Φωτό: Pinterest
Ο αείμνηστος κυρ Μιχάλης ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν ήξεραν τι θα πει ξεκούραση. Από τα χαράματα μέχρι που έπεφτε ο ήλιος, τον έβρισκες πάντα στο κτήμα του. Μια ζωή πάλευε να αφήσει στα παιδιά του κάτι σπουδαίο, κάτι που να αντέχει στον χρόνο. Και τι δεν έκανε! Με τα ίδια του τα χέρια κουβαλούσε πέτρες από το βουνό, φόρτωνε το παλιό του φορτηγάκι και τις έφερνε μία-μία. Έστησε μια περίτεχνη μάντρα, πέτρα πάνω στην πέτρα, λες και ζωγράφιε.
Μέσα σε εκείνο το κτήμα, που απλωνόταν σε δέκα στρέμματα γης, είχε δημιουργήσει έναν μικρό παράδεισο. Δέντρα κάθε λογής, ελιές γεμάτες καρπό, λεμονιές που μοσχοβολούσαν, συκιές, αμυγδαλιές. Ανάμεσά τους μικρά δρομάκια, στολισμένα με άνθη που άλλαζαν χρώμα με τις εποχές. Κηπευτικά φυτεμένα με τάξη, νερό να κυλάει σωστά, τίποτα στην τύχη. Ήταν ένας άνθρωπος προκομμένος, όπως έλεγαν όλοι στο χωριό, μα πάνω απ’ όλα πεισματάρης.
Τα παιδιά του, όμως, ζούσαν αλλού. Στην Αθήνα. Ο γιος και η κόρη του είχαν μάθει σε άλλους ρυθμούς. Τους είχε τόσο φροντίσει ο πατέρας τους, που ποτέ δεν χρειάστηκε να παλέψουν πραγματικά. Εκείνος έτρεχε σαν σκλάβος, προλάβαινε τα πάντα, και εκείνοι μεγάλωσαν με την αίσθηση πως όλα ήταν δεδομένα.
«Όλα κι όλα…» ψιθύριζαν οι χωριανοί. «Καλός άνθρωπος ο Μιχάλης, αλλά τα παιδιά; Δεν τους έμαθε τον κόπο. Γαϊδούρια ασαμάρωτα τα άφησε ....»
Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Ο Θεός τον κάλεσε κοντά Του και τον ανάπαυσε. Το χωριό τον αποχαιρέτησε με σεβασμό. Το κτήμα έμεινε πίσω, σιωπηλό, σαν να περίμενε.
Στην αρχή, τα παιδιά κατέβαιναν αραιά και πού. Μια ματιά, λίγη συγκίνηση, κι ύστερα πάλι πίσω στην πόλη. Δεν είχαν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, απεχθάνονταν το άγχος. Ήθελαν να περνούν καλά, να ζουν ελεύθερα. Ούτε οικογένεια έκαναν, ούτε δεσμεύσεις. Το κτήμα τούς φαινόταν βάρος.
Μέσα σε τρία μόλις χρόνια, όλα κατέρρευσαν. Τα δρομάκια χάθηκαν κάτω από αγριόχορτα. Οι ελιές έμειναν αμάζευτες. Τα δέντρα άρχισαν να ξεραίνονται. Το χώμα σκλήρυνε. Εκεί που κάποτε υπήρχε ζωή, απλώθηκε νεκρική σιωπή.
Ένα καλοκαίρι αποφάσισαν να πάνε στο χωριό για λίγες μέρες. Περισσότερο από συνήθεια παρά από ανάγκη. Πήγαν και στο κτήμα. Μόλις πλησίασαν, ένιωσαν ένα σφίξιμο. Δεν ήταν το ίδιο μέρος.Η αίθηση της έλλειψης του πατέρα τους ήταν έντονη.
Τα χόρτα είχαν φτάσει σχεδόν το ένα μέτρο. Ξερά, πυκνά, απροσπέλαστα. Τα δέντρα έμοιαζαν καμένα, σαν να είχαν παραιτηθεί. Ο γιος στάθηκε σιωπηλός. Η κόρη χαμήλωσε το βλέμμα.
Δεν άντεχαν να κοιτάζουν καμμένη γη.
Στάθηκαν κοντά στη μάντρα, εκείνη την όμορφη, γερή κατασκευή που είχε φτιάξει ο πατέρας τους με τόσο κόπο. Και τότε, σχεδόν ασυναίσθητα, το βλέμμα τους πέρασε στο διπλανό κτήμα.
Του γείτονα.
Δεν είχε την ίδια μάντρα. Ήταν απλή, χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα. Μα το μέσα… ήταν ζωντανό. Τα δέντρα φορτωμένα, τα λουλούδια ανθισμένα, τα κηπευτικά σε πλήρη ανάπτυξη. Δύο κοπέλες δούλευαν εκεί, οι κόρες του συγχωριανού τους. Με καπέλα για τον ήλιο, με ιδρώτα στο μέτωπο, μα με μια ηρεμία στο βλέμμα.
«Κοίτα…» είπε χαμηλά η κόρη.
«Το κτήμα του γείτονα είναι πιο ωραίο…» απάντησε ο γιος.
Το είπαν ξανά και ξανά, σχεδόν μηχανικά, σαν να προσπαθούσαν να το πιστέψουν. Μα μέσα τους ήξεραν. Δεν ήταν θέμα ομορφιάς. Ήταν θέμα προσωπικής επένδυσης και φροντίδας.
Επιστρέφοντας στην Αθήνα, η φράση αυτή δεν τους άφηνε. «Το κτήμα του γείτονα είναι πιο ωραίο». Στην αρχή ακουγόταν σαν ζήλια. Μετά έγινε ερώτηση. Και στο τέλος, κατέληξε να γίνει καθρέφτης.
Σιγά-σιγά άρχισαν να συνειδητοποιούν κάτι σημαντικό.
Το δικό τους κτήμα δεν χάλασε μόνο του. Το άφησαν. Όπως άφησαν κι άλλα πράγματα στη ζωή τους. Δεν ήξεραν να φροντίζουν, γιατί ποτέ δεν χρειάστηκε. Κάτι όμως άλλαξε μέσα τους. Ίσως μια αγάπη που δεν είχαν αναγνωρίσει ποτέ. Ίσως μια ενοχή. Ίσως η μνήμη του πατέρα τους.
Τότε πήραν μιαν απόφαση.
Χωρίς να ξέρουν πολλά, άρχισαν να ρωτούν, να μαθαίνουν, να σχεδιάζουν. Επέστρεφαν στο χωριό πιο συχνά. Καθάριζαν τα χόρτα, κλάδευαν τα δέντρα και φύτεψαν ξανά. Στην αρχή όλα φαίνονταν δύσκολα. Τα χέρια τους δεν ήταν μαθημένα. Το σώμα κουραζόταν γρήγορα.
Μα δεν σταμάτησαν.
Και καθώς δούλευαν τη γη, άρχισαν να καταλαβαίνουν κάτι βαθύτερο. Το κτήμα δεν ήταν μόνο χώμα. Ήταν αντανάκλαση τηςίδιας της ζωής τους. Η αδιαφορία και το βόλεμα δεν είχαν αφήσει ακαλλιέργητο μόνο το χωράφι, αλλά και τον νου και την ψυχή τους.
Για πρώτη φορά ένιωσαν τι σημαίνει προσπάθεια. Τι σημαίνει υπομονή. Να περιμένεις να ανθίσει μήνες και χρόνους ολόκληρους κάτι που εσύ έχεςι φυτέψει.
Οι μέρες έγιναν εβδομάδες, οι εβδομάδες μήνες. Το κτήμα άρχισε σιγά-σιγά να αλλάζει. Όχι όπως ήταν παλιά, αλλά διαφορετικά. Με τη σφραγίδα της δικής τους προσπάθειας.
Κάποια στιγμή, στάθηκαν ξανά δίπλα στη μάντρα.
Κοίταξαν το δικό τους κτήμα.
Μετά το κτήμα του γείτονα.
Χαμογέλασαν.
Δεν τους ένοιαζε πλέον ποιο ήταν καλύτερο.
Γιατί είχαν καταλάβει κάτι που ο πατέρας τους ίσως δεν πρόλαβε να τους διδάξει με λόγια: ότι η αξία δεν βρίσκεται μόνο σε αυτό που αφήνεις πίσω, αλλά σε αυτό που συνεχίζεις να καλλιεργείς.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε ξεραμένα κλαδιά που ξαναζωντάνευαν και σε χέρια που μάθαιναν να δημιουργούν, άρχισε ο πραγματικός τους αγώνας.
Ένας αγώνας όχι μόνο για τη γη.
Αλλά για την ίδια τους την πνευματική ζωή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου