Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Η Φερράρι του Θοδωρή


 

Η γενιά μου, τότε που ήμασταν ακόμα παιδιά του Δημοτικού, τη δεκαετία του 1960, δεν γνώριζε την αφθονία των παιχνιδιών. Τα ράφια των καταστημάτων μπορεί να είχαν λίγα πράγματα, όμως οι τσέπες μας είχαν ακόμα λιγότερα. Κι έτσι, σχεδόν από ανάγκη, γεννήθηκε μέσα μας μια ανήσυχη δημιουργικότητα· μια επιθυμία να φτιάχνουμε, να συναρμολογούμε, να δίνουμε ζωή σε ό,τι οι άλλοι θεωρούσαν άχρηστο.

Στις αυλές και στα χωμάτινα δρομάκια της Βαλύρας, τα απογεύματα γέμιζαν με ήχους από σφυριά, τρίψιμο ξύλου και παιδικές φωνές, γεμάτες ενθουσιασμό. Εκεί, ανάμεσα σε παλιά σανίδια, ξεχασμένα ρουλεμάν και κομμάτια από σύρμα, γεννιόντουσαν τα πιο σπουδαία “παιχνίδια” που είχαμε ποτέ.

Ο συμμαθητής μου Θεόδωρος Σταυριανόπουλος ήταν από τα παιδιά που ξεχώριζαν. Όχι γιατί είχε περισσότερα υλικά ή καλύτερα εργαλεία, αλλά γιατί είχε φαντασία που ξεχείλιζε. Μπορούσε να κοιτάξει ένα παλιό καφάσι και να δει ένα αυτοκίνητο. Να πιάσει ένα σκουριασμένο ρουλεμάν και να φανταστεί τροχούς που θα έσχιζαν τον αέρα.

Το καλοκαίρι του 1970, που ο ήλιος έκαιγε τα πάντα και οι μέρες έμοιαζαν ατελείωτες, ο Θοδωρής αποφάσισε να φτιάξει το «μεγαλύτερο έργο» του. Μάζεψε τέσσερα γερά ρουλεμάν από ένα παλιό κάρο, μια φαρδιά σανίδα που είχε πετάξει ο ξυλουργός του χωριού και ένα κομμάτι σκοινί για τιμόνι.

Δούλεψε μέρες ολόκληρες. Άλλοτε μόνος, άλλοτε με τη βοήθεια φίλων του που περισσότερο παρακολουθούσαν παρά βοηθούσαν. Έτριβε, κάρφωνε, δοκίμαζε, διόρθωνε. Τα χέρια του γέμισαν γρατζουνιές και σκόνη, μα τα μάτια του έλαμπαν.

Και μια μέρα, το «όχημα» ήταν έτοιμο.

Δεν ήταν όμορφο με τη συνηθισμένη έννοια. Η σανίδα είχε ατέλειες, τα ρουλεμάν έκαναν θόρυβο και το σκοινί δεν γύριζε πάντα όπως έπρεπε. Όμως για τον Θοδωρή, ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό κατασκεύασμα.

Ήταν η Φερράρι του.

Την πρώτη φορά που την καβάλησε, στην κατηφόρα του πατρικού του σπιτιού κοντά στον Άγιο Αθανάσιο, κράτησε την ανάσα του. Οι φίλοι του είχαν μαζευτεί γύρω, κάποιοι γελώντας, άλλοι περιμένοντας να δουν αν θα αντέξει.

Έσπρωξε λίγο με τα πόδια και μετά… άφησε το σώμα του να κυλήσει.

Ο αέρας χτύπησε το πρόσωπό του, τα ρουλεμάν άρχισαν να στριγγλίζουν και το χώμα πεταγόταν δεξιά κι αριστερά. Μα εκείνη τη στιγμή, τίποτα από αυτά δεν είχε σημασία. Στο μυαλό του, δεν βρισκόταν σε έναν χωματόδρομο της Βαλύρας.

Ήταν σε μια πίστα αγώνων.

Τα πλήθη ζητωκραύγαζαν, οι μηχανές βρυχούνταν και εκείνος, ο Θοδωρής, οδηγούσε τη δική του κόκκινη Φερράρι. Έστριβε με τόλμη, επιτάχυνε με θάρρος και ένιωθε μια ελευθερία που μόνο ένα παιδί μπορεί να νιώσει.

«Πρόσεχε!» φώναξε κάποιος μια μέρα, μα ήταν αργά.

Το αυτοσχέδιο όχημα βγήκε λίγο εκτός πορείας και σταμάτησε απότομα σε έναν σωρό χώμα. Ο Θοδωρής βρέθηκε κάτω, γεμάτος σκόνη. Για λίγα δευτερόλεπτα, επικράτησε σιωπή.

Και μετά… γέλια.

Δικά του πρώτα απ’ όλα.

Σηκώθηκε, τίναξε τα ρούχα του και κοίταξε το δημιούργημά του. Είχε αντέξει. Μπορεί να μην ήταν τέλειο, αλλά λειτουργούσε. Και το σημαντικότερο: τον είχε ταξιδέψει.

Από εκείνη τη μέρα, η «Φερράρι» του Θοδωρή έγινε θρύλος στη γειτονιά. Τα παιδιά έκαναν σειρά για να τη δοκιμάσουν, ενώ εκείνος, με μια σοβαρότητα που δεν ταίριαζε στην ηλικία του, έδινε οδηγίες:

«Κράτα καλά το σκοινί… μην παίρνεις απότομα τις στροφές… και άσε τον εαυτό σου να το νιώσει».

Τα χρόνια πέρασαν, όπως πάντα περνούν. Οι κατηφόρες της παιδικής ηλικίας έδωσαν τη θέση τους σε άλλους δρόμους, πιο δύσκολους, πιο απαιτητικούς. Όμως ο Θοδωρής δεν έχασε ποτέ εκείνη τη δημιουργική σπίθα.

Γεννημένος το 1958, από εκείνα τα παιδιά που έμαθαν να φτιάχνουν τον κόσμο με τα χέρια τους, συνέχισε να χτίζει — όχι πια με σανίδες και ρουλεμάν, αλλά με ιδέες, λέξεις και σκέψεις.

Σπούδασε, έγινε μαθηματικός, βυθίστηκε στους κόσμους της λογικής και της απόδειξης. Μα ταυτόχρονα, η ψυχή του αναζητούσε και κάτι άλλο. Έτσι, στράφηκε στην ποίηση και στη συγγραφή, εκεί όπου οι αριθμοί συναντούν τα συναισθήματα.

Οι μεταπτυχιακές του σπουδές στην ηθική φιλοσοφία δεν ήταν τυχαίες. Ήταν μια συνέχεια εκείνης της παιδικής ανάγκης να κατανοήσει τον κόσμο — όχι μόνο πώς λειτουργεί, αλλά και γιατί αξίζει να λειτουργεί σωστά.

Σήμερα, ζει στην Καλαμάτα με την οικογένειά του. Δίπλα του στέκεται η σύζυγός του, η φιλόλογος και συγγραφέας Γωγώ Μαγκλάρα, συνοδοιπόρος στη ζωή και στη δημιουργία.

Κι αν κάποιος τον ρωτούσε για τη μεγαλύτερη «κατάκτησή» του, ίσως να μην ανέφερε ούτε τα πτυχία ούτε τα βιβλία του. Ίσως να χαμογελούσε και να θυμόταν εκείνη την κατηφόρα, εκείνη τη σανίδα με τα ρουλεμάν, εκείνη τη στιγμή που ένιωσε ότι οδηγεί μια Φερράρι.

Γιατί τελικά, η πραγματική ταχύτητα δεν μετριέται σε χιλιόμετρα την ώρα, αλλά σε όνειρα που καταφέρνεις να κυνηγήσεις.

Και ο Θοδωρής απέδειξε πως οι νοητικές δυνατότητες ενός ανθρώπου μπορούν να ξεπεράσουν οποιαδήποτε Φερράρι. Γιατί εκεί που τελειώνει η μηχανή, αρχίζει το πνεύμα.

Ευχές

Όλοι οι συμμαθητές του εύχομαστε στον Θοδωρή υγεία, δημιουργικότητα και πάντα ανοιχτούς δρόμους στη σκέψη και στην καρδιά. Να συνεχίσει να εμπνέει με το παράδειγμά του, να γράφει, να στοχάζεται και να θυμάται πως μέσα του υπάρχει ακόμα εκείνο το παιδί που καβαλούσε μια ξύλινη σανίδα και έβλεπε τον κόσμο σαν μια απέραντη πίστα γεμάτη δυνατότητες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: