Πριν από κάποια χρόνια είχα τη χαρά και την ευλογία να γνωρίσω την κυρία Μαρία, μια γυναίκα που, αν και είχε διαβεί πολλές δεκαετίες ζωής, έμοιαζε σαν ο χρόνος να είχε ξεχάσει να αφήσει πάνω της τα σημάδια του. Συνταξιούχος νοσηλεύτρια, γνώριζε καλά πως η ζωή δεν χαρίζει πάντοτε απλόχερα τις ημέρες της. Κι όμως, στο πρόσωπό της δεν υπήρχε η σκιά της παραίτησης ούτε η πίκρα των δοκιμασιών. Υπήρχε μια γλυκύτητα, μια εσωτερική δύναμη και μια παράξενη φωτεινότητα, σαν να την περιέβαλλε μια αόρατη προστασία.
Ίσως αυτή η προστασία να ήταν η αγάπη της προς τον Θεό και τον άνθρωπο.
Η Μαρία είχε γνωρίσει τη χαρά της οικογένειας. Τα δύο παιδιά της είχαν πλέον μεγαλώσει και είχαν δημιουργήσει τις δικές τους οικογένειες. Εκείνη όμως είχε γνωρίσει και τον βαθύ πόνο της απώλειας. Ο σύζυγός της έφυγε πρόωρα από τη ζωή, χτυπημένος από επάρατη νόσο. Ήταν μια δοκιμασία που θα μπορούσε να λυγίσει ακόμη και τον πιο δυνατό άνθρωπο.
Η Μαρία, όμως, δεν λύγισε.
Ή, καλύτερα, έμαθε να γονατίζει μόνο μπροστά στον Θεό.
Βρήκε το νόημα και την παρηγοριά της στην Εκκλησία και στην ενοριακή κοινότητα του ιερού ναού του Αγίου Γεωργίου της Κυψέλης στην Αθήνα. Η τακτική παρουσία της στις θείες λειτουργίες, στις ακολουθίες, στις εορτές και σε κάθε δραστηριότητα της ενορίας δεν ήταν για εκείνη μια τυπική συνήθεια. Ήταν τρόπος ζωής. Ήταν η ανάσα της ψυχής της.
Την έβλεπες να φτάνει στην εκκλησία με εκείνη την ξεχωριστή κορμοστασιά που την έκανε να ξεχωρίζει. Όχι μόνο για την εξωτερική της εμφάνιση. Το γλυκό της πρόσωπο, ο δυναμισμός της, η σεμνότητά της και κυρίως εκείνοι οι πλούσιοι, λεπτοί βόστρυχοι που στεφάνωναν το κεφάλι της έδιναν την εντύπωση πως μπροστά σου στεκόταν κάποια μορφή βγαλμένη από παλιά αγιογραφία.
Έμοιαζε με άγγελο.
Και δεν ήταν μόνο η εμφάνισή της που έκανε τους ανθρώπους να την προσέχουν. Ήταν κάτι βαθύτερο. Μια ακτινοβολία που δεν εξηγείται εύκολα. Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι όμορφος, αλλά η ομορφιά του να μένει στην επιφάνεια. Στη Μαρία, όμως, η εξωτερική χάρη ήταν σαν καθρέφτης μιας εσωτερικής ωραιότητας.
Οι γυναίκες της ενορίας συχνά την πλησίαζαν και, με κάποια συστολή, τη ρωτούσαν:
«Μαρία, πώς τα φροντίζεις έτσι τα μαλλιά σου;»
Εκείνη χαμογελούσε συνεσταλμένα.
«Είναι και εκ του φυσικού τους», απαντούσε.
Όμως η νοσηλεύτρια μέσα της δεν είχε πάψει ποτέ να αγαπά τη γνώση και τη φροντίδα. Είχε ιδιαίτερη αγάπη στα βότανα και γνώριζε παλιές, απλές συνταγές που περνούσαν από γενιά σε γενιά. Ένα από τα αγαπημένα της παρασκευάσματα ήταν ένα μείγμα δενδρολίβανου με ελαιόλαδο και άλλα βότανα, που χρησιμοποιούσε για μασάζ στις ρίζες των μαλλιών.
Και το πιο όμορφο;
Δεν κρατούσε το μυστικό για τον εαυτό της.
Όταν κάποια γυναίκα ενδιαφερόταν, η Μαρία δεν έδινε απλώς τη συμβουλή της. Έφτιαχνε με τα ίδια της τα χέρια ένα μικρό μπουκαλάκι και της το χάριζε, μαζί με οδηγίες για την παρασκευή του.
«Πάρε το», της έλεγε. «Να το δοκιμάσεις.»
Και τα μάτια των γυναικών έλαμπαν.
Δεν ήταν, όμως, μόνο τα μικρά μπουκαλάκια με τα βότανα που μοίραζε η Μαρία.
Είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία στις όμορφες χειροποίητες τσάντες. Της άρεσε να τις πλέκει με τις ώρες, να τις χαρίζει διακριτικά σε ενορίτισσες που τις χρειάζοντανκαι να κάνει όμορφα και ευλογημένα δώρα στους ανθρώπους που αγαπούσε. Κάποτε, παρατήρησε στην εκκλησία μια κυρία που δυσκολευόταν οικονομικά. Δεν τη ρώτησε τίποτε. Δεν την έφερε σε δύσκολη θέση. Δεν ήθελε να γνωρίζει κανείς την ανάγκη της.
Η Μαρία απλώς βρήκε τον τρόπο.
Της χάρισε μια όμορφη πλεκτή τσάντα να χωρούν τα θρησκευτικά βιβλιαράκια της.
Έτσι, αθόρυβα.
Γιατί η πραγματική προσφορά δεν χρειάζεται θεατές.
Οι φίλες της στην ενορία χαίρονταν να ανταλλάσσουν μαζί της μικρά θρησκευτικά και χρήσιμα δώρα. Ήταν μια όμορφη αλυσίδα αγάπης. Εκείνη, όμως, είχε μια ξεχωριστή χαρά όταν μπορούσε να βοηθήσει κάποιον που στερούνταν. Δεν το διαλαλούσε. Δεν το έκανε για να ακούσει «ευχαριστώ».
Η ίδια η χαρά ήταν η Μαρία.
Κάποτε, καθώς στεκόμασταν στο προαύλιο του ιερού ναού του Αγίου Γεωργίου, τη ρώτησα:
«Μαρία, τι θα ήθελες περισσότερο στη ζωή σου;»
Δεν απάντησε αμέσως.
Έσφιξε στα χέρια της τη λευκή πετσέτα, μέσα στην οποία κρατούσε το ύψωμα από το πρόσφορο που είχε φέρει στην εκκλησία. Το πρόσφορο το ζύμωνε η ίδια, με ευλάβεια, με τα χέρια της. Ήταν μια προσφορά της καρδιάς της.
Έμεινε για λίγο σιωπηλή.
Ύστερα σήκωσε το βλέμμα της προς τον ουρανό.
Σαν να μην απευθυνόταν πλέον σε εμένα.
Σαν να μιλούσε σε Εκείνον.
«Να μη μας σκοτεινιάσουν τον ουρανό», είπε.
Και μετά, με μια φωνή που έμοιαζε να βγαίνει από τα βάθη της ψυχής της, πρόσθεσε:
«Να μην μας κλείσουν την πόρτα της εκκλησίας. Κύριε, ειρήνη και αγάπη σε όλο τον κόσμο να έχουμε.»
Έμεινα σιωπηλή.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως η Μαρία δεν ζητούσε πλούτη, ούτε χρόνια, ούτε ανέσεις. Δεν ζητούσε τίποτε για τον εαυτό της.
Ζητούσε να παραμείνει ανοιχτός ο δρόμος προς το φως το αληθινό και το πνεύμα το επουράνιο.
Ζητούσε ειρήνη.
Ζητούσε αγάπη.
Και ίσως τότε κατάλαβα πως η αγγελική της κορμοστασιά δεν ήταν εκείνη που έβλεπαν τα μάτια μας. Δεν ήταν οι πλούσιοι βόστρυχοι, το γλυκό της πρόσωπο ή το περήφανο παράστημα.
Ήταν η ίδια η ψυχή της.
Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που ο χρόνος τους αγγίζει και τους λυγίζει. Υπάρχουν κι άλλοι που, μέσα από τις δοκιμασίες, γίνονται βαθύτεροι, φωτεινότεροι και πιο γενναιόδωροι.
Η Μαρία ανήκε στους δεύτερους.
Ίσως επειδή είχε μάθει να μετατρέπει τον πόνο σε προσευχή, τη μοναξιά σε προσφορά και την πίστη σε πράξη.
Και τώρα, χρόνια μετά, αν με ρωτήσετε πώς είναι η ευλογημένη Μαρία, δεν θα μιλήσω πρώτα για την ομορφιά της.
Θα μιλήσω για εκείνη την ευλογημένη γυναίκα που, κρατώντας κάποτε στα χέρια της ένα πρόσφορο και κοιτάζοντας τον ουρανό, δεν ζήτησε τίποτε για τον εαυτό της.
Ζήτησε και ζητάει διακαώς μόνο να μη σκοτεινιάσει ο ουρανός.
Και να μείνει ανοιχτή η πόρτα της Εκκλησίας.
Για να χωράει μέσα της όλος ο κόσμος.
Με ειρήνη.
Με αγάπη.
Με Θεό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου