Ανήμερα της εορτής της μνήμης της Γενέσεως του Τιμίου Προδρόμου, 24 Ιουνίου 2026, το παλιό πέτρινο ξωκκλήσι του Αγίου Ιωάννου Ριγανά, στους πρόποδες της Ιθώμης, στεκόταν αγέρωχο μέσα στο καλοκαιρινό φως. Από την ανατολική του πλευρά ατενίζει τον απέραντο Μεσσηνιακό κάμπο και τον γαλάζιο όγκο του Ταϋγέτου, ενώ προς τα δυτικά αγκαλιάζει με το βλέμμα την Ιερά Μονή της Παναγίας Βουλκανιωτίσσης, στο διάσελο της Εύας και της Ιθώμης. Γύρω του θυμάρια, ρίγανες και αγριολούλουδα μοσχοβολούν κάτω από τον ήλιο του Ιουνίου.
Από την πλατεία της Βαλύρας, πριν ο ήλιος καθίσει στο μεσημεριανό τραπέζι, είχε ξεκινήσει μια ηλικιωμένη προσκυνήτρια. Στηριζόταν στη μαγκούρα της και κουβαλούσε λίγα εφόδια, μα κυρίως κουβαλούσε ένα τάμα σαράντα ολόκληρων χρόνων.
Όταν ήταν νέα ακόμη, είχε παρακαλέσει τον Θεό:
«Αξίωσέ με, όταν πάρω τη σύνταξή μου, να ανέβω ανήμερα στο ξωκκλήσι του Αγίου Ιωάννου του Ριγανά, στη γενέτειρά μου Βαλύρα, και να προσκυνήσω.»
Τα χρόνια κύλησαν σαν νερό. Ήρθαν χαρές, λύπες, κόποι και ξενιτεμοί. Μα το τάμα έμενε ζωντανό μέσα της.
Έτσι, εκείνο το πρωινό, καθώς ο ήλιος ανηφόριζε στον ουρανό, πήρε τον δρόμο από τη γειτονιά στο Μπιζάνι με σθένος ψυχής. Τα τρία χιλιόμετρα και η ανηφόρα δεν ήταν λίγα για τα γερασμένα πόδια της, όμως κάθε βήμα ήταν προσευχή.
Όταν έφθασε, ακούμπησε τα πράγματά της στον αυλόγυρο και αμέσως επιδόθηκε στη φροντίδα του οίκου του Θεού. Σκούπισε, συγύρισε, άναψε το καντήλι, φρόντισε τα λουλούδια. Οι ώρες περνούσαν χωρίς να το καταλάβει. Η καρδιά της είχε πλημμυρίσει χαρά.
Κατά το απόγευμα, ένας κτηνοτρόφος επισκέφθηκε το ξωκκλήσι από έναν κοντινό ελαιώνα όπου βρισκόταν η στάνη του. Στάθηκε στον αυλόγυρο και την παρατήρησε για λίγο.
— Ποια είσαι εσύ; τη ρώτησε.
— Μια προσκυνήτρια Βαλυραία είμαι, αποκρίθηκε εκείνη.
— Και γιατί δεν σε ξέρω;
— Απουσίαζα σαράντα χρόνια από το χωριό. Εσείς ποιος είστε;
— Είμαι ο Νώντας.
Η γυναίκα χαμογέλασε.
— Ψάχνω έναν Νώντα αυτόν τον καιρό για να καταγράψω την ιστορία του. Μου είπε ο καθηγητής Γιάννης Λύρας πως λέγεται Νώντας Μπάκας.
— Αυτός είμαι, αποκρίθηκε. Αλλά τον καθηγητή που ανέφερες δεν τον συμπαθώ. Όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο Μελιγαλά με έκοψε σε τρία μαθήματα κι έμεινα αγράμματος.
Η προσκυνήτρια κάθισε σε μια πέτρινη πεζούλα.
— Εσείς μένατε πάντα στη Βαλύρα;
— Όχι. Μετά την άσχημη εμπειρία μου στο Γυμνάσιο του Μελιγαλά έφυγα για την Αθήνα. Δούλεψα σκληρά και μετά την απόλυσή μου από τον στρατό άνοιξα συνεργείο με σούστες φορτηγών. Ύστερα πήγα για λίγα χρόνια στη Μεγαλόπολη και έστησα το ίδιο συνεργείο. Το παρέδωσα στον αδελφό μου και συνέχισα στην Τρίπολη.
— Και πότε επιστρέψατε στη Βαλύρα;
— Το 2012. Ο γερόντας πατέρας μου, στα τελευταία του, με κάλεσε να αναλάβω τα ελαιοπερίβολα και τα ζωντανά του.
Η γυναίκα κοίταξε γύρω της.
— Από ό,τι βλέπω, έχετε μεγάλη στάνη εδώ και οι ελαιώνες σας είναι φροντισμένοι. Εργάζεστε σκληρά και τα καταφέρνετε θαυμάσια.
Ο Νώντας χαμήλωσε το βλέμμα.
— Δόξα τω Θεώ. Μα η ρετσινιά του αγράμματου με ακολουθεί σε όλη μου τη ζωή.
Η προσκυνήτρια έμεινε για λίγο σιωπηλή.
— Τι θα έπρεπε να κάνει ο καθηγητής σας; Να αγνοήσει τον όρκο του; Να μεροληπτήσει; Ή να είναι αντικειμενικός στη βαθμολόγηση;
— Νόμιζα ότι με συμπαθούσε...
— Δεν έχετε άδικο. Δεν σας συμπαθούσε απλώς. Ακόμη νοιάζεται για εσάς. Συχνά λέει: «Ο μαθητής μου ο Νώντας». Μου ζήτησε να γράψω την ιστορία σας γιατί σας θεωρεί άξιο επιχειρηματία και άριστο κτηνοτρόφο. Πιστεύει πως πήρατε τη ζωή στα χέρια σας και απεδείξατε τόσο την προσωπική όσο και την κοινωνική σας αξία.
Ο Νώντας την κοίταξε απορημένος.
— Εσύ που τα λες έτσι ωραία, τι σπούδασες;
Η γυναίκα χαμογέλασε.
— Άλλη υπόθεση η δική μου. Πήρα πτυχία, διακρίσεις εντός και εκτός Ελλάδας και νόμιζα πως ήμουν εγγράμματη. Ώσπου μια μέρα χτύπησε ο Θεός την πόρτα της ψυχής μου και μου είπε: «Σήκω, τεμπέλα, να φοιτήσεις στο Πανεπιστήμιο του Θεού».
— Και πώς πάει εκεί;
— Φοιτώ ακόμη, μια ζωή ολόκληρη οι πιστοί, πνευματικοί αθλητές, φοιτούν στο Πανεπιστήμιο του Θεού. Και, να σας πω την αλήθεια, στο παρά τσακ κοντεύω να μείνω μετεξεταστέα. Ο Θεός είναι μεγαλόθυμος. Όλους μας αγαπά. Όμως δεν αστειεύεται. Είναι απαιτητικός δάσκαλος.
Ο κτηνοτρόφος έγνεψε.
— Γι' αυτό κι εσύ σήμερα, με πονεμένα πόδια και μέσα στη ζέστη, πήρες τον δρόμο με τη μαγκούρα σου για να φθάσεις ως εδώ...
— Το ελάχιστο που μπορούσα να πράξω για το τάμα μου και για τη γιορτή του Γενεσίου του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.
Ο Νώντας αναστέναξε.
— Δηλαδή μου λες πως το «αγράμματος» δεν αφορά το σχολείο των ανθρώπων αλλά το σχολείο του Θεού;
— Σωστά.
— Εξήγησέ το μου.
— Στο σχολείο του Θεού, αγαπητέ Νώντα, δεν εξετάζονται τα πτυχία των ανθρώπων. Εκεί μετρά αν εκκλησιάζεσαι, αν νηστεύεις, αν αγαθοεργείς, αν αγρυπνείς, αν είσαι εγκρατής, αν πολεμάς τα πάθη σου, αν δεν υπερηφανεύεσαι, αν δεν κυνηγάς τη ματαιοδοξία, αν ακούς τη φωνή του Θεού μέσα στη σιωπή της προσευχής, αν η ταπεινή καρδιά σου αγαπά τον Θεό και τον συνάνθρωπο.
Ο Νώντας έμεινε σκεπτικός.
— Να ξέρεις, δεν είμαι παντρεμένος. Είχα όμως έναν δεσμό για χρόνια...
— Η ουσία δεν βρίσκεται στις εξωτερικές καταστάσεις. Η ουσία είναι η εγκράτεια, η πίστη, η ελπίδα στον Θεό και η αγάπη προς τον συνάνθρωπο.Η συγχώρηση στη δεδομένη περίπτωση.
Το πρόσωπο του κτηνοτρόφου γλύκανε.
— Πρώτη φορά το ακούω έτσι.
— Και κάτι ακόμη. Μέχρι να παραδώσουμε την ψυχή μας, όλοι μας, ενώπιον του Θεού, είμαστε αγράμματοι μαθητές.
Ο Νώντας χαμογέλασε.
— Να μας αξιώσει ο Θεός και του χρόνου, με υγεία, να τιμήσουμε τον Άγιό μας, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.
— Αμήν.
Ο ήλιος είχε αρχίσει να κατηφορίζει προς τα παλάτια του πίσω από την Ιθώμη. Ένα δροσερό αγέρι έσβησε τη θερμή ανάσα της ημέρας. Από τη στάνη ακούγονταν τα βελάσματα των αρνιών που ζητούσαν τον βοσκό τους.
Ο Νώντας σηκώθηκε.
— Ώρα να γυρίσω στα ζωντανά μου.
— Κι εγώ να πάρω τον δρόμο για τη Βαλύρα.
Χαιρετήθηκαν εγκάρδια. Η γυναίκα πήρε τη μαγκούρα της και άρχισε να κατηφορίζει το μονοπάτι.
Καθώς περπατούσε, το ανθισμένο θυμάρι με τις ιώδεις αποχρώσεις του και η μοσχοβολιστή ρίγανη έκλεβαν διαρκώς το βλέμμα της. Ήταν η γλυκιά ανταμοιβή μιας ημέρας γεμάτης κόπο, προσευχή και μια απρόσμενη συνάντηση.
Κι εκεί που το ξωκκλήσι είχε πια μικρύνει πίσω της, άκουσε από μακριά τη φωνή του Νώντα να αντηχεί στην πλαγιά:
— Θα σας περιμένω! Ελάτε με τον καθηγητή στο εκκλησάκι να μιλήσουμε!
Η φωνή χάθηκε μέσα στο δειλινό, μαζί με τα βελάσματα των αρνιών και το θρόισμα των ελαιόδεντρων. Και η προσκυνήτρια συλλογίστηκε πως, ίσως, εκείνη την ημέρα ο Άγιος δεν είχε αξιώσει μόνο το δικό της τάμα, αλλά είχε συμφιλιώσει και δύο ανθρώπους που τους ένωνε, χωρίς να το γνωρίζουν, η ίδια αγάπη και η ίδια μνήμη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου