Εισαγωγή
Η Κυριακή του Τυφλού αποτελεί μία από τις πιο βαθυστόχαστες Κυριακές της Αναστάσιμης περιόδου, διότι η Εκκλησία προβάλλει ενώπιόν μας το μυστήριο της μετάβασης από το σκοτάδι στο φως. Το φως αυτό δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα ή μια ψυχολογική κατάσταση· είναι ο ίδιος ο αναστημένος Χριστός, ο οποίος εισέρχεται στην ιστορία και μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Το αποστολικό ανάγνωσμα από τις Πράξεις των Αποστόλων (16:16-34) παρουσιάζει τον Παύλο και τον Σίλα φυλακισμένους στους Φιλίππους, αλλά πνευματικά ελεύθερους. Μέσα από τη δοκιμασία, την προσευχή και τον σεισμό που ακολουθεί, αποκαλύπτεται ότι καμία αλυσίδα δεν μπορεί να δεσμεύσει τη χάρη του Θεού.
Η διήγηση αυτή συνδέεται άμεσα με το ευαγγελικό ανάγνωσμα του Τυφλού. Εκεί ο Χριστός ανοίγει τα μάτια ενός ανθρώπου· εδώ ανοίγει η καρδιά ενός δεσμοφύλακα. Στο ένα κείμενο θεραπεύεται η σωματική τύφλωση· στο άλλο θεραπεύεται η πνευματική αιχμαλωσία. Και στις δύο περιπτώσεις, το φως του Θεού εισβάλλει εκεί όπου κυριαρχούσε το σκοτάδι.
Απόδοση: Αποστολικό Ανάγνωσμα (Πράξ. 16:16-34)
«Καθώς πηγαίναμε στον τόπο της προσευχής, μας συνάντησε μία δούλη που είχε πνεύμα μαντείας και έφερνε μεγάλο κέρδος στους κυρίους της με τις μαντείες της. Αυτή ακολουθούσε τον Παύλο και εμάς και φώναζε: “Αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του υψίστου Θεού και σας αναγγέλλουν τον δρόμο της σωτηρίας”. Αυτό το έκανε πολλές ημέρες. Ο Παύλος αγανάκτησε, στράφηκε προς το πνεύμα και είπε: “Σε διατάζω στο όνομα του Ιησού Χριστού να βγεις από αυτήν”. Και βγήκε την ίδια στιγμή.
Όταν οι κύριοί της είδαν ότι χάθηκε η ελπίδα του κέρδους τους, έπιασαν τον Παύλο και τον Σίλα και τους έσυραν στην αγορά μπροστά στους άρχοντες. Αφού τους κατηγόρησαν, οι στρατηγοί έδωσαν διαταγή να τους ραβδίσουν και να τους ρίξουν στη φυλακή.
Γύρω στα μεσάνυχτα ο Παύλος και ο Σίλας προσεύχονταν και υμνούσαν τον Θεό, ενώ οι φυλακισμένοι τους άκουγαν. Ξαφνικά έγινε μεγάλος σεισμός, ώστε σαλεύτηκαν τα θεμέλια της φυλακής. Αμέσως άνοιξαν όλες οι πόρτες και λύθηκαν τα δεσμά όλων.
Ο δεσμοφύλακας ξύπνησε και βλέποντας ανοιχτές τις πόρτες της φυλακής, τράβηξε το ξίφος για να αυτοκτονήσει, επειδή νόμιζε ότι οι φυλακισμένοι είχαν φύγει. Ο Παύλος όμως φώναξε δυνατά: “Μην κάνεις κανένα κακό στον εαυτό σου· είμαστε όλοι εδώ”. Εκείνος ζήτησε φως, μπήκε μέσα τρέμοντας και έπεσε στα πόδια του Παύλου και του Σίλα. Έπειτα τους έβγαλε έξω και είπε: “Κύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;”. Εκείνοι του απάντησαν: “Πίστεψε στον Κύριο Ιησού Χριστό και θα σωθείς εσύ και το σπίτι σου”. Του κήρυξαν τον λόγο του Θεού, και εκείνη την ώρα της νύχτας τους πήρε, έπλυνε τις πληγές τους και βαπτίστηκε αμέσως αυτός και όλοι οι δικοί του».
Βιβλιοπατερική ανάλυση
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το συγκεκριμένο χωρίο, τονίζει ότι οι Απόστολοι δεν λύγισαν μπροστά στη βία, διότι είχαν μέσα τους την ελευθερία του Χριστού. Όπως γράφει χαρακτηριστικά, «ουδέν ισχυρότερον ψυχής ευχαριστούσης τω Θεώ» (PG 60, 308). Η ευχαριστιακή στάση των Αποστόλων μετατρέπει τη φυλακή σε ναό και το σκοτάδι σε τόπο θείας παρουσίας.
Η δούλη με το πνεύμα μαντείας συμβολίζει τον άνθρωπο που βρίσκεται υπό την τυραννία των παθών. Οι κύριοί της την εκμεταλλεύονται οικονομικά, όπως ακριβώς και σήμερα πολλοί άνθρωποι γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης μέσα σε κοινωνικά συστήματα που ενδιαφέρονται περισσότερο για το κέρδος παρά για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ο Παύλος δεν αντέχει να βλέπει την ανθρώπινη ύπαρξη να παραμένει αιχμάλωτη. Με τη δύναμη του ονόματος του Χριστού ελευθερώνει τη γυναίκα από το δαιμονικό πνεύμα. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει ότι το Ευαγγέλιο δεν είναι μόνο θεωρία αλλά δύναμη απελευθέρωσης.
Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας σημειώνει ότι το όνομα του Χριστού «δαιμόνων φεύγει πλήθη και καταλύει την τυραννίαν αυτών» (PG 74, 561). Η Εκκλησία πιστεύει ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός ελευθερωτής του ανθρώπου. Όχι μόνο από τα δαιμόνια, αλλά και από τον φόβο, την απελπισία, την αμαρτία και τον θάνατο.
Η φυλάκιση των Αποστόλων φανερώνει την αντίδραση του κόσμου απέναντι στην αλήθεια. Όταν το Ευαγγέλιο αγγίζει τα συμφέροντα των ανθρώπων, συχνά προκαλεί αντίσταση. Οι κύριοι της δούλης δεν στενοχωρήθηκαν για τη δυστυχία της κοπέλας· στενοχωρήθηκαν επειδή έχασαν τα χρήματά τους. Εδώ βρίσκεται μία μεγάλη πατερική αλήθεια: η φιλαργυρία τυφλώνει τον άνθρωπο. Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας χαρακτηρίζει τη φιλαργυρία «νόσον ψυχής αθεράπευτον» (PG 31, 281).
Ωστόσο, το πιο συγκλονιστικό σημείο της περικοπής είναι η προσευχή μέσα στη φυλακή. Ο Παύλος και ο Σίλας δεν παραπονιούνται. Δεν αμφισβητούν τον Θεό. Υμνούν. Η υμνολογία γίνεται πράξη ελευθερίας. Ο σεισμός που ακολουθεί δεν είναι απλώς φυσικό γεγονός· είναι σημείο της παρουσίας του Θεού. Όπως ο σεισμός συνόδευσε την Ανάσταση του Χριστού, έτσι και εδώ δηλώνει ότι η δύναμη της Αναστάσεως εισέρχεται στην ιστορία.
Ο δεσμοφύλακας αποτελεί κεντρικό πρόσωπο της περικοπής. Από φρουρός γίνεται μαθητής. Από άνθρωπος του φόβου γίνεται άνθρωπος της πίστης. Το πρώτο του αίτημα δεν είναι πλέον η τάξη της φυλακής αλλά η σωτηρία της ψυχής του: «Τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;». Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος τονίζει ότι η ερώτηση αυτή είναι η πιο σημαντική που μπορεί να θέσει ένας άνθρωπος στη ζωή του (PG 35, 425).
Η απάντηση των Αποστόλων είναι απλή και απόλυτη: «Πίστεψε στον Κύριο Ιησού Χριστό». Η πίστη εδώ δεν είναι ιδεολογική αποδοχή αλλά προσωπική σχέση ζωής. Ο δεσμοφύλακας αποδεικνύει τη μετάνοιά του πλένοντας τις πληγές των Αποστόλων. Εκείνος που προηγουμένως κρατούσε φυλακισμένους τους ανθρώπους του Θεού τώρα τους υπηρετεί με αγάπη.
Πνευματικοί μαργαρίτες
Η σημερινή εποχή μοιάζει συχνά με φυλακή. Οι άνθρωποι έχουν τεχνολογικά μέσα, δυνατότητες επικοινωνίας και υλικές ανέσεις, αλλά πολλές φορές αισθάνονται εσωτερικά δέσμιοι. Άλλοι φυλακίζονται στην κατάθλιψη, άλλοι στον φόβο, άλλοι στον εγωισμό και άλλοι στις εξαρτήσεις. Το μήνυμα της περικοπής είναι ότι ο Χριστός μπορεί να ανοίξει ακόμη και τις πιο βαριές πόρτες.
Υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν εξωτερικά επιτυχημένοι αλλά μέσα τους βιώνουν σκοτάδι. Ένας νέος μπορεί να έχει χιλιάδες «φίλους» στα κοινωνικά δίκτυα και όμως να νιώθει βαθιά μοναξιά. Μία οικογένεια μπορεί να διαθέτει οικονομική άνεση αλλά να λείπει η ειρήνη. Ένας επαγγελματίας μπορεί να έχει αναγνώριση αλλά να είναι αιχμάλωτος του άγχους. Οι αλυσίδες της ψυχής δεν φαίνονται πάντοτε.
Ο Παύλος και ο Σίλας μάς διδάσκουν ότι η αληθινή ελευθερία δεν εξαρτάται από τις εξωτερικές συνθήκες αλλά από τη σχέση με τον Θεό. Μπορεί κανείς να βρίσκεται σε νοσοκομείο και να έχει ειρήνη. Μπορεί να είναι φτωχός και να νιώθει πλούσιος πνευματικά. Μπορεί να υποφέρει και όμως να υμνεί τον Θεό.
Συγκλονιστικό είναι επίσης το γεγονός ότι οι Απόστολοι δεν εγκατέλειψαν τη φυλακή όταν άνοιξαν οι πόρτες. Θα μπορούσαν να φύγουν. Όμως μένουν για να σωθεί ο δεσμοφύλακας. Η αγάπη προς τον συνάνθρωπο είναι ανώτερη ακόμη και από την προσωπική ελευθερία. Αυτό αποτελεί ισχυρό μήνυμα για τη σύγχρονη κοινωνία του ατομισμού.
Πόσες φορές και εμείς «φεύγουμε» από τους άλλους; Φεύγουμε από τον πόνο του συνανθρώπου, από την ευθύνη, από τη συγχώρηση, από την υπομονή. Οι Απόστολοι μάς δείχνουν έναν άλλο δρόμο: να μείνουμε κοντά στον πληγωμένο άνθρωπο, ακόμη κι αν αυτό κοστίζει.
Ο δεσμοφύλακας ζήτησε φως πριν πλησιάσει τους Αποστόλους. Η λεπτομέρεια αυτή έχει βαθύ συμβολισμό. Κανείς δεν μπορεί να βρει τον Θεό χωρίς φως. Και το φως αυτό είναι ο Χριστός. Σήμερα πολλοί άνθρωποι ψάχνουν απαντήσεις σε ιδεολογίες, σε ψευδοπνευματικότητες ή σε εύκολες λύσεις. Όμως το αληθινό φως βρίσκεται μόνο στο πρόσωπο του Αναστημένου Κυρίου.
Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης έλεγε ότι όταν ο άνθρωπος έχει καλούς λογισμούς, βλέπει παντού ευκαιρίες σωτηρίας. Αντίθετα, όταν κυριαρχούν οι πονηροί λογισμοί, ακόμη και τα θαύματα δεν αρκούν για να αλλάξουν την καρδιά του. Αυτό ακριβώς συνέβη και με τους διώκτες των Αποστόλων.
Η Εκκλησία μάς καλεί να γίνουμε άνθρωποι του φωτός. Να μη μένουμε δέσμιοι της απελπισίας. Να μάθουμε να προσευχόμαστε ακόμη και «στα μεσάνυχτα» της ζωής μας. Εκεί όπου όλα φαίνονται σκοτεινά, ο Θεός μπορεί να ενεργήσει τον μεγαλύτερο σεισμό της χάριτός Του.
Επίλογος
Το αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής του Τυφλού μάς υπενθυμίζει ότι ο Χριστός δεν ήρθε απλώς να βελτιώσει τη ζωή του ανθρώπου αλλά να τον ελευθερώσει ολοκληρωτικά. Οι αλυσίδες πέφτουν όταν η καρδιά στραφεί προς τον Θεό. Η φυλακή γίνεται τόπος σωτηρίας όταν γεμίσει από προσευχή και πίστη.
Ο Παύλος, ο Σίλας και ο δεσμοφύλακας μάς καλούν να αναρωτηθούμε: ποια είναι τα δικά μας δεσμά; Ποιο σκοτάδι μάς κρατά μακριά από το φως του Χριστού; Και κυρίως: έχουμε το θάρρος να ρωτήσουμε και εμείς «τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;».
Είθε ο Αναστημένος Κύριος να φωτίζει τις καρδιές μας, να λύνει τα δεσμά των παθών μας και να χαρίζει σε όλους μας ειρήνη, πίστη και πνευματική ελευθερία. Αμήν.
Βιβλιογραφία
Βασίλειος ο Μέγας. (1857). Ομιλίαι εις την Εξαήμερον. Στο J.-P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 31). Paris: Migne.
Γρηγόριος ο Θεολόγος. (1858). Λόγοι θεολογικοί. Στο J.-P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 35). Paris: Migne.
Ιωάννης ο Χρυσόστομος. (1862). Ομιλίαι εις τας Πράξεις των Αποστόλων. Στο J.-P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 60). Paris: Migne.
Κύριλλος Αλεξανδρείας. (1864). Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον. Στο J.-P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 74). Paris: Migne.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου