Φωτό: Pinterest
Ο Γιάννης είχε μάθει να λύνει εξισώσεις πριν ακόμη μάθει να λύνει ανθρώπους.
Στο δημοτικό κέρδιζε διαγωνισμούς μαθηματικών. Στο γυμνάσιο έβγαινε πρώτος σε όλη την περιφέρεια. Στο πανεπιστήμιο τον αποκαλούσαν «ο αλγόριθμος», όχι κοροϊδευτικά, αλλά με εκείνη την αμήχανη εκτίμηση που προκαλεί ένας άνθρωπος ο οποίος δεν φαίνεται να σπαταλά ούτε λέξη ούτε ανάσα άσκοπα.
Οι μαθητές του τον θυμούνταν πάντα όρθιο μπροστά στον πίνακα, με τα χέρια πίσω από την πλάτη και βλέμμα τόσο συγκεντρωμένο, λες και οι αριθμοί του μιλούσαν σε γλώσσα μυστική. Ήταν καλύτερος στο γράψιμο παρά στην ομιλία. Στα χαρτιά μπορούσε να γίνει βαθύς, σχεδόν ποιητικός. Από κοντά όμως λακώνιζε. Και όταν ένιωθε πολλά, τότε μιλούσε ακόμη λιγότερο.
Ώσπου εμφανίστηκε η Σοφία.
Η νέα φιλόλογος και θεολόγος του Γυμνασίου.
Είχε εκείνη την παράξενη ομορφιά που δεν θορυβεί αλλά σε ακολουθεί. Μικροκαμωμένη, με πρόσωπο φωτεινό σαν έξυπνο παιδί, που μόλις ανακάλυψε κάποιο κρυφό αστείο του κόσμου. Μιλούσε χαμηλά, σχεδόν ήρεμα, και ποτέ δεν αποκάλυπτε περισσότερα απ’ όσα θεωρούσε απαραίτητα. Σαν να περνούσε πρώτα κάθε λέξη από κάποιο εσωτερικό φίλτρο προσευχής.
Ο Γιάννης την ερωτεύθηκε ακαριαία.
Τον τρόμο ενός ανθρώπου που είχε μάθει να ελέγχει τα πάντα και ξαφνικά βρέθηκε απέναντι σε κάτι που δεν υπάκουε σε καμία λογική απόδειξη.
Για εβδομάδες αρκούνταν να την παρατηρεί διακριτικά στο γραφείο των καθηγητών. Τον τρόπο που κρατούσε το φλιτζάνι. Τη μικρή παύση πριν απαντήσει. Την προσοχή με την οποία άκουγε ακόμη και τους πιο κουραστικούς συναδέλφους.
Κάποτε, επιστρέφοντας σπίτι, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και είπε φωναχτά:
— Πρέπει να χαλαρώσω. Να ξεπεράσω αυτό το κόμπλεξ μειονεξίας.
Η φράση τού φάνηκε αστεία. Ένας άνθρωπος με βραβεία, υποτροφίες και ακαδημαϊκές διακρίσεις να νιώθει κατώτερος επειδή δεν ήξερε πώς να κοιτάξει μια γυναίκα στα μάτια.
Δύο μέρες αργότερα βρέθηκε στην Αθήνα, στη σχολή θεάτρου του παλιού του φίλου, του αποκαλούμενου «Μάστερ».
Ο Μάστερ ήταν σχεδόν είκοσι χρόνια μεγαλύτερός του. Άνθρωπος εκρηκτικός, θεατρικός ακόμη και όταν παρήγγελνε καφέ. Ο Γιάννης τον βοηθούσε συχνά με τα λογιστικά της σχολής.
— Τι να κάνω, Μάστερ; είπε σχεδόν απελπισμένα. Θα τρελαθώ αν δεν τα φτιάξω με αυτή τη γυναίκα.
Ο άλλος χαμογέλασε νικηφόρα.
— Αχα! Όταν σου έλεγα να παρακολουθήσεις θέατρο τι μου απαντούσες;
— Ότι δεν έχω χρόνο.
— Κι εγώ σου έλεγα ότι ο άνθρωπος που ξέρει μόνο να σκέφτεται, κάποτε φυλακίζεται μέσα στο κεφάλι του.
Ο Γιάννης αναστέναξε.
— Λέγε λοιπόν.
— Θα έρθεις στο εργαστήρι.
— Τι ακριβώς κάνετε εκεί;
Ο Μάστερ γέλασε πονηρά.
— Αλήθεια.
Η αλήθεια όμως αποδείχθηκε τρομακτική.
Την πρώτη κιόλας εβδομάδα ο Γιάννης παρακολούθησε ασκήσεις βασισμένες στον Μπέκετ, στον Ιονέσκο και σε σύγχρονες performance. Οι νέοι ηθοποιοί εμφανίζονταν ολόγυμνοι στη σκηνή χωρίς ίχνος ντροπής. Φιλιόντουσαν, αγκαλιάζονταν, στέκονταν ακίνητοι απέναντι στο κοινό σαν να έλεγαν: «Να ποιος είμαι χωρίς άμυνες».
Ο Γιάννης καθόταν στην άκρη αποσβολωμένος.
Η ιδέα ότι θα έβγαζε δημόσια ακόμη και το σώβρακό του τον παρέλυε. Εκείνος δεν είχε αγγίξει ποτέ γυναίκα ερωτικά. Όχι από αδιαφορία. Από αναβολή. Όλο κάτι προηγούνταν: εξετάσεις, μεταπτυχιακά, διορισμοί, υποχρεώσεις.
Και τώρα ο έρωτας τον είχε βρει απροετοίμαστο σαν μαθητή χωρίς διάβασμα.
Στο θέατρο συνέβαιναν πολλά. Πάντα στους άλλους.
Ο ίδιος παρακολουθούσε με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια. Έβλεπε σώματα εκτεθειμένα αλλά κυρίως έβλεπε ανθρώπους να μην κρύβονται. Αυτό ήταν που τον τάραζε περισσότερο.
Ένα βράδυ, ύστερα από μια εξαντλητική πρόβα, επέστρεψε σπίτι σε κατάσταση συναισθηματικού αδιεξόδου. Άνοιξε τον υπολογιστή και άρχισε να ψάχνει κείμενα για τον χριστιανικό γάμο.
Δεν ήξερε ακριβώς γιατί.
Ίσως επειδή η Σοφία τον έκανε να σκέφτεται όχι την κατάκτηση αλλά την ένωση. Ίσως επειδή πρώτη φορά στη ζωή του ήθελε να ανήκει κάπου μαζί με κάποιον.
Τότε του ήρθε μια παράξενη ιδέα.
Να φτιάξει μια συλλογή με «όχι τις γνωστές ατάκες». Όχι κοινοτοπίες, όχι φτηνά φλερτ. Κάτι ουσιαστικό που θα μπορούσε ίσως να αγγίξει μια φιλόλογο και θεολόγο σαν τη Σοφία.
Και τότε έπεσε πάνω στα κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου για τον γάμο και ιδιαίτερα στην ανάλυση της προς Εφεσίους επιστολής.
Διάβαζε ασταμάτητα.
«Μη ζητείς από τη γυναίκα σου μόνο να σε φοβάται· ζήτησε να σε αγαπά.»
«Ο άνδρας και η γυναίκα είναι ένα σώμα, όχι δύο ζωές που απλώς συγκατοικούν.»
«Η αγάπη είναι μεγαλύτερη εξουσία από τον φόβο.»
Κάθε φράση τον χτυπούσε παράξενα.
Δεν ήταν οι έξυπνες ατάκες που έψαχνε. Ήταν κάτι βαθύτερο. Μια γλώσσα τρυφερότητας που δεν είχε μάθει ποτέ να μιλά.
Κι όμως, όσο περισσότερο συγκινούνταν τόσο περισσότερο ένιωθε κάτι μέσα του να δένεται κόμπος. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του να λέει αυτά τα λόγια μεγαλόφωνα.
Η θεία πρόνοια όμως, όταν οι άνθρωποι εξαντλούνται, συχνά ανοίγει μικρές χαραμάδες.
Λίγο πριν τη λήξη της σχολικής χρονιάς, οι καθηγητές είχαν πέσει με τα μούτρα στις φορολογικές δηλώσεις. Το γραφείο καθηγητών έμοιαζε με λογιστήριο πανικού.
— Εγώ πέρσι πλήρωσα μια περιουσία, έλεγε η γυμνάστρια.
— Δεν καταλαβαίνω τίποτα από αυτούς τους κωδικούς, παραπονιόταν ο φυσικός.
Η Σοφία καθόταν σιωπηλή με ένα φάκελο στα χέρια. Ο Γιάννης το πρόσεξε αμέσως.
— Εσύ; τη ρώτησε διστακτικά.
— Πάντα πάω σε λογίστρια, είπε σχεδόν απολογητικά. Δεν τα καταφέρνω καθόλου με αυτά.
Για πρώτη φορά εκείνος ένιωσε να έχει μπροστά του μια εξίσωση που μπορούσε να λύσει.
Καθάρισε τον λαιμό του.
— Όποιος χρειάζεται βοήθεια… είμαι στη διάθεσή του.
Η Σοφία σήκωσε το βλέμμα.
— Εγώ.
Η καρδιά του έκανε κάτι εντελώς αντιεπιστημονικό.
— Πολύ ευχαρίστως, απάντησε. Με ένα αντάλλαγμα μόνο.
— Ποιο;
Πήρε μια ανάσα.
— Να μου αναλύσεις τον λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην προς Εφεσίους επιστολή.
Η Σοφία τον κοίταξε αιφνιδιασμένη. Και ύστερα χαμογέλασε τόσο γλυκά, που ο Γιάννης ένιωσε να χάνει κάθε αμυντικό μηχανισμό.
Συναντήθηκαν το επόμενο απόγευμα στο άδειο σχολείο.
Πρώτα κάθισαν μπροστά στον υπολογιστή. Ο Γιάννης της εξηγούσε με απίστευτη υπομονή τους κωδικούς, τις αποδείξεις, τα τεκμήρια. Εκείνη κρατούσε σημειώσεις σαν επιμελής μαθήτρια.
— Είσαι πολύ καλός δάσκαλος, είπε κάποια στιγμή.
— Τα μαθηματικά είναι πιο εύκολα από τους ανθρώπους.
— Δεν είμαι σίγουρη.
Όταν τελείωσαν, έμεινε μια μικρή αμηχανία.
Η Σοφία άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε ένα μικρό βιβλίο.
— Λοιπόν; είπε. Να πληρώσω το χρέος μου.
Κάθισε απέναντί του και άρχισε να μιλά.
Όχι σαν καθηγήτρια. Σαν άνθρωπος που αγαπούσε πραγματικά αυτά που έλεγε.
Του μίλησε για την έννοια της θυσιαστικής αγάπης. Για το ότι ο Χρυσόστομος δεν βλέπει τον γάμο ως σύμβαση εξουσίας αλλά ως κοινή πορεία θεραπείας. Για τη λεπτότητα με την οποία περιγράφει την τρυφερότητα ανάμεσα στους συζύγους.
— Βλέπεις; είπε χαμηλόφωνα. Δεν λέει απλώς «αγάπα». Λέει να αγαπάς με τρόπο που να γεννά ασφάλεια στον άλλον. Χωρίς φόβο.
Ο Γιάννης την κοιτούσε σχεδόν υπνωτισμένος.
— Και κάτι ακόμη, συνέχισε. Ο αληθινός άνθρωπος δεν απογυμνώνεται μόνο σωματικά. Αυτό είναι εύκολο καμιά φορά. Η πραγματική γύμνια είναι να μπορείς να φανερωθείς ψυχικά χωρίς να παίζεις ρόλο.
Η φράση τον χτύπησε κατευθείαν στο θέατρο. Στους γυμνούς ηθοποιούς. Στη δική του αδυναμία.
Σαν να κατάλαβε τις σκέψεις του, εκείνη χαμογέλασε απαλά.
— Μερικοί άνθρωποι χρειάζονται χρόνο για να μιλήσουν. Δεν σημαίνει ότι νιώθουν λιγότερο.
Ο Γιάννης ένιωσε ξαφνικά κάτι μέσα του να σπάει.
Όχι θορυβωδώς.
Σαν κόμπος που λύνει επιτέλους.
Και τότε, χωρίς να το σχεδιάσει, χωρίς να το προβάρει όπως έκανε με όλα στη ζωή του, είπε:
— Με εκφράζει απόλυτα.
Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν αμηχανία.
Η Σοφία γέλασε.
Όχι δυνατά. Όχι θεατρικά.
Με εκείνο το καθαρό, φωτεινό γέλιο που μοιάζει να κατεβαίνει από κάπου ψηλά για να ξεκουράσει τους κουρασμένους ανθρώπους.
Και ο Γιάννης, για πρώτη φορά στη ζωή του, δεν προσπάθησε να βρει τις σωστές λέξεις.
Γιατί κατάλαβε πως ίσως ο έρωτας δεν ζητά τις γνωστές ατάκες.
Ζητά απλώς να πάψεις να κρύβεσαι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου