Πατερική θεώρηση της συγχωρήσεως και της πνευματικής νίκης
Εισαγωγή
Οι λόγοι του Γέροντος Γαβριήλ του Αγιορείτου και του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου εκφράζουν μία από τις βαθύτερες αλήθειες της Ορθόδοξης πνευματικότητας: ο άνθρωπος του Θεού δεν καλείται απλώς να υπομείνει την αδικία, αλλά να τη μεταμορφώσει σε ευκαιρία αγιασμού. Η συκοφαντία, η περιφρόνηση, η λασπολογία και η αδικία αποτελούν διαχρονικές εμπειρίες της ανθρώπινης ζωής. Ωστόσο, η Εκκλησία δεν τις αντιμετωπίζει μόνο ως κοινωνικά προβλήματα, αλλά πρωτίστως ως πνευματικά γεγονότα που μπορούν να γίνουν τόποι συναντήσεως με τη χάρη του Θεού.
Ο Χριστός υπήρξε ο κατ’ εξοχήν αδικημένος. Κατηγορήθηκε ψευδώς, λοιδορήθηκε, εγκαταλείφθηκε και σταυρώθηκε χωρίς να αντιδράσει με εκδίκηση. Η στάση Του επάνω στον Σταυρό αποτελεί το πρότυπο κάθε χριστιανικής αντιμετωπίσεως της αδικίας: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23:34). Η συγχώρηση προηγείται της δικαιώσεως και η αγάπη υπερβαίνει την ανθρώπινη ανταπόδοση.
Η αδικία ως συμμετοχή στο πάθος του Χριστού
Η Καινή Διαθήκη παρουσιάζει την υπομονή στην αδικία ως συμμετοχή στο μυστήριο του Σταυρού. Ο Απόστολος Πέτρος διδάσκει ότι ο πιστός καλείται να ακολουθήσει τα ίχνη του Χριστού, «ὃς λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει» (Α΄ Πέτρ. 2:23).
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι η αδικία που υπομένει κανείς για χάρη του Θεού δεν αποτελεί ήττα αλλά πνευματικό θρίαμβο. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι εκείνος που αδικείται και δεν ανταποδίδει γίνεται μιμητής του Χριστού και αποκτά μεγαλύτερη δόξα από τον άνθρωπο που νικά τους εχθρούς του με ανθρώπινα μέσα (Χρυσόστομος, Περί αδικήματος και εκδικήσεως, PG 52, 391–396).
Η πατερική σκέψη δεν θεωρεί την αδικία αγαθό καθ’ εαυτό. Η αδικία παραμένει αμαρτία. Όμως η χάρη του Θεού δύναται να μεταμορφώσει το τραύμα της αδικίας σε μέσο πνευματικής τελειώσεως. Η δύναμη αυτή δεν προέρχεται από τον άνθρωπο αλλά από τον Θεό, ο οποίος ενεργεί μέσα στην ταπείνωση και στην υπομονή.
Η συκοφαντία ως δοκιμασία της αληθείας
Η συκοφαντία αποτελεί ιδιαίτερα επώδυνη μορφή αδικίας, διότι πλήττει όχι μόνο τα εξωτερικά αγαθά αλλά και την υπόληψη του ανθρώπου. Στην ανθρώπινη κοινωνία η φήμη συχνά θεωρείται πολύτιμο αγαθό. Όταν όμως ο χριστιανός θέτει την αξία του στην κρίση του Θεού και όχι των ανθρώπων, τότε αποκτά εσωτερική ελευθερία.
Ο Μέγας Βασίλειος επισημαίνει ότι η ανθρώπινη δόξα είναι πρόσκαιρη και ασταθής, ενώ η κρίση του Θεού είναι αληθινή και αιώνια (Βασίλειος ο Μέγας, Όροι κατά πλάτος, PG 31, 908–913). Ο πιστός επομένως δεν θεμελιώνει την ειρήνη του στη δημόσια αναγνώριση αλλά στη συνείδηση ότι ο Θεός γνωρίζει την αλήθεια.
Ο Άγιος Παΐσιος προτρέπει να μην επιδιώκουμε πάντοτε τη δικαίωση όταν η αδικία αφορά αποκλειστικά το πρόσωπό μας. Η συμβουλή αυτή δεν σημαίνει αδιαφορία για την αλήθεια. Σημαίνει ότι η σωτηρία της ψυχής είναι σημαντικότερη από την αποκατάσταση της εικόνας μας στα μάτια των ανθρώπων. Η συνεχής προσπάθεια αυτοδικαιώσεως μπορεί να οδηγήσει σε υπερηφάνεια, οργή και πνευματική ταραχή.
Η ταπείνωση ως απάντηση στη λασπολογία
Ο Γέρων Γαβριήλ λέγει: «Όταν σε λασπολογούν εσύ ν’ ανθίζεις, όταν σε βρίζουν να μοσχοβολάς. Η Χάρη του Θεού αγιάζει ό,τι ο κόσμος αφήνει ορφανό». Η εικόνα αυτή παραπέμπει στην Ευαγγελική αρχή ότι το κακό δεν νικιέται με άλλο κακό αλλά με το αγαθό.
Η ταπείνωση αποτελεί τον πυρήνα της Ορθόδοξης ασκητικής ζωής. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει ότι η ταπείνωση είναι το θεμέλιο όλων των αρετών και η δύναμη που καθιστά τον άνθρωπο άτρωτο απέναντι στις επιθέσεις των άλλων (PG 62, 171–176).
Ο ταπεινός άνθρωπος δεν σημαίνει ότι στερείται αξιοπρέπειας. Αντιθέτως, γνωρίζει ότι η πραγματική του αξία προέρχεται από τη σχέση του με τον Θεό. Όταν λοιπόν δέχεται προσβολές, δεν καταρρέει, διότι η ταυτότητά του δεν εξαρτάται από την αποδοχή των άλλων.
Η ταπείνωση δεν είναι ψυχολογική αδυναμία αλλά πνευματική δύναμη. Απαιτεί εσωτερικό αγώνα, προσευχή και βαθιά εμπιστοσύνη στη θεία πρόνοια. Ο άνθρωπος που ταπεινώνεται ελεύθερα αφήνει χώρο στη Θεία Χάρη να ενεργήσει μέσα του.
Η συγχώρηση ως υπέρβαση της ανθρώπινης δικαιοσύνης
Στην ανθρώπινη λογική η συγχώρηση συχνά φαίνεται άδικη. Ο άνθρωπος αισθάνεται ότι ο άλλος πρέπει να πληρώσει για το κακό που προκάλεσε. Ωστόσο, η Χριστιανική ζωή θεμελιώνεται στη συγχώρηση που πρώτα έλαβε ο άνθρωπος από τον Θεό.
Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ερμηνεύοντας την Κυριακή Προσευχή ( Πάτερ ημών) υπογραμμίζει ότι όποιος ζητά τη συγχώρηση του Θεού οφείλει να συγχωρεί τους αδελφούς του (PG 72, 700–705). Η συγχώρηση επομένως δεν είναι προαιρετική αρετή αλλά ουσιώδης έκφραση της Χριστιανικής υπάρξεως.
Ο Άγιος Παΐσιος επισημαίνει ότι ακόμη και η φράση «να το βρουν από τον Θεό» μπορεί να κρύβει κατάρα και εκδικητικότητα. Η πατερική παράδοση συμφωνεί ότι ο πιστός δεν πρέπει να επιθυμεί την τιμωρία των εχθρών του αλλά τη μετάνοιά τους.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος διδάσκει ότι το υψηλότερο επίπεδο πνευματικής ζωής είναι να ευεργετεί κανείς εκείνους που τον αδικούν (PG 35, 896–900). Πρόκειται για στάση που υπερβαίνει τις φυσικές ανθρώπινες δυνάμεις και προϋποθέτει τη συνεργία της Θείας Χάριτος.
Η συγχώρηση δεν σημαίνει δικαίωση της αδικίας ούτε αποδοχή του κακού ως αγαθού. Αντιθέτως, αποτελεί άρνηση της κυριαρχίας του κακού επάνω στην καρδιά του ανθρώπου. Εκείνος που συγχωρεί αρνείται να γίνει δέσμιος της μνησικακίας και της εκδικήσεως. Με αυτόν τον τρόπο μιμείται τον ίδιο τον Χριστό, ο οποίος πάνω στον Σταυρό προσευχήθηκε για τους σταυρωτές Του και άνοιξε τον δρόμο της σωτηρίας ακόμη και για εκείνους που Τον καταδίωκαν.
Η πατερική παράδοση τονίζει ότι η μνησικακία αποτελεί σοβαρό εμπόδιο στην πνευματική ζωή. Ο άνθρωπος που κρατά μέσα του πικρία και θυμό αδυνατεί να γευθεί την ελευθερία της Θείας Χάριτος. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί ότι η εκδίκηση τραυματίζει περισσότερο εκείνον που την επιθυμεί παρά εκείνον προς τον οποίο στρέφεται, διότι δηλητηριάζει την ψυχή και απομακρύνει την ειρήνη του Θεού από την καρδιά (PG 49, 263–270).
Η σιωπή ως πνευματική μαρτυρία
Στην εποχή της άμεσης αντίδρασης και της δημόσιας αντιπαράθεσης, η σιωπή συχνά παρερμηνεύεται ως αδυναμία. Ωστόσο, οι Πατέρες της Εκκλησίας αναγνωρίζουν στη σιωπή μία ιδιαίτερη πνευματική δύναμη.
Ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος, αναφέρει ότι η σιωπή αποτελεί μυστήριο του μέλλοντος αιώνος. Παρόμοια πνευματική αντίληψη συναντάται και στους Καππαδόκες Πατέρες, οι οποίοι συνδέουν την εγκράτεια της γλώσσας με την κάθαρση της καρδιάς.
Η σιωπή ενώπιον της συκοφαντίας δεν είναι πάντοτε υποχρεωτική. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η υπεράσπιση της αλήθειας είναι αναγκαία, ιδιαίτερα όταν κινδυνεύουν άλλοι άνθρωποι ή η πίστη της Εκκλησίας. Όταν όμως η αδικία αφορά αποκλειστικά το προσωπικό συμφέρον, η σιωπηλή υπομονή μπορεί να γίνει ανώτερη μορφή μαρτυρίας.
Ο ίδιος ο Κύριος, κατά τη διάρκεια της δίκης Του ενώπιον του Πιλάτου και των αρχιερέων, επέλεξε πολλές φορές τη σιωπή. Η σιωπή αυτή δεν ήταν αδυναμία απολογίας αλλά αποκάλυψη της θείας μακροθυμίας. Ο Χριστός γνώριζε ότι η αλήθεια Του δεν εξαρτάται από τις ανθρώπινες κρίσεις. Με τον ίδιο τρόπο και ο Χριστιανός καλείται να εμπιστευθεί την τελική δικαιοσύνη του Θεού.
Η σιωπηλή υπομονή δεν αποκλείει την προσευχή. Αντίθετα, η προσευχή γίνεται το καταφύγιο της καρδιάς. Εκεί όπου τα ανθρώπινα λόγια αδυνατούν να αποκαταστήσουν την αλήθεια, η προσευχή ανοίγει τον δρόμο για τη θεραπεία των πληγών και τη διατήρηση της εσωτερικής ειρήνης. Οι άγιοι της Εκκλησίας έμαθαν να μετατρέπουν τα βέλη της συκοφαντίας σε αφορμές βαθύτερης κοινωνίας με τον Θεό.
Η θεία πρόνοια μέσα στις δοκιμασίες
Η ορθόδοξη θεολογία βλέπει την ιστορία υπό το φως της θείας πρόνοιας. Τίποτε δεν διαφεύγει από τη γνώση και την αγάπη του Θεού. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Θεός προκαλεί την αδικία, αλλά ότι μπορεί να αξιοποιήσει ακόμη και τις συνέπειες της ανθρώπινης κακίας για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει ότι η θεία πρόνοια κατευθύνει τα πάντα προς το αγαθό εκείνων που αγαπούν τον Θεό (PG 94, 964–969). Ο πιστός επομένως δεν βλέπει τις δοκιμασίες ως τυχαία γεγονότα αλλά ως ευκαιρίες πνευματικής ωριμάνσεως.
Η συκοφαντία μπορεί να γίνει σχολείο ταπεινώσεως. Η αδικία μπορεί να αποκαλύψει κρυμμένα πάθη. Η περιφρόνηση μπορεί να διδάξει την εσωτερική ελευθερία. Όλα αυτά δεν αναιρούν τον πόνο, αλλά του προσδίδουν σωτηριολογικό νόημα.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναφέρει ότι οι θλίψεις που υπομένει κανείς με ευχαριστία γίνονται μέσα καθάρσεως και πνευματικής αναγεννήσεως. Όταν ο άνθρωπος παραδίδει τον εαυτό του στη θεία πρόνοια, παύει να αναζητά απεγνωσμένα εξηγήσεις για κάθε δοκιμασία και αρχίζει να ανακαλύπτει την παρουσία του Θεού ακόμη και μέσα στον πόνο.
Τα «χρυσά στεφάνια» της αιωνιότητας
Ο Άγιος Παΐσιος, ακολουθώντας τη μακραίωνη πατερική παράδοση, τονίζει ότι όσοι μας αδικούν χωρίς να το γνωρίζουν «μας ετοιμάζουν χρυσά στεφάνια». Η έκφραση αυτή δεν υπονοεί κάποια νοσηρή αποδοχή της κακοποιήσεως ούτε μία παθητική στάση απέναντι στο κακό. Αντίθετα, αναδεικνύει τη δύναμη της Θείας Χάριτος να μεταμορφώνει ακόμη και τις πιο επώδυνες εμπειρίες σε πνευματικό πλούτο.
Η εικόνα που χρησιμοποιεί ο Άγιος Παΐσιος περί «χρυσών στεφάνων» εδράζεται βαθιά στην αγιογραφική και πατερική παράδοση. Η Αγία Γραφή παρουσιάζει επανειλημμένα τον πνευματικό αγώνα ως δρόμο που καταλήγει σε στεφάνωση. Ο Απόστολος Παύλος γράφει ότι «τὸν καλὸν ἀγῶνα ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀπόκειται μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος» (Β΄ Τιμ. 4:7–8). Ο στέφανος αυτός δεν είναι γήινη ανταμοιβή, αλλά η μετοχή στη δόξα του Θεού.
Η Εκκλησία διδάσκει ότι καμία δοκιμασία που υπομένει ο άνθρωπος για την αγάπη του Χριστού δεν χάνεται. Κάθε δάκρυ, κάθε αδικία που υπομένει με υπομονή, κάθε συκοφαντία που δέχεται χωρίς μνησικακία, καταγράφεται ενώπιον του Θεού. Ο Κύριος γνωρίζει όχι μόνο τα έργα αλλά και τις προθέσεις, τις πληγές και τους κρυφούς αγώνες της καρδιάς.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπογραμμίζει ότι οι θλίψεις των δικαίων δεν αποτελούν ένδειξη εγκαταλείψεως από τον Θεό, αλλά μαρτυρία της ιδιαίτερης φροντίδας Του, διότι μέσα από αυτές καλλιεργείται η αρετή και αυξάνεται η πνευματική τελειότητα (PG 52, 155–160). Όπως ο χρυσός καθαρίζεται μέσα στη φωτιά, έτσι και η ψυχή δοκιμάζεται μέσα στις δυσκολίες, ώστε να λάμψει καθαρότερη.
Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης συνδέει τις δοκιμασίες με την πορεία της ψυχής προς τη θέωση. Κατά τη διδασκαλία του, οι θλίψεις και οι πειρασμοί γίνονται μέσα παιδαγωγίας, μέσω των οποίων ο άνθρωπος αποδεσμεύεται από τα πρόσκαιρα και προσανατολίζεται προς τα αιώνια αγαθά (PG 46, 285–300). Έτσι, η αδικία δεν έχει τον τελευταίο λόγο· τον τελευταίο λόγο έχει η αγάπη του Θεού.
Η χριστιανική ελπίδα δεν στηρίζεται στην ανθρώπινη δικαίωση αλλά στη βεβαιότητα ότι ο Θεός είναι δίκαιος κριτής. Πολλές φορές στην παρούσα ζωή οι δίκαιοι συκοφαντούνται και οι άδικοι θριαμβεύουν φαινομενικά. Όμως η Εκκλησία βλέπει την ιστορία υπό το φως της αιωνιότητας. Εκεί όπου οι άνθρωποι βλέπουν αποτυχία, ο Θεός βλέπει νίκη. Εκεί όπου ο κόσμος βλέπει ταπείνωση, ο Θεός προετοιμάζει δόξα.
Η προσδοκία των επουρανίων στεφάνων δεν απομακρύνει τον πιστό από τα καθήκοντα της παρούσας ζωής. Αντίθετα, τον ενδυναμώνει να συνεχίζει τον αγώνα του με υπομονή, πραότητα και αγάπη. Η ελπίδα της αιωνιότητας γίνεται πηγή θάρρους και αντοχής μέσα στις δοκιμασίες.
Συμπέρασμα
Οι λόγοι του Γέροντος Γαβριήλ του Αγιορείτου και του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου εκφράζουν με απλότητα και πνευματικό βάθος τη διαχρονική διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η λασπολογία, η συκοφαντία, η αδικία και η περιφρόνηση αποτελούν αναπόφευκτες πραγματικότητες της ανθρώπινης ζωής. Όμως για τον άνθρωπο της πίστεως δεν αποτελούν αδιέξοδο.
Ο Χριστιανός καλείται να αντιμετωπίσει το κακό όχι με ανταπόδοση αλλά με αγάπη, όχι με κατάρα αλλά με προσευχή, όχι με μνησικακία αλλά με συγχώρηση. Η στάση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα ηθικής ανωτερότητας, αλλά καρπός της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος που ενεργεί μέσα στην ταπεινωμένη καρδιά.
Η Πατερική παράδοση διδάσκει ότι η αληθινή νίκη δεν βρίσκεται στη δικαίωση ενώπιον των ανθρώπων αλλά στη διατήρηση της ειρήνης της ψυχής και της κοινωνίας με τον Θεό. Εκείνος που συγχωρεί γίνεται ελεύθερος. Εκείνος που υπομένει με πίστη αγιάζεται. Εκείνος που αγαπά τους εχθρούς του γίνεται μιμητής του Χριστού.
Ο Γέρων Γαβριήλ μάς προτρέπει να ανθίζουμε όταν μας λασπολογούν και να μοσχοβολούμε όταν μας βρίζουν. Ο Άγιος Παΐσιος μάς καλεί να αποφεύγουμε τη δικαίωση του εγωισμού μας και να παραδίνουμε την κρίση στον Θεό. Και οι δύο, ακολουθώντας την Ευαγγελική και Πατερική παράδοση, μας οδηγούν στη βεβαιότητα ότι η χάρη του Θεού μπορεί να αγιάσει ό,τι ο κόσμος αφήνει ορφανό.
Μέσα σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί συχνά η καταδίκη, η αντιπαράθεση και η εκδικητικότητα, η Χριστιανική μαρτυρία της συγχωρήσεως αναδεικνύεται ως φως ελπίδας. Η αδικία μπορεί να πληγώσει το σώμα και την ψυχή, αλλά δεν μπορεί να στερήσει από τον άνθρωπο την παρουσία του Θεού. Αντίθετα, όταν αντιμετωπίζεται με πίστη, ταπείνωση και αγάπη, μετατρέπεται σε δρόμο αγιασμού και σε προετοιμασία για τα «χρυσά στεφάνια» της Βασιλείας των Ουρανών.
Ευχές
Είθε:
Ο Πανάγαθος Θεός να γεμίζει τις καρδιές μας με ειρήνη, αγάπη και πνευματική δύναμη.
Να μας χαρίζει υπομονή στις δοκιμασίες και σοφία στις αποφάσεις της ζωής.
Να φωτίζει τον νου μας με το ανέσπερο φως της αληθείας Του.
Να στηρίζει τα βήματά μας στον δρόμο της πίστεως και της αρετής.
Να ευλογεί τις οικογένειές μας με υγεία, ομόνοια και χαρά.
Να μας προστατεύει από κάθε κακό και από κάθε πνευματική σύγχυση.
Να μας διδάσκει τη δύναμη της συγχωρήσεως και της ανιδιοτελούς αγάπης.
Να μας αξιώνει να βλέπουμε την παρουσία Του ακόμη και μέσα στις δυσκολίες.
Να γεμίζει την καθημερινότητά μας με ελπίδα, ευγνωμοσύνη και εμπιστοσύνη στη θεία πρόνοια.
Και να μας αξιώσει όλους να συναντήσουμε το πρόσωπό Του στη Βασιλεία των Ουρανών, όπου δεν υπάρχει πόνος, λύπη και στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητη και χαρά αιώνια. Αμήν.
Βιβλιογραφία
Basilius Magnus. (1857). Regulae fusius tractatae. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca (Vol. 31). Paris: Imprimerie Catholique.
Chrysostomus, I. (1862). Homiliae et tractatus. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca (Vols. 49, 52, 62). Paris: Imprimerie Catholique.
Cyrillus Alexandrinus. (1864). De oratione dominica. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca (Vol. 72). Paris: Imprimerie Catholique.
Gregorius Nazianzenus. (1858). Orationes. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca (Vol. 35). Paris: Imprimerie Catholique.
Gregorius Nyssenus. (1863). De beatitudinibus. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca (Vols. 44–46). Paris: Imprimerie Catholique.
Ioannes Damascenus. (1864). Expositio fidei orthodoxae. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca (Vol. 94). Paris: Imprimerie Catholique.
Migne, J.-P. (Ed.). (1857–1866). Patrologiae cursus completus: Series Graeca (Vols. 1–161). Paris: Imprimerie Catholique.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου