Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

Μέρος Α΄: Κύριε, πέμψον μοι άνθρωπον ειδότα ΣΕ

 

Ο ενάρετος άνθρωπος κατά τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο- βιβλική και πατερική θεώρηση

 Εισαγωγή

Η αναζήτηση του ενάρετου ανθρώπου αποτελεί ένα από τα κεντρικά θέματα της Ορθόδοξης πνευματικής παραδόσεως. Η φράση του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου «Κύριε, πέμψον μοι ἄνθρωπον εἰδότα Σε» εκφράζει τη βαθιά επιθυμία του ανθρώπου να συναντήσει έναν πνευματικό οδηγό που δεν γνωρίζει τον Θεό μόνο θεωρητικά, αλλά έχει εμπειρική κοινωνία μαζί Του. Στην πατερική σκέψη η αρετή δεν είναι απλώς ηθική τελείωση, αλλά καρπός της ενεργείας της Θείας Χάριτος και πορεία προς τη θέωση.

Η παρούσα μελέτη εξετάζει την έννοια του ενάρετου ανθρώπου μέσα από τη βιβλική παράδοση, τη διδασκαλία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου και τη μαρτυρία μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη σημασία της πνευματικής πατρότητας, της διάκρισης, της ταπεινώσεως και της εμπειρικής θεογνωσίας.

 1. Η θεολογική σημασία της προσευχής του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

Η σύντομη  προσευχή αποτελεί συμπύκνωση ολόκληρης της Ορθόδοξης ανθρωπολογίας. Ο άνθρωπος δεν σώζεται μόνος του ούτε οδηγείται στη γνώση του Θεού αποκλειστικά μέσω διανοητικών αναζητήσεων.

Ο Άγιος Συμεών υπογραμμίζει ότι η αληθινή γνώση του Θεού είναι εμπειρική. Ο άνθρωπος καλείται να γνωρίσει τον Θεό μέσα στην καρδιά του, διά της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος.

Για τον λόγο αυτό ο πνευματικός οδηγός δεν είναι απλώς ένας εκπαιδευτής. Είναι εκείνος που έχει γίνει μάρτυρας της θείας ζωής. Η παρουσία του βοηθεί τον μαθητή να πορευθεί από την κάθαρση στον φωτισμό και από τον φωτισμό στη θέωση (PG 120, 508C–509D).

Η φράση «εἰδότα Σε» δηλώνει γνώση βιωματική. Δεν σημαίνει απλή γνώση περί Θεού, αλλά κοινωνία με τον Θεό. 

2. Ο άνθρωπος ως εικόνα και ομοίωση του Θεού

Η πατερική θεώρηση του ενάρετου ανθρώπου θεμελιώνεται στο μυστήριο της δημιουργίας. Ο άνθρωπος δεν αποτελεί ένα τυχαίο δημιούργημα μέσα στην κτίση, αλλά το κορυφαίο δημιούργημα της θείας αγάπης, πλασμένο «κατ’ εἰκόνα» και προορισμένο να φθάσει στο «καθ’ ὁμοίωσιν» (Γεν. 1:26). Η διάκριση αυτή αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες της ανατολικής πατερικής ανθρωπολογίας.

Η εικόνα του Θεού αναφέρεται στα χαρίσματα που δόθηκαν στον άνθρωπο κατά τη δημιουργία: τον νου, την ελευθερία, τη δυνατότητα της κοινωνίας και της αγάπης. Η ομοίωση, όμως, αποτελεί δυναμική πορεία, η οποία πραγματοποιείται με τη συνεργία του ανθρώπου και της Θείας Χάριτος.

Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης υπογραμμίζει ότι η ομοίωση προς τον Θεό δεν είναι εξωτερική μίμηση, αλλά εσωτερική μεταμόρφωση της υπάρξεως, μέσω της συμμετοχής στις θείες αρετές (PG 44, 1327B–1332A). Ο άνθρωπος γίνεται όμοιος με τον Θεό όταν αποκτά την αγαθότητα, την αγάπη, την καθαρότητα και την ελευθερία από τα πάθη.

Στο πλαίσιο αυτό, ο ενάρετος άνθρωπος δεν είναι απλώς ένας «καλός άνθρωπος» σύμφωνα με τα ανθρώπινα μέτρα. Είναι εκείνος στον οποίο αποκαθίσταται η αρχική κλήση της ανθρώπινης φύσεως. Η αρετή αποτελεί επιστροφή στην αυθεντική κατάσταση του ανθρώπου.

Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος βλέπει αυτή τη μεταμόρφωση ως αποτέλεσμα της ενεργού παρουσίας του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Ο άνθρωπος που γνωρίζει τον Θεό δεν πληροφορείται απλώς για Αυτόν, αλλά γίνεται κοινωνός της θείας ζωής (PG 120, 508C–509D).

3. Ο ενάρετος άνθρωπος στην Αγία Γραφή

Η Αγία Γραφή παρουσιάζει τον δίκαιο άνθρωπο ως εκείνον που έχει σταθερή σχέση εμπιστοσύνης και υπακοής προς τον Θεό. Ο δίκαιος της Παλαιάς Διαθήκης δεν χαρακτηρίζεται κυρίως από την εξωτερική τήρηση κανόνων, αλλά από την πιστότητα της καρδιάς του.

Ο Ψαλμωδός περιγράφει τον άνθρωπο που ευαρεστεί τον Θεό:

«Μακάριος ἀνήρ, ὃς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν… ἀλλ’ ἢ ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου τὸ θέλημα αὐτοῦ»
(Ψαλμ. 1:1-2).

Η αρετή εδώ συνδέεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Ο άνθρωπος που αγαπά τον Θεό μεταμορφώνει ολόκληρη την ύπαρξή του.

Στην Καινή Διαθήκη, το πρότυπο του ενάρετου ανθρώπου είναι ο ίδιος ο Χριστός. Ο Απόστολος Παύλος καλεί τους πιστούς:

«Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς κἀγὼ Χριστοῦ»
(Α΄ Κορ. 11:1).

Η μίμηση δεν σημαίνει εξωτερική αντιγραφή, αλλά συμμετοχή στο ήθος του Χριστού.

Οι Πατέρες ερμηνεύουν αυτή τη μίμηση ως πορεία μεταμορφώσεως. Ο χΧριστιανός καλείται να αποκτήσει «φρόνημα Χριστού» και να γίνει εικόνα της θείας αγάπης μέσα στον κόσμο.

4. Η αρετή ως καρπός της Θείας Χάριτος

Στην Ορθόδοξη θεολογία η αρετή δεν είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά ανθρώπινης προσπάθειας. Ο άνθρωπος αγωνίζεται, αλλά η τελείωση είναι δωρεά του Θεού.

Ο Απόστολος Παύλος εκφράζει αυτή την αλήθεια:

«Χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διὰ πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον»
(Εφ. 2:8).

Η ανθρώπινη προσπάθεια είναι απαραίτητη, αλλά δεν προηγείται της Χάριτος ούτε μπορεί να υποκαταστήσει την ενέργεια του Θεού.

Ο Μέγας Βασίλειος θεωρεί ότι η άσκηση των αρετών είναι συνεργασία μεταξύ της ανθρώπινης προαιρέσεως και της θείας ενεργείας (PG 31, 917A–920B). Ο άνθρωπος ανοίγει την καρδιά του στη Χάρη και ο Θεός ενεργεί τη μεταμόρφωση.

5. Ο ενάρετος άνθρωπος ως ζωντανό Ευαγγέλιο

Η μεγαλύτερη δύναμη της Χριστιανικής μαρτυρίας δεν βρίσκεται μόνο στα λόγια, αλλά στην αγιασμένη ζωή. Οι Πατέρες θεωρούν ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει «ζωντανό Ευαγγέλιο», όταν ο Χριστός μορφώνεται μέσα του.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επιμένει ότι η ζωή των πιστών πρέπει να αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του Ευαγγελίου. Όταν ο άνθρωπος βλέπει έναν Χριστιανό γεμάτο πραότητα, αγάπη και συγχώρηση, μπορεί να γνωρίσει τη δύναμη της πίστεως (PG 62, 87–88).

Ο ενάρετος άνθρωπος επομένως δεν επιδιώκει να προβάλλει τον εαυτό του. Η παρουσία του παραπέμπει στον Θεό. Όπως το φως δεν φωτίζει για να φανεί το ίδιο αλλά για να αποκαλύψει τα αντικείμενα, έτσι και ο άγιος άνθρωπος γίνεται φορέας της θείας παρουσίας.

Αυτό ακριβώς είναι το βαθύτερο νόημα της προσευχής του Αγίου Συμεών: η ανάγκη να συναντήσει κανείς έναν άνθρωπο στον οποίο η ζωή του Θεού έχει γίνει ορατή.

6. Η ταπείνωση ως θεμέλιο της αρετής

Στην Ορθόδοξη πνευματική παράδοση η ταπείνωση θεωρείται η αρχή και το θεμέλιο κάθε αρετής. Δεν αποτελεί μία απλή ψυχολογική κατάσταση ούτε μία εξωτερική μορφή συμπεριφοράς, αλλά βαθιά υπαρξιακή στάση του ανθρώπου απέναντι στον Θεό, στον εαυτό του και στον πλησίον.

Ο άνθρωπος που γνωρίζει πραγματικά τον Θεό αντιλαμβάνεται ταυτόχρονα τη δική του αδυναμία και την απέραντη φιλανθρωπία του Θεού. Η γνώση του Θεού οδηγεί τον άνθρωπο όχι στην υπερηφάνεια αλλά στη συντριβή της καρδιάς και στην ευγνωμοσύνη.

Ο ίδιος ο Χριστός θέτει την ταπείνωση ως κέντρο του δικού Του ήθους:

«Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ»
(Ματθ. 11:29).

Ο Κύριος δεν καλεί τους μαθητές Του να αποκτήσουν απλώς μία εξωτερική ηθική συμπεριφορά, αλλά να εισέλθουν στο ίδιο φρόνημα της θείας αγάπης και συγκαταβάσεως.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θεωρεί την υπερηφάνεια  ρίζα πολλών πνευματικών πτώσεων, ενώ αντίθετα την ταπείνωση ως δύναμη που ανυψώνει τον άνθρωπο προς τον Θεό. Κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, ο Θεός δεν αποστρέφεται τον άνθρωπο για τις αδυναμίες του, αλλά για την αλαζονεία που τον εμποδίζει να δεχθεί τη Χάρη Του (PG 61, 383–384).

Η ταπείνωση αποτελεί επίσης βασικό χαρακτηριστικό του «ανθρώπου ειδότος Σε» του Αγίου Συμεών. Ο άνθρωπος που γνώρισε τον Θεό δεν θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τους άλλους, αλλά αισθάνεται περισσότερο την ανάγκη του θείου ελέους. Η εμπειρία της θείας παρουσίας δεν γεννά αυτοπεποίθηση κοσμικού τύπου, αλλά βαθιά συναίσθηση εξαρτήσεως από τον Θεό (PG 120, 697A–700C).

Γι’ αυτό και οι Πατέρες θεωρούν ότι η αληθινή αγιότητα αναγνωρίζεται κυρίως από την ταπείνωση. Τα χαρίσματα μπορούν να οδηγήσουν σε πλάνη, ενώ η ταπείνωση αποτελεί ασφαλές σημάδι της παρουσίας του Θεού.

7. Η αγάπη ως κορυφή της Χριστιανικής αρετής

Όλες οι αρετές βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους στην αγάπη. Η Ορθόδοξη παράδοση δεν βλέπει την πνευματική ζωή ως απλή άσκηση αυτοβελτιώσεως, αλλά ως μεταμόρφωση του ανθρώπου σε πρόσωπο κοινωνίας και αγαπητικής σχέσεως.

Ο Απόστολος Παύλος παρουσιάζει την αγάπη ως το ύψιστο χάρισμα:

«Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν»
(Α΄ Κορ. 13:1).

Η αγάπη δεν είναι ένα συναίσθημα απλής συμπάθειας, αλλά συμμετοχή στον τρόπο υπάρξεως του ίδιου του Θεού, διότι:

«Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν»
(Α΄ Ιω. 4:8).

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει ότι η αγάπη ενώνει τον άνθρωπο με τον Θεό, διότι υπερβαίνει τον εγωκεντρικό τρόπο υπάρξεως και οδηγεί στην κοινωνία με τον πλησίον (PG 90, 964A–968C).

Ο άνθρωπος που αγαπά αληθινά δεν βλέπει τον άλλο ως αντίπαλο ή ξένο, αλλά ως εικόνα του Θεού. Η αγάπη αποτελεί την τελική θεραπεία της ανθρώπινης υπάρξεως.

Για τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, η εμπειρία του Θεού οδηγεί αναπόφευκτα στην αγάπη προς τους ανθρώπους. Όποιος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τον Θεό αλλά δεν αγαπά τον αδελφό του, βρίσκεται μακριά από την αληθινή θεογνωσία (PG 120, 560C–564A).

Ο «άνθρωπος ειδώς τον Θεό» είναι επομένως άνθρωπος αγάπης.

8. Η σημασία των πνευματικών συναναστροφών

Η Αγία Γραφή και οι Πατέρες τονίζουν επανειλημμένα τη μεγάλη δύναμη των ανθρωπίνων σχέσεων. Ο άνθρωπος διαμορφώνεται μέσα από τις συναναστροφές του, διότι η ζωή μεταδίδεται όχι μόνο με λόγια αλλά και με το παράδειγμα.

Η βιβλική σοφία διδάσκει:

«Ὁ συμπορευόμενος σοφοῖς σοφὸς ἔσται»
(Παρ. 13:20).

Η συναναστροφή με ανθρώπους που έχουν πνευματική ζωή λειτουργεί ως σχολείο αρετής. Ο άνθρωπος μαθαίνει την υπομονή, την προσευχή, την πραότητα και την αγάπη βλέποντας αυτές τις αρετές να ενσαρκώνονται σε πρόσωπα.

Αντίθετα, οι λανθασμένες συναναστροφές μπορούν να απομακρύνουν τον άνθρωπο από τον σκοπό του. Για τον λόγο αυτό ο Απόστολος Παύλος γράφει:

«Φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί»
(Α΄ Κορ. 15:33).

Η πατερική παράδοση δεν προτείνει απομόνωση από τον κόσμο, αλλά διάκριση στις σχέσεις. Ο Χριστιανός καλείται να αγαπά όλους, αλλά να επιλέγει εκείνες τις σχέσεις που τον βοηθούν να πλησιάσει τον Θεό.

Ο Μέγας Βασίλειος θεωρεί ότι η πνευματική κοινωνία μεταξύ ανθρώπων αποτελεί στοιχείο της θεραπείας της ψυχής, διότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό πρόσωπο (PG 31, 948A–952B).

9. Ο πνευματικός πατέρας ως οδηγός προς τον Χριστό

Η ανάγκη πνευματικού οδηγού αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της Ορθόδοξης ασκητικής παραδόσεως. Από τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας οι μοναχοί και οι πιστοί αναζητούσαν ανθρώπους φωτισμένους, οι οποίοι μπορούσαν να τους βοηθήσουν στον αγώνα της σωτηρίας.

Η πνευματική πατρότητα δεν είναι εξουσία αλλά διακονία. Ο πνευματικός πατέρας δεν ζητεί να δημιουργήσει εξαρτημένους ανθρώπους, αλλά ελεύθερα πρόσωπα εν Χριστώ.

Ο Απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί την εικόνα της πνευματικής γέννησης:

«Τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω μέχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν»
(Γαλ. 4:19).

Ο σκοπός της πνευματικής καθοδήγησης είναι να μορφωθεί ο Χριστός μέσα στον άνθρωπο.

Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος επιμένει ότι ο πνευματικός οδηγός πρέπει να είναι άνθρωπος που έχει προσωπική εμπειρία της Θείας Χάριτος. Δεν αρκεί η εξωτερική γνώση· απαιτείται φωτισμός του νου και καθαρότητα καρδιάς (PG 120, 701C–704A).

10. Η αναζήτηση του «ανθρώπου ειδότος Σε» στη σύγχρονη εποχή

Η προσευχή του Αγίου Συμεών παραμένει ιδιαίτερα επίκαιρη στη σύγχρονη κοινωνία. Ο άνθρωπος σήμερα διαθέτει πολλές πληροφορίες, αλλά συχνά αναζητεί βαθύτερο νόημα, εσωτερική ειρήνη και αυθεντικά πρότυπα ζωής.

Η μεγαλύτερη ανάγκη της εποχής μας δεν είναι μόνο η μετάδοση γνώσεων περί Θεού, αλλά η παρουσία ανθρώπων που έχουν μεταμορφωθεί από τον Θεό.

Ο κόσμος έχει ανάγκη από ανθρώπους:

  • που ζουν την πίστη χωρίς φανατισμό,
  • που αγαπούν χωρίς ιδιοτέλεια,
  • που συγχωρούν χωρίς όρους,
  • που ακτινοβολούν την ειρήνη του Χριστού.

Ο «άνθρωπος ειδώς τον Θεό» δεν είναι μία εξαιρετική μορφή αποκομμένη από την καθημερινότητα. Είναι εκείνος που μέσα στις συνηθισμένες συνθήκες της ζωής αφήνει τη Χάρη του Θεού να ενεργεί.

Γι’ αυτό η προσευχή:

«Κύριε, πέμψον μοι ἄνθρωπον εἰδότα Σε»

παραμένει η προσευχή κάθε ανθρώπου που επιθυμεί όχι απλώς να γνωρίσει πληροφορίες για τον Θεό, αλλά να οδηγηθεί σε πραγματική κοινωνία μαζί Του.

11. «Κύριε, πέμψον μοι ἄνθρωπον εἰδότα Σε»: η εμπειρική θεογνωσία ως προϋπόθεση της πνευματικής καθοδήγησης

Η προσευχή του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου δεν αποτελεί απλώς προσωπική δέηση· συμπυκνώνει μία ολόκληρη θεολογική αντίληψη περί της πνευματικής ζωής. Το αίτημα «πέμψον μοι ἄνθρωπον εἰδότα Σε» εκφράζει τη βεβαιότητα ότι η αληθινή γνώση του Θεού μεταδίδεται μέσα από τη ζώσα εμπειρία εκείνων που έχουν καθαρθεί από τα πάθη και έχουν φωτισθεί από το Άγιο Πνεύμα. Η γνώση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα διανοητικής ενασχόλησης, αλλά καρπός κοινωνίας με τον Θεό (PG 120, 701C–704A).

Ο Άγιος Συμεών διακρίνει σαφώς ανάμεσα στη γνώση που αποκτάται μέσω της μελέτης και στη γνώση που γεννάται από τη μέθεξη στη θεία ζωή. Η δεύτερη είναι εκείνη που μεταμορφώνει τον άνθρωπο και τον καθιστά ικανό να καθοδηγήσει και άλλους. Για τον λόγο αυτόν, ο πνευματικός πατέρας δεν είναι απλώς ένας διδάσκαλος της πίστεως, αλλά μάρτυρας της ενεργού παρουσίας του Θεού μέσα στην Εκκλησία (PG 120, 508D–509C).

Η θέση αυτή βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τον λόγο του Κυρίου: «Ὁ ποιῶν καὶ διδάσκων, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5:19). Προηγείται πάντοτε το «ποιῶν» και ακολουθεί το «διδάσκων». Η αυθεντία στην Εκκλησία θεμελιώνεται στην αγιότητα του βίου και όχι μόνο στην ευρυμάθεια.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναπτύσσει την ίδια αρχή, τονίζοντας ότι ο ποιμένας οφείλει να διδάσκει πρωτίστως με το προσωπικό του παράδειγμα. Ο λόγος που δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ζωή χάνει την πνευματική του δύναμη, ενώ η αρετή καθιστά ακόμη και τη σιωπή εύγλωττη (PG 57, 231–232).

Η πατερική παράδοση επανέρχεται συνεχώς σε αυτήν την προτεραιότητα της εμπειρίας. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος προειδοποιεί ότι δεν πρέπει να αναλαμβάνει κανείς το έργο της διδασκαλίας πριν προηγηθεί η προσωπική κάθαρση: «δεῖ πρῶτον καθαρθῆναι, εἶτα καθάραι· σοφισθῆναι, καὶ οὕτω σοφίσαι· γενέσθαι φῶς, καὶ φωτίσαι» (PG 35, 480A). Το χωρίο αυτό αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις άξονες της Ορθόδοξης ποιμαντικής θεολογίας, διότι συνδέει άρρηκτα τη διδασκαλία με την προσωπική αγιότητα.

Παρόμοια είναι και η σκέψη του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, ο οποίος θεωρεί ότι η γνώση του Θεού δεν μπορεί να αποχωρισθεί από την αγάπη. Η θεογνωσία γεννά την αγάπη, ενώ η αγάπη αποτελεί το ασφαλέστερο γνώρισμα του ανθρώπου που ζει εν Χριστώ (PG 90, 964A–968C). Έτσι, ο «ἄνθρωπος εἰδότα Σε» είναι εκείνος που αγαπά ανιδιοτελώς, συγχωρεί χωρίς όρια και διακονεί με ταπείνωση.

12. Η διάκριση ως γνώρισμα του ενάρετου ανθρώπου

Μεταξύ όλων των αρετών, οι Πατέρες αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στη διάκριση. Δεν πρόκειται απλώς για ψυχολογική οξυδέρκεια ή πρακτική σύνεση, αλλά για πνευματικό χάρισμα που επιτρέπει στον άνθρωπο να διακρίνει το θέλημα του Θεού μέσα στις ποικίλες περιστάσεις της ζωής.

Ο Μέγας Βασίλειος συνδέει τη διάκριση με τη σοφία που παρέχει το Άγιο Πνεύμα και υπογραμμίζει ότι ακόμη και οι μεγαλύτερες ασκητικές προσπάθειες μπορεί να αποβούν άκαρπες, εάν δεν συνοδεύονται από αυτήν (PG 31, 1080B–1085A). Η διάκριση προφυλάσσει τόσο από την αμέλεια όσο και από τον υπερβολικό ζήλο, οδηγώντας τον άνθρωπο στη «βασιλική οδό» της πνευματικής ισορροπίας.

Η ίδια αντίληψη διαπερνά και το Γεροντικό, όπου η διάκριση χαρακτηρίζεται ως «μήτηρ τῶν ἀρετῶν». Αν και η συγκεκριμένη διατύπωση απαντά στις συλλογές των Αποφθεγμάτων και όχι στην PG, εκφράζει εύστοχα τη συνείδηση της ασκητικής παραδόσεως: καμία αρετή δεν διατηρείται χωρίς διάκριση.

Υπό το φως αυτό, ο ενάρετος άνθρωπος δεν ενεργεί παρορμητικά ούτε στηρίζεται αποκλειστικά στις προσωπικές του δυνάμεις. Προσεύχεται, συμβουλεύεται, εξετάζει και ενεργεί με ταπείνωση, έχοντας ως μέτρο όχι το προσωπικό του θέλημα αλλά το θέλημα του Θεού.

Συνεχίζεται.....

-Λόγος Θείου Φωτός

Δεν υπάρχουν σχόλια: