Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Με μια φέτα καρπούζι στα πεζούλια του Μπιζανίου της Βαλύρας

 

                                             Φωτογραφίες: lyrasi.blogspot.com

Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από τη ζωή ενός τόπου και αφήνουν πίσω τους μονάχα το όνομά τους. Κι υπάρχουν κι εκείνοι που γίνονται κομμάτι της μνήμης του, μορφές αγαπημένες, σχεδόν μυθικές, που κάθε φορά που τις θυμάσαι είναι σαν να ξανανοίγει ένα παλιό παράθυρο και να μπαίνει μέσα το φως μιας άλλης εποχής. Μια τέτοια μορφή, από τις πλέον αγαπημένες και αλησμόνητες της λαογραφίας της Βαλύρας, ήταν ο αείμνηστος Μίμης Μπουζαλάς.

Για τα παιδιά του Μπιζανίου, ο μπάρμπα Μίμης δεν ήταν απλώς ένας μεγάλος του χωριού. Ήταν η έκπληξη και η χαρά, η γλυκιά δραπέτευση από τη ρουτίνα, το καλοκαίρι με όλη του τη ζεστασιά και, μαζί, μια μικρή ελπίδα πως ο κόσμος των μεγάλων μπορούσε να έχει καλοσύνη, γενναιοδωρία και χαμόγελο.

Ιδίως στις διακοπές, οι μικροί του συνοδοί δεν τον άφηναν ήσυχο. Τον ακολουθούσαν στις γειτονιές, στα πεζούλια, στα χωράφια, στους δρόμους που μύριζαν χώμα και βασιλικό. Εκείνος, όμως, ποτέ δεν ενοχλούνταν. Αντίθετα, είχε έναν μαγικό τρόπο να προσελκύει τα παιδιά και να τα κάνει να νιώθουν πως κοντά του είχαν βρει έναν δικό τους άνθρωπο.

Και τότε ερχόταν η ώρα για το καρπούζι.

Ένα μεγάλο, κατακόκκινο καρπούζι, κομμένο με το μαχαίρι του νοικοκύρη, έφερνε ξαφνικά γύρω του όλα τα μαθητούδια. Οι φέτες περνούσαν από χέρι σε χέρι και το καλοκαιρινό ζουμί κυλούσε στα δάχτυλα. Τα παιδιά έτρωγαν λαίμαργα, με εκείνη την αθώα βιασύνη που έχει η παιδική ηλικία, και ο μπάρμπα Μίμης τα κοιτούσε χαμογελαστός.

Ήταν μια φέτα καρπούζι, μα ήταν και κάτι πολύ περισσότερο.

Ήταν μοίρασμα. Ήταν φροντίδα. Ήταν η απόδειξη πως η χαρά δεν χρειάζεται πολλά. Ένα πεζούλι, μια παρέα παιδιών και ένας άνθρωπος με ανοιχτή καρδιά, αρκούσαν για να γίνει ένα απλό καλοκαιρινό απόγευμα αξέχαστο.

Ο Μίμης Μπουζαλάς ήταν άνθρωπος της γης. Κτηνοτρόφος και γεωργός, ελαιοπαραγωγός και άριστος νοικοκύρης, γνώριζε καλά τον μόχθο της καθημερινότητας. Τα χέρια του είχαν τη δύναμη του ανθρώπου που εργάζεται, που σπέρνει, που περιμένει, που θερίζει. Ήξερε πως τίποτε στη ζωή δεν χαρίζεται χωρίς κόπο. Κι όμως, ο ίδιος ήξερε να χαρίζει απλόχερα ό,τι είχε: ένα καρπούζι, μια κουβέντα, μια συμβουλή, ένα χαμόγελο, λίγο από τον χρόνο του.

Στα παιδιά δεν μιλούσε σαν δάσκαλος. Τους μιλούσε σαν άνθρωπος που είχε περπατήσει πολλά μονοπάτια. Τα γαλουχούσε με τις εμπειρίες και τα διδάγματα της ίδιας του της ζωής. Τους μάθαινε, άλλοτε με λόγια κι άλλοτε μόνο με το παράδειγμά του, την αξία της δουλειάς, της οικογένειας, της φιλοτιμίας, της ανθρωπιάς.

Κι αν υπήρχε μία γυναίκα που στεκόταν στο κέντρο της δικής του καρδιάς, αυτή ήταν η σύζυγός του, η Σταυρούλα, η «Αστέρω» του. Δεν την αποκαλούσε έτσι μόνο από το «άστρο». Την έλεγε Αστέρω και από τον έρωτα, γιατί για εκείνον ήταν το φως της καρδιάς του. Μέσα στην απλότητα της ζωής τους, η αγάπη τους είχε εκείνη τη σιωπηλή δύναμη που δεν χρειάζεται μεγάλες κουβέντες. Ήταν η συντροφικότητα των ανθρώπων που πορεύτηκαν μαζί στα εύκολα και στα δύσκολα.



Στην οικογένεια υπήρχε και ο αδελφός του, ο Σταμάτης. Ο γιος του Σταμάτη, ο Βασίλης, έδωσε το όνομά του στον σημερινό εξηντάχρονο διακοσμητή και συνεργάτη του δημοφιλούς ζωγράφου και εικαστικού Τάκη Ατζαμιδάκη. Έτσι, μέσα από τα ονόματα, τις συγγένειες και τις οικογενειακές διαδρομές, η μνήμη συνεχίζει να περνά από γενιά σε γενιά, σαν αόρατο νήμα που ενώνει το χθες με το σήμερα. Παρατηρώντας τον εγγονό Σταμάτη, η ζεστασιά, η φροντίδα, το χαμόγελο και η λεπτή αίσθηση του χιούμορ φαίνεται ότι παρέμειναν γονιδιακά και ψυχικά άσβεστα στον χρόνο. Ψαράκι είμαι μας δήλωσε στην πλατεία της Βαλύρας ο Σταμάτης, πίνοντας καφέ στην καφετέρια του Νίκου Χαραλαμπόπουλου, στο καφέ Agora. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί νομίζετε ότι  μοιάζω με λιοντάρι! Ξαφνικά, κουνήθηκε από την καρέκλα του γιατί στο σπίτι φροντίζει την ενενήντα πέντε ετών δεύτερη μητέρα του, με την οποία έχει μία συγκινητική σχέση ζωής. Αν και ζει και εργάζεται στην Αθήνα, δεν την αφήνει ποτέ μακριά από την επίβλεψή του. Είναι κυρίαρχο πρόσωπο της ζωής του ακόμη και στις διακοπές του.

                           Ο Σταμάτης ανακτώντας δυνάμεις για δημιουργική δράση.

                                                 Έργο του Τάκη Ατζαμιδάκη.


Μα πάνω απ' όλα, ο μπάρμπα Μίμης έμεινε στη μνήμη των παιδιών.

Ίσως χρόνια αργότερα κάποιο από εκείνα τα μικρά μαθητούδια να μην θυμάται όλες τις συμβουλές που άκουσε. Ίσως να μη θυμάται καν την ακριβή ημέρα ή την ώρα. Θα θυμάται όμως το πεζούλι. Το ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα. Τη φωνή του μπάρμπα Μίμη. Τα γέλια των παιδιών. Και, κυρίως, εκείνη τη φέτα καρπούζι που κρατούσε με τα δυο του χέρια.

Γιατί η λαογραφία ενός τόπου δεν βρίσκεται μόνο στα μεγάλα γεγονότα, στα πανηγύρια, στα έθιμα και στις παλιές ιστορίες. Βρίσκεται και στις μικρές στιγμές που έζησαν οι άνθρωποι και έγιναν μνήμη. Στο καρπούζι που κόπηκε στη μέση. Στο ψωμί που μοιράστηκε. Στο παιδί που έτρεξε ξυπόλυτο. Στον ηλικιωμένο που κάθισε στο πεζούλι και άκουσε τα νέα της γειτονιάς.

Λέγει ο καθηγητής Βιολογίας και Ιστοριοδίφης της Βαλύρας, κ. Ιωάννης  Δ. Λύρας:

Ο Mίμης Μπουζαλάς  ήταν ένας  Βαλυραίος  ζωντανός άνθρωπος γεμάτος κέφι και αισιοδοξία και δινόταν πολύ στους νέους και στα μικρά παιδιά. Ήταν γεμάτος ανθρωπιά , καλοσυνάτος  και το αποδεικνύουν οι  φωτογραφίες του, όπως εκείνη που έχει δώσει στους πιτσιρικάδες να τρώνε καρπούζι παραγωγής του.   Στενοχωρήθηκε όταν του πέταξαν κατά λάθος ένα σακί φωτογραφίες  και τον καθησύχασα, γιατί είχα αντιγράψει πολλές από αυτές που πετάχτηκαν, δινοντάς του τα αντίγραφα. Απεβίωσε πλήρης ημερών, αφήνοντας σε εμάς τις φωτογραφίες του, τα ποιηματά του , τα στιχάκια του και ανεξίτηλες μνήμες.Το προσόν του μπάρμπα Μίμη ήταν να δημιουργεί ποιήματα και στιχάκια, από τα οποία πολλά έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Βαλύρα.

Ο Μίμης Μπουζαλάς υπήρξε ένας τέτοιος άνθρωπος της καθημερινής λαϊκής ζωής της Βαλύρας. Ένας άνθρωπος που δεν χρειάστηκε αξιώματα για να αφήσει αποτύπωμα. Του αρκούσε η παρουσία του, η εργατικότητά του και η μεγάλη του καρδιά.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο όμορφο δίδαγμα που μας άφησε.

Πως η αγάπη δεν μετριέται με μεγάλα λόγια, αλλά με μικρές πράξεις. Πως η προσφορά δεν χρειάζεται πλούτο. Πως ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει φως για τους άλλους, ακόμη κι αν κρατά στα χέρια του μόνο μια φέτα καρπούζι.

Κάποτε, λοιπόν, όταν το καλοκαίρι βαραίνει πάνω από τις γειτονιές της Βαλύρας και ο ήλιος γέρνει προς τη δύση, είναι σαν να ξαναζωντανεύει εκείνη η παλιά εικόνα. Στα πεζούλια του Μπιζανίου, παιδιά γελαστά γύρω από τον μπάρμπα Μίμη, κι εκείνος να τους προσφέρει με χαμόγελο μια φέτα από το κατακόκκινο καρπούζι.

Μια φέτα καρπούζι.

Μια ολόκληρη εποχή.

Μια ανάμνηση που δεν έλιωσε ποτέ μέσα στον χρόνο.

Θερμές ευχαριστίες στον καθηγητή Βιολογίας και Ιστοριοδίφη, κ. Ιωάννη Δ. Λύρα, που διέσωσε τη μορφή και στιγμιότυπα της ζωής του αείμνηστου Μίμη Μπουζαλά, μαζί με τους αναεπανάληπτους στίχους του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: