Ο σύγχρονος βιοϊατρικός λόγος επανέρχεται συχνά στο ερώτημα αν ο θάνατος αποτελεί αναπόδραστο όριο της ανθρώπινης φύσεως ή τεχνικό πρόβλημα που δύναται να επιλυθεί. Η πρόοδος της κυτταρικής βιολογίας, της γονιδιακής θεραπείας, της αναγεννητικής ιατρικής και της τεχνητής νοημοσύνης γεννά προσδοκίες ότι η γήρανση θα επιβραδυνθεί σημαντικά και ότι ίσως κάποτε ο βιολογικός θάνατος θα αναβληθεί για πολύ μεγάλο διάστημα. Ωστόσο, το ερώτημα περί θανάτου δεν είναι μόνον βιολογικό. Είναι ταυτόχρονα ανθρωπολογικό, ψυχολογικό, κοινωνιολογικό και κατ’ εξοχήν θεολογικό. Διότι ο άνθρωπος δεν είναι άθροισμα κυττάρων, αλλά πρόσωπο με σώμα, ψυχή, ελευθερία, σχέσεις και κλήση προς την αιωνιότητα (Γεν. 1:26–27).
Η πατερική παράδοση της Εκκλησίας αντιμετωπίζει τον θάνατο με πολυεπίπεδο τρόπο. Αναγνωρίζει τον σωματικό θάνατο, δηλαδή τη λύση της ψυχοσωματικής ενότητας, αλλά μιλεί και για πνευματικό θάνατο, δηλαδή τον χωρισμό του ανθρώπου από τον Θεό, πηγή της ζωής. Ο άνθρωπος μπορεί βιολογικά να αναπνέει και κοινωνικά να λειτουργεί, αλλά εσωτερικά να έχει νεκρωθεί από την αμαρτία, την απελπισία, τον εγωκεντρισμό και την απώλεια νοήματος. Επομένως, η παράταση της βιολογικής ζωής δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την αληθινή ζωή (Εφ. 2:1–5).
Ο Μέγας Βασίλειος υπογραμμίζει ότι η ζωή δεν μετράται ποσοτικά αλλά ποιοτικά, ως κοινωνία με το αγαθό και πορεία προς τη θέωση (Basilius Magnus, PG 31, 908B). Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης βλέπει τον άνθρωπο ως ον δυναμικό, προορισμένο να αυξάνει αενάως στην κοινωνία με τον Θεό (Gregorius Nyssenus, PG 44, 300D–301A). Εάν η κίνηση αυτή παύσει, τότε εμφανίζεται στασιμότητα που συνιστά μορφή θανάτου, ακόμη και όταν το σώμα επιβιώνει. Ο δε Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής θεωρεί ότι η αληθινή ζωή είναι η ενοποίηση όλων των δυνάμεων της ψυχής προς τον Θεό· η διάσπαση και η εσωτερική σύγκρουση είναι σημείο φθοράς (Maximus Confessor, PG 90, 964C).
Από βιολογικής πλευράς, πράγματι υπάρχουν μηχανισμοί κυτταρικής αυτοεπιδιορθώσεως, ανανεώσεως ιστών και προγραμματισμένης κυτταρικής αποπτώσεως. Το κύτταρο δεν “επιθυμεί” να πεθάνει, αλλά λειτουργεί εντός σύνθετου οργανισμικού πλαισίου όπου η φθορά, οι μεταλλάξεις, οι φλεγμονές και η εντροπία συσσωρεύονται. Η ιατρική μπορεί να θεραπεύσει ασθένειες, να μεταμοσχεύσει όργανα, να υποκαταστήσει λειτουργίες, να επιμηκύνει το προσδόκιμο της ζωής. Όμως ακόμη κι αν επιτευχθεί δραστική επιβράδυνση της γήρανσης, δεν αίρεται το υπαρξιακό πρόβλημα της θνητότητας. Διότι ο φόβος του θανάτου δεν είναι απλώς φόβος παύσεως βιολογικών λειτουργιών· είναι φόβος απωλείας νοήματος, σχέσεων και ταυτότητας (Εβρ. 2:14–15).
Η ψυχολογία επιβεβαιώνει ότι ο άνθρωπος χρειάζεται νόημα για να ζήσει. Άτομα που στερούνται σκοπού, αγάπης και ελπίδας συχνά βιώνουν υπαρξιακό κενό, κατάθλιψη ή εσωτερική παραίτηση. Μπορεί να είναι σωματικώς ζώντα, αλλά ψυχικώς εξαντλημένα. Αυτό προσεγγίζει τη μεταφορά του “ζόμπι”: ένας άνθρωπος που κινείται μηχανικά χωρίς εσωτερική φλόγα. Η πατερική γραμματεία μιλά αναλόγως για τον άνθρωπο που αιχμαλωτίστηκε στα πάθη και ζει “νεκρός τη αμαρτία”. Ο ¨Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί ότι χειρότερος από τον σωματικό θάνατο είναι ο θάνατος της ψυχής, διότι ο πρώτος χωρίζει προσωρινά σώμα και ψυχή, ενώ ο δεύτερος αποξενώνει από τον Θεό (Ioannes Chrysostomus, PG 62, 204).
Η κοινωνιολογική διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη. Μία κοινωνία που λατρεύει μόνο τη νεότητα, την απόδοση και την κατανάλωση κινδυνεύει να παράγει ανθρώπους βιολογικά συντηρημένους αλλά πνευματικά ατροφικούς. Αν η μακροζωία γίνει προνόμιο λίγων ισχυρών, θα ενταθούν οι ανισότητες. Αν η αξία του ανθρώπου συνδεθεί με την τεχνολογική αναβάθμιση, οι αδύναμοι θα περιθωριοποιηθούν. Η Εκκλησία αντιτείνει την αξία κάθε προσώπου ανεξαρτήτως ηλικίας, παραγωγικότητας ή βιολογικής καταστάσεως. Ο άνθρωπος δεν αποτιμάται με βάση τη χρησιμότητα αλλά με βάση την εικόνα του Θεού (Ιακ. 2:1–9).
Η θεολογία δεν αρνείται την ιατρική πρόοδο. Αντιθέτως, η θεραπεία του πάσχοντος είναι έργο αγάπης. Οι Πατέρες τιμούν την ιατρική ως δώρο σοφίας. Ο Μέγας Βασίλειος θεωρεί χρήσιμη την ιατρική τέχνη, όταν ασκείται με διάκριση (Basilius Magnus, PG 31, 1012A). Όμως η ιατρική δεν υποκαθιστά τη σωτηρία. Μπορεί να καθυστερήσει τον θάνατο, όχι να χαρίσει αφθαρσία με την πλήρη έννοια που δίνει η χριστιανική παράδοση. Η αφθαρσία δεν είναι απλώς ατελεύτητη χρονική παράταση, αλλά μεταμόρφωση του τρόπου υπάρξεως (Α΄ Κορ. 15:52–54).
Στην Αγία Γραφή και στους Πατέρες, ο θάνατος εισέρχεται ως συνέπεια αποξενώσεως από τον Θεό. Ο Θεός είναι η Ζωή (Ιω. 14:6). Όταν ο άνθρωπος αυτονομείται από την πηγή της ζωής, εισέρχεται στη φθορά (Γεν. 2:17). Η Ανάσταση του Χριστού νοείται ως νίκη κατά του θανάτου όχι μόνο βιολογικά αλλά οντολογικά. Ο θάνατος παραμένει εμπειρικό γεγονός, αλλά χάνει την τελική κυριαρχία του. Ο Άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας τονίζει ότι ο Λόγος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση ώστε να καταργήσει τη φθορά και να ανακαινίσει τον άνθρωπο (Athanasius Alexandrinus, PG 25, 192B–193A).
Εδώ βρίσκεται η διάκριση μεταξύ αθανασίας και αιωνίου ζωής. Η πρώτη, όπως συχνά νοείται σήμερα, σημαίνει απεριόριστη συνέχιση του παρόντος βίου. Η δεύτερη σημαίνει μετοχή στη ζωή του Θεού. Εάν ένας άνθρωπος παραμείνει αιώνια εγκλωβισμένος στον εγωισμό, στον φόβο και στην εσωτερική του διάλυση, τότε η ατέρμονη βιολογική επιβίωση θα ήταν τραγική. Η Εκκλησία δεν επιδιώκει την ατελεύτητη παράταση της παρούσας κατάστασης, αλλά τη μεταμόρφωση του ανθρώπου σε νέο κτίσμα (Β΄ Κορ. 5:17).
Το ερώτημα «πότε ο φυλακισμένος τεχνητά στο σώμα του άνθρωπος θα συλλάβει το υπεραισθητό και αιώνιο;» χρειάζεται προσοχή. Η πατερική σκέψη δεν θεωρεί το σώμα φυλακή με την πλατωνική ή την γνωστική έννοια. Το σώμα είναι δημιούργημα καλό και αναπόσπαστο στοιχείο του προσώπου (Γεν. 1:31). Φυλακή δεν είναι το σώμα καθαυτό, αλλά η εμπαθής προσκόλληση, η στενότητα της συνειδήσεως και η τυραννία των παθών. Ο άνθρωπος συλλαμβάνει το υπεραισθητό όταν καθαίρεται η καρδιά, όταν φωτίζεται ο νους και όταν ενεργοποιείται η αγάπη. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς περιγράφει τη γνώση του Θεού όχι ως διανοητική κατοχή αλλά ως εμπειρία ακτίστου Χάριτος (Gregorius Palamas, PG 150, 1225C).
Η ασκητική παράδοση προτείνει συγκεκριμένη οδό: μετάνοια, προσευχή, νηστεία, ελεημοσύνη, μυστηριακή ζωή, εγρήγορση. Αυτά δεν είναι ηθικιστικές πρακτικές αλλά θεραπευτικά μέσα που ελευθερώνουν τον άνθρωπο από εσωτερικά δεσμά. Ο σύγχρονος άνθρωπος, ακόμη και μέσα στην τεχνολογική αφθονία, υποφέρει από διάσπαση προσοχής, μοναξιά και αγχώδη αυτοαναφορά. Η ησυχαστική εμπειρία δείχνει ότι η σιωπή και η προσευχή μπορούν να αποκαταστήσουν την ενότητα του προσώπου (Ματθ. 6:6).
Σημαντικό είναι επίσης να τονισθεί ότι ο χριστιανισμός δεν εξιδανικεύει τον πόνο ούτε επιζητεί τον πρόωρο θάνατο. Αγωνίζεται για τη θεραπεία, ανακούφιση, παρηγορία και παράταση ζωής όπου αυτό υπηρετεί το πρόσωπο. Αλλά αρνείται να απολυτοποιήσει τη βιολογική διάρκεια. Μία ζωή χωρίς αλήθεια, χωρίς αγάπη και χωρίς ελευθερία δεν σώζεται επειδή απλώς παρατείνεται. Η ποσότητα του χρόνου δεν αναπληρώνει το έλλειμμα νοήματος (Ιω. 10:10).
Από την άλλη πλευρά, η αναφορά στον “πνευματικό θάνατο” δεν πρέπει να γίνεται καταδικαστικά. Πολλοί άνθρωποι μοιάζουν εσωτερικά νεκρωμένοι επειδή τραυματίστηκαν, απορρίφθηκαν ή βίωσαν βαθιά απώλεια. Χρειάζονται ποιμαντική ευαισθησία, θεραπευτική υποστήριξη και κοινότητα αγάπης. Η Εκκλησία καλείται να είναι χώρος αναστάσεως και όχι ενοχοποιήσεως. Ο Χριστός προσέρχεται στον Λάζαρο, στην αιμορροούσα, στον παραλυτικό, δηλαδή σε ανθρώπους που κοινωνικά και ψυχικά είχαν ήδη περιθωριοποιηθεί (Ιω. 11:1–44).
Εάν κάποτε η επιστήμη κατορθώσει να επεκτείνει εντυπωσιακά τη ζωή, θα προκύψουν νέα ηθικά ερωτήματα: ποιος θα έχει πρόσβαση; ποια θα είναι τα όρια της ανθρώπινης παρεμβάσεως; τι σημαίνει γενεακή ανανέωση; πώς θα μεταβληθούν οι σχέσεις, η εργασία, η οικογένεια; Η θεολογία μπορεί να προσφέρει κριτήρια: σεβασμός προσώπου, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη, ταπείνωση έναντι της δημιουργίας, διάκριση μεταξύ θεραπείας και ύβρεως (Μιχ. 6:8).
Τελικώς, ο θάνατος “νικιέται” σε δύο επίπεδα. Στο σχετικό επίπεδο, η ιατρική νικά επιμέρους μορφές θανάτου θεραπεύοντας νόσους και παρατείνοντας τον βίο. Στο απόλυτο επίπεδο, κατά την πίστη της Εκκλησίας, ο θάνατος νικιέται με την Ανάσταση και τη μετοχή του ανθρώπου στη ζωή του Θεού (Α΄ Κορ. 15:55–57). Χωρίς τη δεύτερη διάσταση, η πρώτη μένει ατελής. Χωρίς την πρώτη, η δεύτερη κινδυνεύει να εκληφθεί ως αδιαφορία για τον πάσχοντα κόσμο. Χρειάζεται σύνθεση επιστημονικής ευθύνης και πνευματικής σοφίας.
Ο άνθρωπος δεν καλείται ούτε να μισήσει το σώμα ούτε να θεοποιήσει τη βιολογία. Καλείται να ζήσει ολόκληρος: σωματικά υπεύθυνα, ψυχικά ώριμα, κοινωνικά αγαπητικά και πνευματικά φωτισμένα. Τότε ακόμη και η βιολογική θνητότητα μεταβάλλεται από απόλυτο τρόμο σε πέρασμα ελπίδας. Η μεγαλύτερη τραγωδία δεν είναι να πεθάνει κανείς κάποτε, αλλά να μην έχει αρχίσει να ζει αληθινά (Αποκ. 3:1).
Βιβλιογραφία
Athanasius Alexandrinus. (1857–1866). De incarnatione Verbi. In J. P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 25). Paris: Migne.
Basilius Magnus. (1857–1866). Homiliae et ascetica. In J. P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vols. 29–31). Paris: Migne.
Gregorius Nyssenus. (1857–1866). De hominis opificio; De anima et resurrectione. In J. P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vols. 44–46). Paris: Migne.
Gregorius Palamas. (1857–1866). Triades. In J. P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 150). Paris: Migne.
Ioannes Chrysostomus. (1857–1866). Homiliae. In J. P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vols. 47–64). Paris: Migne.
Maximus Confessor. (1857–1866). Capita theologica et oeconomica; Ambigua. In J. P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vols. 90–91). Paris: Migne.
Είθε ὁ Κύριος νὰ μᾶς χαρίζει πνευματικὴ φώτιση, σοφία, ὑγεία καὶ χαρὰ, ὥστε νὰ διακρίνουμε πάντοτε τὴν ἀληθινὴ ζωή ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως.
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου