Πλησίαζε η Κυριακή των Βαΐων και στη Βαλύρα της δεκαετίας του 1960 η άνοιξη είχε ήδη απλώσει τα αρώματά της στα σοκάκια και στις αυλές. Οι πορτοκαλιές ήταν ανθισμένες, τα γιασεμιά σκαρφάλωναν στους φράχτες και οι αυλές έσφυζαν από ζωή. Ήταν εκείνη η εποχή του χρόνου που όλα έπρεπε να είναι καθαρά και τακτοποιημένα — σπίτια, ρούχα, αλλά κυρίως τα παιδιά.
Οι μητέρες των πολυμελών οικογενειών είχαν ξεκινήσει από νωρίς τις προετοιμασίες. Με σπιτικό σαπούνι, φτιαγμένο με κόπο και φροντίδα, έπλεναν τα παιδιά τους στις σκάφες, τρίβοντας απαλά τα χεράκια και τα προσωπάκια τους, μέχρι να αστράφτουν. Το νερό έτρεχε, τα γέλια μπλέκονταν με μικρές διαμαρτυρίες, και η αυλή γέμιζε φωνές.
Όμως, μετά το μπάνιο, ερχόταν η πιο δύσκολη ώρα.
Η ώρα του χτενίσματος.
Οι περισσότερες μικρές είχαν μακριά, πυκνά μαλλιά, που μπερδεύονταν εύκολα. Δεν υπήρχαν τότε μαλακτικές κρέμες, αφροί ή ζελέ. Μόνο μια απλή χτένα και η υπομονή της μητέρας. Και φυσικά… ο πόνος.
Ανάμεσα σε όλα τα παιδιά της Βαλύρας, ξεχώριζε η μικρή Αννούλα. Ήταν ένα λεπτεπίλεπτο κοριτσάκι, σχεδόν εύθραυστο, με μεγάλα μάτια και ένα βλέμμα γεμάτο ευαισθησία. Τα μαλλιά της όμως… ήταν ένας μικρός θησαυρός. Πυκνά, μακριά, σγουρά, έπεφταν σαν κύμα μέχρι τη μέση της — ίσως και πιο κάτω. Κάποιοι έλεγαν χαριτολογώντας πως είχε περισσότερα μαλλιά απ’ όσο ήταν το μπόι της.
Και μαζί με την ομορφιά, έφερναν και τον φόβο.
Η Αννούλα δεν άντεχε το χτένισμα. Μόλις έβλεπε τη μητέρα της να πλησιάζει με τη χτένα στο χέρι, τα μάτια της γέμιζαν τρόμο.
«Όχι, μανούλα μου!» φώναζε και το έβαζε στα πόδια.
Έτρεχε στον κήπο, ανάμεσα στις λεμονιές και τα λουλούδια, κρυβόταν πίσω από τον κορμό μιας συκιάς ή πίσω από τα βαρέλια. Η μητέρα της, η Αθανασία, την κυνηγούσε με υπομονή αλλά και μια δόση απόγνωσης.
«Άννα, έλα παιδί μου… Πρέπει να σε φτιάξω! Θα πάμε στην εκκλησία!»
Μα η μικρή δεν πειθόταν εύκολα.
Μια τέτοια μέρα, καθώς το κυνηγητό είχε αρχίσει πάλι, πέρασε απ’ έξω μια νεαρή κοπέλα, η Έλλη. Ήταν μεγαλύτερη, σχεδόν γυναίκα πια, με καλοχτενισμένα μαλλιά και ήρεμο βλέμμα. Στάθηκε στην πόρτα και παρακολούθησε για λίγο τη σκηνή: τη μητέρα να προσπαθεί, την Αννούλα να τρέχει, τα μαλλιά της να ανεμίζουν σαν άτακτο σύννεφο.
Χαμογέλασε με κατανόηση.
«Αθανασία μου,» είπε, «ξέρω τι της συμβαίνει.»
Η μητέρα σταμάτησε και την κοίταξε με απορία.
«Το ίδιο πρόβλημα είχα κι εγώ μικρή,» συνέχισε η Έλλη. «Πονούσα πολύ. Κανείς δεν ήξερε πώς να το κάνει καλύτερα… μέχρι που βρήκα μόνη μου έναν τρόπο.»
Η Αννούλα είχε σταματήσει να τρέχει και κοίταζε διστακτικά.
«Δεν τραβάμε τη χτένα μονοκόμματα από πάνω προς τα κάτω,» εξήγησε η Έλλη. «Πιάνουμε λίγο λίγο, με μικρά, απαλά χτυπήματα. Σιγά σιγά ξεμπλέκουμε. Σαν να μιλάς στα μαλλιά, όχι να τα μαλώνεις.»
Η Αθανασία την κοίταξε με ενδιαφέρον.
«Θα δοκιμάσεις;» τη ρώτησε.
Η Έλλη χαμογέλασε.
«Έλα, Άννα…» είπε γλυκά.
Η μικρή δίστασε. Έκανε ένα βήμα μπροστά, μετά ένα πίσω. Τα μάτια της πήγαιναν από τη μητέρα της στην Έλλη.
Τότε η Έλλη έβαλε το χέρι στην τσέπη της και έβγαλε δύο καραμέλες.
«Για σένα,» είπε.
Η Αννούλα τις πήρε διστακτικά. Ήταν σαν μια μικρή υπόσχεση. Έκανε ένα βήμα μπροστά.
Κάθισε.
Η Έλλη στάθηκε πίσω της και άρχισε. Όχι βιαστικά. Όχι με δύναμη. Με υπομονή. Με απαλές κινήσεις, ξεμπέρδευε λίγο λίγο τις τούφες. Σταματούσε όπου χρειαζόταν, ξανάρχιζε, χάιδευε απαλά.
Η Αννούλα σφίχτηκε στην αρχή. Περίμενε τον πόνο.
Αλλά δεν ήρθε.
Μόνο μια μικρή ενόχληση εδώ κι εκεί. Τίποτα σαν πριν.
Σιγά σιγά, οι ώμοι της χαλάρωσαν. Το σώμα της ηρέμησε. Τα μάτια της άρχισαν να κοιτούν γύρω, όχι πια γεμάτα φόβο, αλλά περιέργεια.
Η μητέρα της παρακολουθούσε συγκινημένη.
Όταν τελείωσαν, η Έλλη χώρισε τα μαλλιά σε δύο ίσα μέρη και άρχισε να πλέκει πλεξίδες. Σφιχτές, αλλά όχι τραχιές. Όμορφες και τακτοποιημένες. Στις άκρες έδεσε μικρά λουλουδάκια που είχε μαζέψει από τον κήπο.
Η Αννούλα σηκώθηκε και άγγιξε τα μαλλιά της.
Χαμογέλασε.
Ήταν η πρώτη φορά.
Έτρεξε στη μητέρα της και την αγκάλιασε.
«Δεν πόνεσα!» είπε με ενθουσιασμό.
Η Αθανασία φίλησε το κεφάλι της και κοίταξε την Έλλη με ευγνωμοσύνη.
«Να ’σαι καλά, κορίτσι μου…»
Η Έλλη σήκωσε τους ώμους.
«Έτσι είναι… Ό,τι μαθαίνουμε, το μοιραζόμαστε.»
Και πράγματι, έτσι ήταν τότε. Στη Βαλύρα, οι άνθρωποι δεν κρατούσαν τα μικρά μυστικά για τον εαυτό τους. Τα μοιράζονταν. Από μια συνταγή μέχρι έναν τρόπο να μην πονάει ένα παιδί.
Η Κυριακή των Βαΐων ήρθε. Τα παιδιά ντυμένα καθαρά, με λαμπερά πρόσωπα και χτενισμένα μαλλιά, πήγαν στην εκκλησία κρατώντας βάγια. Ανάμεσά τους, η Αννούλα περπατούσε περήφανη.
Οι πλεξίδες της κουνιόνταν απαλά στους ώμους της, στολισμένες με μικρά ανθάκια.
Και για πρώτη φορά, δεν φοβόταν τη χτένα.
Από εκείνη τη μέρα, το χτένισμα δεν ήταν πια μια δοκιμασία. Ήταν μια μικρή τελετουργία φροντίδας. Η μητέρα της έμαθε τον τρόπο της Έλλης και τον εφάρμοζε με αγάπη. Και η Αννούλα καθόταν ήσυχα, καμιά φορά κρατώντας ακόμα μια καραμέλα — όχι από φόβο, αλλά από συνήθεια.
Τα χρόνια πέρασαν, μα εκείνη η μικρή αλλαγή έμεινε.
Γιατί καμιά φορά, η ζωή γίνεται πιο όμορφη όχι με μεγάλα πράγματα, αλλά με μικρές πράξεις καλοσύνης.
Μια χτένα που δεν πονά.
Δύο καραμέλες.
Και μια κοτσίδα που κρύβει μέσα της αγάπη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου