Στην Αθήνα του τετάρτου αιώνα πριν από τον Χριστό, εκεί όπου οι αγορές έσφυζαν από φωνές ρητόρων, εμπόρων και φιλοσόφων, δύο μορφές ξεχώριζαν σαν αντίθετοι πόλοι του ίδιου ουρανού. Ο ένας ήταν ο Πλάτων, ο αριστοκρατικός στοχαστής της Ακαδημίας, που αναζητούσε την αλήθεια μέσα από τον κόσμο των Ιδεών. Ο άλλος ήταν ο Διογένης ο Κυνικός, ο άνθρωπος του πίθου, που περιφρονούσε τους νόμους, τις συμβάσεις και τα πλούτη, αναζητώντας την ελευθερία μέσα από την απόλυτη λιτότητα.
Η Αθήνα τούς κοιτούσε άλλοτε με θαυμασμό και άλλοτε με φόβο. Ο Πλάτων μιλούσε για την ψυχή που ανεβαίνει προς το αγαθό, ενώ ο Διογένης γελούσε με όσους έχτιζαν παλάτια για να κρύψουν την εσωτερική τους φτώχεια. Και όμως, πίσω από τις διαφορές τους, υπήρχε κάτι κοινό: και οι δύο αναζητούσαν έναν άνθρωπο καθαρό, ελεύθερο από τα πάθη και προσανατολισμένο σε μια ανώτερη αλήθεια.
Πολλούς αιώνες αργότερα, οι χριστιανοί μοναχοί της ερήμου θα θύμιζαν άλλοτε τον Πλάτωνα και άλλοτε τον Διογένη. Από τη μία η ανάβαση της ψυχής προς τον Θεό, από την άλλη η άρνηση του κόσμου και των υλικών απολαύσεων. Σαν να είχαν οι δύο αυτοί αρχαίοι φιλόσοφοι προαισθανθεί, μέσα από τη σκέψη τους, κάτι από το μέλλον του χριστιανικού ασκητισμού.
Ο Πλάτων δίδασκε πως ο κόσμος που βλέπουμε είναι σκιά μιας ανώτερης πραγματικότητας. Η αλήθεια δεν βρίσκεται στα φθαρτά πράγματα, αλλά στις αιώνιες Ιδέες. Το σώμα φυλακίζει την ψυχή, και ο άνθρωπος οφείλει να καθαρθεί μέσω της φιλοσοφίας για να πλησιάσει το Αγαθό, την ύψιστη αρχή του παντός.
Στον περίφημο μύθο του σπηλαίου (Πολιτεία Πλάτωνος), οι άνθρωποι παρουσιάζονται δεμένοι μέσα σε μια σκοτεινή σπηλιά, βλέποντας μόνο σκιές. Ο φιλόσοφος είναι εκείνος που λύνει τα δεσμά του, βγαίνει στο φως και αντικρίζει τον ήλιο της αλήθειας. Όμως όταν επιστρέφει για να βοηθήσει τους άλλους, συχνά χλευάζεται.
Αυτή η ιδέα θυμίζει βαθιά τον Χριστιανισμό. Ο κόσμος θεωρείται προσωρινός, ενώ η αληθινή πατρίδα της ψυχής βρίσκεται στον ουρανό. Η κάθαρση από τα πάθη, η άσκηση και η στροφή προς το φως του Θεού παρουσιάζουν έντονη συγγένεια με την Πλατωνική σκέψη. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο άγιος Αυγουστίνος, επηρεάστηκαν έντονα από τον Πλάτωνα. Ακόμη και η ιδέα ότι η ψυχή ποθεί μια ανώτερη πραγματικότητα θυμίζει τη χριστιανική νοσταλγία για τον Παράδεισο.
Ο Διογένης, αντίθετα, δεν μιλούσε για κόσμους αόρατους. Μιλούσε για τον άνθρωπο που πρέπει να σπάσει τα δεσμά της απληστίας και της υποκρισίας εδώ και τώρα. Ζούσε μέσα σε έναν πίθο, περπατούσε ξυπόλυτος, κοιμόταν στο χώμα και ζητούσε μόνο τα απολύτως αναγκαία.
Όταν είδε ένα παιδί να πίνει νερό με τις χούφτες του, πέταξε το κύπελλό του λέγοντας πως ακόμη και αυτό ήταν περιττό. Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος στάθηκε μπροστά του και του υποσχέθηκε να του δώσει ό,τι θελήσει, ο Διογένης ζήτησε μόνο να μην του κρύβει τον ήλιο.
Η ζωή του ήταν ένα συνεχές κήρυγμα ελευθερίας. Ο άνθρωπος που έχει λίγες ανάγκες δεν μπορεί να γίνει δούλος κανενός. Εκείνος που δεν φοβάται τη φτώχεια, δεν προσκυνά βασιλιάδες.
Ο κυνισμός της αρχαιότητας δεν είχε τη σημερινή έννοια της ειρωνικής περιφρόνησης. Ήταν μια άσκηση αρετής. Ο κυνικός ήθελε να ζήσει σύμφωνα με τη φύση, απορρίπτοντας την ψεύτικη κοινωνική μάσκα. Αυτή η λιτότητα θυμίζει έντονα τους πρώτους ασκητές του χριστιανισμού. Οι μοναχοί της ερήμου εγκατέλειψαν πόλεις και πλούτη, όπως ο Διογένης εγκατέλειψε την άνεση της κοινωνίας. Ο άγιος Αντώνιος πούλησε τα υπάρχοντά του και έφυγε στην έρημο, όπως ο Διογένης άφησε τα πάντα για να γίνει ελεύθερος.
Κάποιο δειλινό, λένε πως ο Διογένης βρέθηκε κοντά στην Ακαδημία του Πλάτωνα. Ο ήλιος έγερνε πίσω από τις ελιές, και οι μαθητές συζητούσαν περί δικαιοσύνης και αθανασίας της ψυχής.
Ο Διογένης μπήκε στον χώρο κρατώντας το φανάρι του, παρότι ακόμη δεν είχε νυχτώσει.
Ο Πλάτων τον κοίταξε ήρεμα.
«Τι ζητάς πάλι, Διογένη;»
«Άνθρωπον ζητώ», αποκρίθηκε εκείνος.
Οι μαθητές γέλασαν.
Ο Πλάτων έκανε νόημα να σωπάσουν.
«Και δεν βρήκες κανέναν τόσα χρόνια;»
«Βρίσκω πρόσωπα, όχι ανθρώπους. Βρίσκω μάσκες, όχι αλήθεια.»
Ο Πλάτων χαμογέλασε ελαφρά.
«Η αλήθεια δεν βρίσκεται στους δρόμους ούτε στις αγορές. Η ψυχή πρέπει να στραφεί προς τα άνω.»
Ο Διογένης κάθισε καταγής.
«Κι όμως, Πλάτων, εσείς οι φιλόσοφοι μιλάτε για τον ουρανό και ξεχνάτε τη γη. Ο άνθρωπος πεινά, φοβάται, υποκρίνεται. Πρώτα πρέπει να σπάσει τις αλυσίδες του.»
«Οι αλυσίδες είναι μέσα στην ψυχή», είπε ο Πλάτων. «Η άγνοια κρατά τον άνθρωπο στο σκοτάδι.»
«Και η πολυτέλεια», απάντησε ο Διογένης. «Και η φιλοδοξία. Και η ανάγκη να σε χειροκροτούν.»
Ένας μαθητής ρώτησε:
«Διδάσκαλε, ποιος από τους δύο έχει δίκιο;»
Ο Πλάτων σιώπησε για λίγο.
«Ο άνθρωπος μοιάζει με άρμα που το τραβούν δύο άλογα. Το ένα ζητά τις ηδονές, το άλλο την αλήθεια. Αν δεν κυβερνήσει ο νους, το άρμα καταστρέφεται.»
Ο Διογένης γέλασε τραχιά.
«Εγώ πάλι λέω πως όσο περισσότερα κουβαλά το άρμα, τόσο πιο εύκολα ανατρέπεται.»
Οι μαθητές κοιτάχτηκαν αμήχανα.
Ο Πλάτων πλησίασε τον κυνικό φιλόσοφο.
«Εσύ αρνείσαι τον πολιτισμό.»
«Όχι. Αρνούμαι τη σκλαβιά που ονομάζετε πολιτισμό.»
«Και τι προτείνεις; Να ζούμε σαν τα ζώα;»
Ο Διογένης ύψωσε το βλέμμα.
«Τα ζώα δεν χτίζουν πολέμους για χρυσάφι. Δεν φορούν προσωπεία. Δεν προσκυνούν τύραννους.»
Ένας άνεμος πέρασε ανάμεσα στα δέντρα.
Ο Πλάτων στάθηκε συλλογισμένος.
«Πιστεύεις λοιπόν πως η αρετή βρίσκεται μόνο στη φτώχεια;»
«Όχι», είπε ο Διογένης. «Αλλά όποιος εξαρτάται από τα πλούτη, γίνεται δούλος τους.»
Τότε ο Πλάτων έδειξε το φανάρι.
«Και το φως που κρατάς; Τι φωτίζει;»
Ο Διογένης αποκρίθηκε:
«Τη γύμνια των ανθρώπων.»
«Εγώ», είπε ο Πλάτων, «αναζητώ το φως που φωτίζει την ψυχή.»
Ο Διογένης χαμογέλασε για πρώτη φορά.
«Ίσως τότε να ψάχνουμε το ίδιο πράγμα από διαφορετικό δρόμο.»
Έπεσε σιωπή.
Οι μαθητές περίμεναν μια νέα σύγκρουση, όμως οι δύο άνδρες έμοιαζαν ξαφνικά λιγότερο αντίπαλοι και περισσότερο συνοδοιπόροι.
Ο Πλάτων κάθισε δίπλα του.
«Πες μου, Διογένη. Αν όλοι ζούσαν όπως εσύ, τι θα γινόταν με τις πόλεις;»
«Ίσως να υπήρχαν λιγότερες πόλεις και περισσότεροι άνθρωποι.»
«Και οι νόμοι;»
«Ο δίκαιος δεν χρειάζεται πολλούς νόμους.»
Ο Πλάτων αναστέναξε.
«Ο άνθρωπος δεν είναι ακόμη έτοιμος για τόση ελευθερία.»
«Ούτε για τόση εξουσία», ανταπάντησε ο Διογένης.
Ο ήλιος είχε σχεδόν δύσει.
Τότε ένας νεαρός μαθητής πλησίασε και ρώτησε τον Διογένη:
«Γιατί περιφρονείς τόσο τον κόσμο;»
Ο κυνικός τον κοίταξε βαθιά.
«Δεν περιφρονώ τον κόσμο. Περιφρονώ το ψέμα.»
Ο Πλάτων πρόσθεσε:
«Κι εγώ περιφρονώ την άγνοια.»
Ο νεαρός χαμήλωσε το κεφάλι.
Ο Διογένης σηκώθηκε αργά.
«Πλάτων, εσύ διδάσκεις πώς να ανέβει η ψυχή στον ουρανό. Εγώ προσπαθώ να της μάθω πώς να μην γονατίζει στη γη.»
Ο Πλάτων αποκρίθηκε:
«Και ίσως η αλήθεια να χρειάζεται και τα δύο.»
Ο Διογένης έφυγε κρατώντας το φανάρι του μέσα στο σκοτάδι.
Οι μαθητές έμειναν σιωπηλοί.
Τότε ο Πλάτων είπε χαμηλόφωνα:
«Μη γελάτε με αυτόν τον άνθρωπο. Η φτώχεια του είναι ένα είδος καθρέφτη. Και πολλοί φοβούνται να κοιταχτούν μέσα του.»
Πέρασαν αιώνες. Οι αυτοκρατορίες έπεσαν. Οι ναοί γκρεμίστηκαν. Όμως οι ιδέες έμειναν ζωντανές.
Στις ερήμους της Αιγύπτου, μοναχοί ντυμένοι με τραχιές προβιές εγκατέλειπαν τον κόσμο για να βρουν τον Θεό. Η σιωπή τους θύμιζε τον Διογένη. Η αναζήτηση της ουράνιας αλήθειας θύμιζε τον Πλάτωνα.
Ο Χριστιανισμός δεν γεννήθηκε από την Ελληνική φιλοσοφία, όμως συναντήθηκε μαζί της. Από τον Πλάτωνα δανείστηκε τη γλώσσα της πνευματικής ανάβασης. Από τον κυνισμό κράτησε κάτι από την ασκητική περιφρόνηση προς τα πλούτη και την κοσμική ματαιότητα.
Ο Χριστός είπε στον πλούσιο νέο να πουλήσει τα υπάρχοντά του και να τον ακολουθήσει. Ο Διογένης θα συμφωνούσε. Ο Χριστός μίλησε για βασιλεία που δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Ο Πλάτων θα αναγνώριζε κάτι από τον κόσμο των Ιδεών μέσα σε αυτή τη φράση.
Και σήμερα όμως, μέσα στον θόρυβο της σύγχρονης ζωής, οι άνθρωποι μοιάζουν πάλι χαμένοι μέσα σε ένα νέο σπήλαιο. Οι σκιές δεν προβάλλονται πλέον σε βράχους αλλά σε οθόνες. Ο άνθρωπος μετρά την αξία του με χρήματα, επιτυχίες και εικόνες.
Ο σύγχρονος Χριστιανός συχνά ζει ανάμεσα σε δύο κινδύνους: είτε να χαθεί στην υλική άνεση είτε να μετατρέψει την πίστη σε εξωτερικό τύπο χωρίς εσωτερική αλήθεια.
Ο Διογένης μάς θυμίζει πως η ελευθερία αρχίζει όταν περιορίζονται οι ψεύτικες ανάγκες. Ο Πλάτων μάς θυμίζει πως χωρίς πνευματικό προσανατολισμό η ψυχή μένει φυλακισμένη στις σκιές.
Ο Χριστιανισμός καλεί τον άνθρωπο να ενώσει αυτές τις δύο πορείες: την κάθαρση της καρδιάς και την αγάπη προς την αλήθεια. Ο μοναχισμός, ιδιαίτερα στην Ορθόδοξη παράδοση, διατήρησε αυτή τη διπλή κληρονομιά. Ο μοναχός αγωνίζεται να ελευθερωθεί από τα πάθη όπως ο Διογένης και να στραφεί προς το άκτιστο φως όπως ο Πλάτων.
Ίσως τελικά ο άνθρωπος να χρειάζεται και τον πίθο του Διογένη και το σπήλαιο του Πλάτωνα για να καταλάβει τον εαυτό του. Από τον έναν μαθαίνει την ελευθερία από τα δεσμά του κόσμου. Από τον άλλον την ανάβαση προς την αιώνια αλήθεια.
Και ανάμεσα σε αυτούς τους δύο δρόμους, ο Χριστιανισμός πρότεινε έναν τρίτο: όχι απλώς τη γνώση ούτε μόνο την άσκηση, αλλά τη μεταμόρφωση της καρδιάς μέσα από την αγάπη, την ταπείνωση και τη σχέση με τον Θεό.
Το φως του πίθου, η ανάβαση προς την αιώνια αλήθεια και η μεταμόρφωση της καρδιάς μέσα από την αγάπη:
Καθώς το φανάρι του Διογένη εξακολουθεί να φωτίζει τη νύχτα των ανθρώπων, κι ο ήλιος του Πλάτωνα συνεχίζει να καλεί τις ψυχές προς το φως, η μεταμόρφωση της καρδιάς μέσα από την αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον φωτίζει το νου και την ψυχή με Θεού ελπίδα.
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου