρα έγραφε στα κοινωνικά δίκτυα για την αδικία, την κοινωνική ευαισθησία, την πίστη.
Κι όμως, κάτι μέσα του τον έκαιγε.
Την Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου , αντί να χαρεί το πρωί στο σπίτι, εκκλησιάστηκε στον παλιό ιερό ναό της γειτονιάς του. Ο ιερός χώρος μύριζε λιβάνι και αγίασμα. Λίγοι άνθρωποι ήταν σκορπισμένοι στα στασίδια. Κανένα καρναβαλικό στοιχείο εδώ. Μόνο ησυχία Θεού.
Η περικοπή διαβάστηκε καθαρά:
«Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ναό να προσευχηθούν…»
Ο Νικόλας ένιωσε έναν ανεπαίσθητο σπασμό στο στομάχι του.
«Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, που δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι…»
Η φράση καρφώθηκε μέσα του.
Η φωνή του ιερέα συνέχισε:
«Ο Τελώνης στεκόταν μακριά, δεν τολμούσε ούτε τα μάτια να σηκώσει…»
Ο Νικόλας χαμήλωσε το βλέμμα.
Ο Τελώνης δεν φορούσε στολή.Δεν είχε μάσκα.Είχε μόνο την αλήθεια του.
Και τότε κατάλαβε κάτι που τον τρόμαξε.
Σου δίνω — μου δίνεις. Κι αν δεν μου δώσεις, κάτι έκανες λάθος Εσύ.
Βγαίνοντας από τον ναό, ο αέρας του φάνηκε βαρύς. Στην πλατεία, παιδιά ντυμένα κλόουν κυνηγούσαν σερπαντίνες.
Κι εκείνος; Τι πραγματικά ήταν;
Στο σπίτι, άνοιξε το κινητό. Μια ανάρτησή του από την προηγούμενη εβδομάδα είχε δεκάδες «μπράβο». Μιλούσε για την αλληλεγγύη. Για τη νηστεία ως κοινωνική πράξη. Για την ανάγκη «να αλλάξουν οι άλλοι».
Χάζεψε για ώρα. Ήταν αλήθεια όσα έγραφε. Αλλά δεν ήταν όλη η αλήθεια.Γιατί μέσα του υπήρχε η προσδοκία της αναγνώρισης. Η ανάγκη να τον δουν. Να τον πουν «άξιο». Να τον ξεχωρίσουν.
Και τότε θυμήθηκε τα λόγια του Ευαγγελίου:
«Πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται…»
Το βράδυ, περπάτησε πάλι στην πόλη. Έβλεπε ανθρώπους να περιεργάζονται στολές για τις απόκριες που έρχονταν στις βιτρίνες των καταστημάτων. Κοντοστάθηκε. Κάποιος περαστικός τον ρώτησε:
— Τι θα ντυθείς φέτος;
Χαμογέλασε αμήχανα. Τι να απαντήσει; Κανείς δεν ντύνεται Φαρισαίος. Γιατί ο Φαρισαίος δεν χρειάζεται στολή. Άρχισε ένα σύμπλεγμα σκέψεων να επαναλαμβάνεται μέσα του:
Είναι καθημερινός. Αόρατος. Καλοβαλμένος. Τον συναντάς στην εκκλησία, στο γραφείο, στο διαδίκτυο, στον καθρέφτη. Είναι εκείνος που λέει: «Εγώ κάνω το καθήκον μου». Και ξεχνά ότι το καθήκον χωρίς αγάπη γίνεται βάρος. Ότι η αρετή χωρίς ταπείνωση γίνεται μάσκα. Ότι ο Θεός δεν χρωστά. Είναι ένας μασκαράς στο πρώτο στασίδι!
Την τελευταία Κυριακή πριν την Καθαρά Δευτέρα, ο Νικόλας στάθηκε ξανά στον ναό. Αυτή τη φορά πίσω. Δεν διάβασε, δεν έψαλε, δεν έκανε τίποτα «ορατό».
Μόνο είπε μέσα του:
— Ο Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.
Και τότε κατάλαβε.
Και τελικά… ποιος από εμάς, αυτές τις Απόκριες, θα αναγνωρίσει ότι ήδη υποδύεται τον Φαρισαίο και θα θελήσει — έστω για λίγο — να γίνει απλώς ένα ταπεινός άνθρωπος ενώπιον του Θεού;
Ο Λόγος του Πατέρα Παναγιώτη Τσιώλη
Ο Πατήρ Παναγιώτης Τσιώλης από την Αλίαρτο Βοιωτίας, μιλώντας για το Τριώδιο στον δημοσιογράφο Διονύση Μακρή, διαχώρισε τον άγιο από τον άγριο με ένα «ρ» και είπε για τον Φαρισαίο:
«Καρνάβαλος καὶ μασκαρὰς ήταν ὁ Φαρισαῖος τῆς περικοπῆς. Είχε ὡς στολὴ τὴν ἰδιοτελῆ φιλανθρωπία, τὴν τυπική άνούσια νηστεία, τὴν δῆθεν τήρηση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ καὶ πίστευε ὁ μασκαράς πὼς μὲ ὅλα αὐτὰ ποὺ τὸν προσκολλούσαν στὰ ἀσήμαντα θὰ γίνει ἀποδεκτός καὶ ἴσος μὲ τὸν Θεό! Τηροῦσε τὶς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καὶ θεωροῦσε ἐξ’ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος σίγουρη τὴν ἀνταπόδοση ἀπό μέρους τοῦ Θεοῦ. Ἀνταπόδοση ὡς ἀναγνώριση τῆς κοινωνίας, ὡς παροχή κοσμικῆς ἐξουσίας, ώς πλοῦτο. Μέσα του έκαιγε ή φλόγα τῆς κενοδοξίας, ἡ ὁποία τὸν εἶχε αἰχμαλωτίσει στην πλάνη. Ὁ δυστυχὴς ἀγνοοῦσε ὅτι «πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται»!»
Ο Πατήρ Τσιώλης δίνει έμφαση στο ότι ο Φαρισαίος «φορούσε μάσκα», όχι εξωτερικά, αλλά πνευματικά. Το «καρνάβαλος και μασκαράς» δείχνει ότι η πνευματική αλήθεια απαιτεί ταπείνωση, όχι επίδειξη.
Ανάλυση του διηγήματος
Το διήγημα συνδέεται άμεσα με τον λόγο του π. Παναγίωτη Τσιώλη, καθώς αναδεικνύει τον Φαρισαίο ως μασκαρεμένο άνθρωπο — όχι με εξωτερικά ρούχα, αλλά με πνευματική μάσκα. Η μεταμφίεση της Απόκριας γίνεται αλληγορία της πνευματικής μεταμφίεσης που ο καθένας φορεί καθημερινά. Ο Νικόλας αποτελεί τον σύγχρονο αναγνώστη ή πιστό, που θεωρεί τον εαυτό του καλό και «δικαιωμένο», αλλά ανακαλύπτει την κενοδοξία του. Η εμπειρία του ναού φέρει σύγκρουση ανάμεσα στην εξωτερική θρησκευτικότητα και την εσωτερική ταπείνωση, και η φράση «πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται…» λειτουργεί ως κλειδί για την αυτοκριτική και τον πνευματικό έλεγχο. Το διήγημα δείχνει ότι η αληθινή μεταμόρφωση δεν είναι θεαματική, αλλά εσωτερική και αθέατη. Η χρήση σύγχρονων εικόνων συνδέει την αρχαία περικοπή με τη σημερινή κοινωνία, ενώ η στολή του Φαρισαίου είναι αόρατη και καθημερινή, συμβολίζοντας ότι πολλοί υποδύονται τη θρησκευτική «αρετή» χωρίς πραγματική ταπείνωση. Ο Τελώνης αντιπροσωπεύει τη γνήσια μετάνοια και την ειλικρινή πίστη. Το διήγημα λειτουργεί ως σύγχρονη παραβολή που καθιστά τον λόγο του π. Παναγιώτη Τσιώλη προσιτό, ενώ η εσωτερική φλόγα της κενοδοξίας περιγράφεται ως αιχμαλωσία, τονίζοντας την πνευματική δυστυχία του Φαρισαίου. Η αναγνώριση, η εξουσία και ο πλούτος συνδέουν τη βιβλική περικοπή με σύγχρονα θέματα κοινωνικής αξιολόγησης. Το διήγημα τελειώνει με σιωπηλή προσευχή, που σηματοδοτεί την αληθινή πνευματική στάση, ενώ η αποκάλυψη ότι η στολή του Φαρισαίου είναι αόρατη λειτουργεί ως κλείσιμο και μάθημα. Η αφήγηση συνδέει το Τριώδιο με την προσωπική πνευματική ζωή και η μάσκα και η στολή μετατρέπονται σε συμβολικά εργαλεία αυτογνωσίας. Το διήγημα ενισχύει την προτροπή του π. Παναγίωτη Τσιώλη για ταπείνωση και ειλικρινή πίστη αντί για επιδεικτική θρησκευτικότητα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου