— Αχ, πατέρα! είπε ο σαραντάχρονος καθηγητής Μαθηματικών Άλκης. Με τις δεινές σου ρητορικές υπεκφυγές, δεν πρόκειται να μάθω ποτέ πώς γνώρισες τη μητέρα μου. Από παιδί μού επαναλαμβάνεις την ίδια ατάκα: «Ήμασταν συμφοιτητές στη Νομική Σχολή!». Εντάξει, ήσασταν συμφοιτητές. Αλλά πώς κατάφερες εσύ, με την αξιοπρόσεκτη κοιλίτσα σου, τα γυαλάκια και το όχι και τόσο αθλητικό σου παράστημα, να κατακτήσεις μία…
— Πες το! Σταρ Ελλάς!
— Και Μις Κόσμος να πεις, δεν θα πέσεις έξω!
— Πώς να πέσεις έξω εσύ, ο αρσενικός εαυτός της; Ίδιος η μάνα σου είσαι!
— Έχω πάρει κι από σένα, μην αγχώνεσαι, αποκρίθηκε ο μοναχογιός του Κυριάκου.
— Και τι, παρακαλώ, έχεις πάρει από μένα;
— Πρώτα απ’ όλα, την οργάνωση στα οικονομικά!
Ο Κυριάκος χαμογέλασε με ευχαρίστηση. Η διάθεσή του ανέβηκε και, με μια γενναιοδωρία που σπάνια τον χαρακτήριζε στις προσωπικές του εξομολογήσεις, αποφάσισε επιτέλους να αποκαλύψει στον γιο του την ιστορία της ζωής του.
— Άκου, λοιπόν, Άλκη. Για να καταλάβεις πώς γνώρισα τη μητέρα σου, πρέπει πρώτα να γυρίσουμε πίσω, στα χρόνια που οι άνθρωποι αγαπούσαν βαθιά, αλλά δυσκολεύονταν να το πουν.
Το 1983 κυκλοφόρησε το τραγούδι «Μάνα μου» της Πίτσας Παπαδοπούλου, σε στίχους και μουσική του Τάκη Μουσαφίρη. Ένα συγκλονιστικό ζεϊμπέκικο, που δεν άργησε να αγγίξει τις πιο ευαίσθητες χορδές της ψυχής. Τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις το μετέδιδαν συχνά, ενώ η συγκλονιστική ερμηνεία της τραγουδίστριας έκανε πολλές καρδιές να ραγίσουν.
— Γιατί, πατέρα; Τι το έκανε τόσο ξεχωριστό;
— Γιατί μιλούσε για όσα δεν είχαμε πει στις μανάδες μας. Για τα «σ’ αγαπώ» που αναβάλλαμε, για τα λουλούδια που δεν προσφέραμε, για την αγάπη που θεωρούσαμε αυτονόητη και πιστεύαμε πως θα είχαμε πάντα τον χρόνο να εκφράσουμε.
Στα σκληρά χρόνια της παιδικής μας ηλικίας, συνέχισε ο Κυριάκος, η ανάγκη για επιβίωση στην αγροτική κοινωνία όπου μεγαλώσαμε δεν άφηνε πολλά περιθώρια για τρυφερότητες. Η μητέρα σου κι εγώ μεγαλώσαμε σε σπίτια όπου η μάνα ήταν η ακούραστη εργάτρια, η νοικοκυρά, η φροντίστρια, ο άνθρωπος που έπρεπε να τα προλαβαίνει όλα. Η παρουσία της ήταν δεδομένη, όπως και η προσφορά της. Κανείς δεν αμφισβητούσε τον κόπο της, αλλά σχεδόν κανείς δεν σκεφτόταν να τον αναγνωρίσει με λόγια.
Η γιαγιά σου, η Βασιλική, με τα ροζιασμένα χέρια, τα λιγοστά γράμματα και τη μαντίλα στο κεφάλι, ήταν το στήριγμα ολόκληρης της οικογένειας. Φρόντιζε τη μητέρα σου, υπηρετούσε την οικογένεια με ευλάβεια, είχε όλους έγνοια. Η μητέρα σου διάβαζε κι εκείνη φρόντιζε να μη της λείψει τίποτα. Αυτό θεωρούσαν καθήκον τους οι γονείς μας: να μας δώσουν την ευκαιρία να σπουδάσουμε, να γίνουμε επιστήμονες και χρήσιμοι άνθρωποι στην κοινωνία.
Κι εμείς; Εμείς μεγαλώναμε πιστεύοντας πως έτσι έπρεπε να είναι τα πράγματα.
Η Παρασκευούλα, η καλλονή μητέρα σου, σεβόταν τη γιαγιά σου, δεν της αντιμιλούσε, αλλά δεν την είχε και ως πρότυπο ζωής. Η γυναίκα που θυσιαζόταν σιωπηλά για όλους δεν αποτελούσε το όνειρο των κοριτσιών της εποχής. Ούτε η μητέρα σου ήθελε να ζήσει την ίδια ζωή, όπως η μάνα της.
Ακόμη και στις γιορτές, στο σπίτι τιμούσαμε περισσότερο τον πατέρα. Τη γιορτή της μητέρας συχνά τη λησμονούσαμε. Κάποιοι από εμάς μάθαμε την ακριβή ημερομηνία γέννησής της μάνα μας όταν πια είχε φύγει από τη ζωή.
Η μάνα ήταν η απόλυτη θυσία. Έδινε χωρίς να ζητά, πονούσε χωρίς να διαμαρτύρεται, αγαπούσε χωρίς να απαιτεί ανταλλάγματα. Κι εμείς δεχόμασταν την αγάπη της σαν κάτι αυτονόητο, σαν τον ήλιο που ανατέλλει κάθε πρωί.
Μόνο όταν τη χάσαμε καταλάβαμε τι είχαμε στερηθεί. Δυστυχώς, και οι δυο μας, η μητέρα σου κι εγώ, χάσαμε τις μανάδες μας με διαφορά δύο ετών, την περίοδο των φοιτητικών μας χρόνων. Το 1982 έφυγε η γιαγιά σου, η Βασιλική, κι έπειτα, το 1984, η δική μου μητέρα, η Ολυμπία.
Τότε μας έζωσαν οι τύψεις. Για όσα δεν είπαμε, για όσα δεν κάναμε, για τις αγκαλιές που δεν δώσαμε όσο έπρεπε. Συνειδητοποιήσαμε πως είχαμε αφήσει για αύριο όσα έπρεπε να είχαμε κάνει χθες.
— Και πότε γνώρισες τη μητέρα μου; ρώτησε ο Άλκης, που είχε πάψει πια να χαμογελά.
— Τρεις μήνες μετά τον θάνατο της μάνας μου, γνώρισα την Παρασκευούλα, τυχαία, στο γραφείο ενός καθηγητή μας. Είχαμε πάει να ελέγξει ο καθένας μας αν είχε ολοκληρώσει σωστά μια εργασία που μας είχε αναθέσει στο μάθημα που παρακολουθούσαμε μαζί.
Εκείνη η εργασία έγινε η αφορμή. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα, αρχίσαμε να μιλάμε και, χωρίς καλά καλά να το καταλάβουμε, οι τηλεφωνικές μας συνομιλίες έγιναν καθημερινή ανάγκη. Πίτσι-πίτσι στο τηλέφωνο, όπως λέμε σήμερα. Μιλούσαμε με τις ώρες, βγάζαμε τα εσώψυχά μας, μοιραζόμασταν τις αναμνήσεις και τον πόνο μας για τις μανάδες που είχαμε χάσει.
Δεν ήταν ένα συνηθισμένο ερωτικό φλερτ. Ήταν σαν να αναγνωρίζαμε ο ένας στον άλλο μια πληγή που δεν χρειαζόταν εξηγήσεις. Εκείνη καταλάβαινε τη δική μου θλίψη κι εγώ τη δική της. Μέσα από τις κουβέντες μας, οι μανάδες μας επέστρεφαν για λίγο στη ζωή, όχι με την παρουσία τους, αλλά με τις ιστορίες, τις θυσίες και τις αγάπες τους.
Η αποκορύφωση ήρθε ένα βράδυ σ’ ένα κέντρο όπου τραγουδούσε η Πίτσα Παπαδοπούλου, σε μία φοιτητική έξοδο. Όταν ακούστηκε το «Μάνα μου», δεν άντεξα. Σηκώθηκα και χόρεψα ένα ζεϊμπέκικο που έβγαινε από τα βάθη της ψυχής μου. Η Παρασκευούλα στεκόταν δίπλα μου, κρατώντας ένα λευκό μαντίλι. Τα δάκρυά της δεν έλεγαν να σταματήσουν.
Κάποια στιγμή με πλησίασε. Αγκαλιαστήκαμε και τραγουδήσαμε μαζί, με σπασμένες φωνές και μάτια βουρκωμένα. Κι όταν βγήκαμε στον δρόμο, συνεχίσαμε να λέμε «Μάνα μου, μάνα μου», σαν να θέλαμε να φτάσει η φωνή μας ως τον ουρανό.
Ίσως οι γιαγιάδες σου να μας άκουγαν από εκεί ψηλά. Ίσως να ήθελαν να μας σμίξουν, να απαλύνουν τον πόνο μας και να μας χαρίσουν μια δεύτερη ευκαιρία στην αγάπη.
Εκείνο το βράδυ, μέσα στα δάκρυα, στις αναμνήσεις και στην αγκαλιά μας, ήρθε η ψυχική εκτόνωση. Η κάθαρση. Και μαζί της, η αρχή μιας κοινής ζωής.
Ο Άλκης έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα, με το γνώριμο πειραχτικό του ύφος, είπε:
— Ώστε έτσι, ε; Πίτσι-πίτσι, μάνα μου!
— Μη γελάς! Αυτό το πίτσι-πίτσι δεν είναι απλή υπόθεση. Θέλει τέχνη, υπομονή και εξάσκηση. Δεν είναι σαν τα Μαθηματικά, που τα λύνεις με λογικές διεργασίες και βρίσκεις το αποτέλεσμα!
— Καλά, πατέρα. Τώρα κατάλαβα. Γι’ αυτό κι εσείς, όταν εμφανίζομαι και σας πετυχαίνω να μιλάτε χαμηλόφωνα με τη μαμά στην κουζίνα, καταπίνετε τη γλώσσα σας!
Ο Κυριάκος κοκκίνισε, ανακάθισε στην πολυθρόνα του και προσπάθησε να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του.
— Άλλο αυτό! Εμείς έχουμε ιστορία!
Γέλασαν κι οι δυο.
Και κάπου, ανάμεσα στο γέλιο και στη συγκίνηση, ο Κυριάκος κατάλαβε πως είχε καταφέρει επιτέλους να εξηγήσει στον γιο του κάτι πολύ σημαντικό: πως η αγάπη δεν μετριέται με τα χρόνια, την ομορφιά ή τα πτυχία, αλλά με τις στιγμές που δυο άνθρωποι μοιράζονται, με τα δάκρυα που σκουπίζουν ο ένας στον άλλον και με τα λόγια που βρίσκουν το θάρρος να πουν εγκαίρως.
Γιατί, τελικά, το «πίτσι-πίτσι» δεν είναι απλώς κουβέντα. Είναι μοίρασμα ψυχής.
Και, καμιά φορά, είναι ο πιο γλυκός τρόπος να ξαναβρείς τη μάνα σου μέσα από την αγάπη ενός άλλου ανθρώπου.
— Εντάξει, πατέρα, είπε ο Άλκης χαμογελώντας. Κατάλαβα. Το πιο αποτελεσματικό και εγγυημένο φλερτ είναι σαν το «πίτσι-πίτσι, μάνα μου»!
Κι αυτή τη φορά, ο Κυριάκος δεν χρειάστηκε να απαντήσει. Με ένα χαμόγελο από καρδιάς συνάντησε το βλέμμα του γιού του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου