Η οικογένεια ως πρώτος καθρέφτης των συντροφικών σχέσεων: Ψυχολογικές, κοινωνιολογικές και θεραπευτικές προσεγγίσεις
Με αφορμή τον λόγο της ψυχολόγου Areti Baliouska, τον οποίο μας προώθησε η φίλη της ιστοσελίδας μας, κυρία Βασιλική Φ. Ηλιοπούλου.
Ο λόγος του παιδιού: Μια σιωπηλή μαρτυρία για όσα μαθαίνονται μέσα στην οικογένεια
«Μπαμπά, θα σου φαινόταν εντάξει ο άνθρωπος που θα παντρευτώ να μου μιλάει όπως μιλάς εσύ στη μαμά;
Γιατί σε παρακολουθώ. Κάθε λέξη. Κάθε προσβολή. Κάθε φορά που την αγνοείς. Κάθε φορά που την κάνεις να νιώθει ασήμαντη.
Μου μαθαίνεις τι υποτίθεται ότι πρέπει να ανέχεται ένας άνθρωπος σε μία σχέση. Για ποια πράγματα πρέπει να σωπαίνει και τι πρέπει να μάθει να ζει.
Μπορεί να μην καταλαβαίνω ακόμα τι σημαίνει γάμος. Μα μαθαίνω πώς είναι ένας γάμος στην πράξη.
Και μια μέρα, χωρίς καν να το καταλάβω, μπορεί να μπερδέψω αυτό που μου είναι οικείο με αυτό που είναι φυσιολογικό.
Μπορεί να επιλέξω έναν άνθρωπο που θα μου μιλάει όπως μιλάς εσύ στη μαμά».
1. Εισαγωγή: Το παιδί δεν ακούει μόνο· παρατηρεί, ερμηνεύει και μαθαίνει
Ο παραπάνω λόγος, με την απλότητα και τη συναισθηματική του δύναμη, αναδεικνύει μία από τις σημαντικότερες αλήθειες της αναπτυξιακής ψυχολογίας και της οικογενειακής θεραπείας: η οικογένεια αποτελεί το πρώτο και καθοριστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο το παιδί παρατηρεί την ανθρώπινη συμπεριφορά, διαμορφώνει προσδοκίες για τις σχέσεις και αρχίζει να αντιλαμβάνεται τι σημαίνουν ο σεβασμός, η αγάπη, η εξουσία, η σύγκρουση και η συναισθηματική ασφάλεια.
Το παιδί δεν μαθαίνει τι είναι μια συντροφική σχέση αποκλειστικά μέσα από τις συμβουλές που του δίνουν οι γονείς του. Μαθαίνει, κυρίως, παρατηρώντας τον τρόπο με τον οποίο οι γονείς επικοινωνούν, διαφωνούν, αλληλοϋποστηρίζονται ή πληγώνουν ο ένας τον άλλον.
Η διάσταση αυτή συνδέεται με τη θεωρία της κοινωνικής μάθησης του Bandura (1977), σύμφωνα με την οποία σημαντικό μέρος της ανθρώπινης συμπεριφοράς αποκτάται μέσω της παρατήρησης προτύπων και της μάθησης από τις συνέπειες των πράξεών τους.
Επομένως, όταν ένα παιδί παρακολουθεί επανειλημμένα την υποτίμηση, την περιφρόνηση, τη συναισθηματική απόσυρση ή την προσβλητική επικοινωνία μεταξύ των γονέων του, δεν παρατηρεί απλώς μια δυσάρεστη οικογενειακή στιγμή. Ενδέχεται να διαμορφώνει σταδιακά μια αντίληψη για το πώς λειτουργεί μια στενή σχέση και για το τι θεωρείται ανεκτό στο πλαίσιό της.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί που μεγαλώνει σε ένα συγκρουσιακό οικογενειακό περιβάλλον θα επαναλάβει τα ίδια μοτίβα. Σημαίνει, όμως, ότι οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας μπορούν να επηρεάσουν τις μεταγενέστερες συναισθηματικές προσδοκίες, χωρίς να καθορίζουν αναπόφευκτα το μέλλον του ατόμου.
2. Η κοινωνική μάθηση: Τα παιδιά διδάσκονται τις σχέσεις μέσα από τα βιώματά τους
Σύμφωνα με τον Bandura (1977), η μάθηση μέσω παρατήρησης αποτελεί βασικό μηχανισμό απόκτησης συμπεριφορών, στάσεων και προσδοκιών. Οι γονείς, ως πρόσωπα συναισθηματικά σημαντικά για τα παιδιά, λειτουργούν συχνά ως ισχυρά πρότυπα.
Το παιδί παρατηρεί, για παράδειγμα:
Πώς μιλά ο πατέρας στη μητέρα όταν διαφωνούν.
Αν οι διαφορές επιλύονται μέσω διαλόγου ή προσβολών.
Αν το λάθος αντιμετωπίζεται με κατανόηση ή με ταπείνωση.
Αν η σιωπή χρησιμοποιείται ως τρόπος αποφυγής ή τιμωρίας.
Αν η συγγνώμη συνοδεύεται από ανάληψη ευθύνης και αλλαγή συμπεριφοράς.
Αν και οι δύο γονείς έχουν δικαίωμα να εκφράζουν τις ανάγκες τους.
Αυτές οι επαναλαμβανόμενες εμπειρίες συμβάλλουν στη δημιουργία εσωτερικών προσδοκιών για τις ανθρώπινες σχέσεις.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διάκριση ανάμεσα στο οικείο και στο υγιές. Κάτι μπορεί να είναι οικείο επειδή επαναλαμβάνεται επί χρόνια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι συναισθηματικά ασφαλές ή αποδεκτό.
Ένα παιδί που έχει συνηθίσει να βλέπει έναν γονέα να υποχωρεί διαρκώς για να αποφεύγεται η ένταση μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αντιληφθεί τη σιωπή και μη διεκδικητικότητα ως αναγκαία προϋπόθεση διατήρησης μιας σχέσης. Αντίστοιχα, ένα παιδί που παρατηρεί ότι οι διαφωνίες επιλύονται με αμοιβαίο σεβασμό μπορεί να αναπτύξει διαφορετικές προσδοκίες για την επικοινωνία και την οικειότητα.
Η μετα-ανάλυση των van Eldik et al. (2020) έδειξε ότι η ποιότητα της σχέσης των γονέων και οι μορφές της μεταξύ της σύγκρουσης συνδέονται με τη συναισθηματική, συμπεριφορική και ψυχολογική προσαρμογή των παιδιών.
Συνεπώς, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι γονείς διαφωνούν. Η διαφωνία είναι φυσιολογικό στοιχείο κάθε στενής σχέσης. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πώς διαφωνούν, πώς διαχειρίζονται τον θυμό τους και αν μπορούν να αποκαθιστούν τη σχέση μετά από μια σύγκρουση.
3. Η συναισθηματική ασφάλεια του παιδιού και η ποιότητα της γονεϊκής σχέσης
Το παιδί έχει ανάγκη να αισθάνεται ότι το οικογενειακό του περιβάλλον αποτελεί έναν σχετικά σταθερό και ασφαλή χώρο. Η συναισθηματική ασφάλεια δεν προϋποθέτει την απουσία κάθε έντασης, αλλά τη δυνατότητα των μελών της οικογένειας να διαχειρίζονται τις δυσκολίες χωρίς διαρκή εκφοβισμό, απαξίωση ή απειλή της σχέσης.
Όταν οι γονείς εκδηλώνουν συστηματικά εχθρότητα, περιφρόνηση ή έντονη συναισθηματική αποστασιοποίηση, το παιδί μπορεί να βιώσει ανασφάλεια, ακόμη και αν δεν αποτελεί τον άμεσο αποδέκτη της συμπεριφοράς.
Η μετα-ανάλυση των Rhoades (2008) ανέδειξε τη σύνδεση ανάμεσα στις αντιδράσεις των παιδιών απέναντι στις συγκρούσεις των γονέων και στην ψυχολογική τους προσαρμογή. Τα παιδιά μπορεί να αντιδρούν γνωστικά, συναισθηματικά, συμπεριφορικά και σωματικά στις εντάσεις που παρατηρούν στο σπίτι.
Ορισμένα παιδιά εκδηλώνουν φόβο, άγχος ή θλίψη. Άλλα εμφανίζουν ευερεθιστότητα, δυσκολίες στη συμπεριφορά ή προβλήματα συγκέντρωσης. Κάποια προσπαθούν να μεσολαβήσουν στις διαφωνίες, να προστατεύσουν τον γονέα που θεωρούν ευάλωτο ή να γίνουν υπερβολικά υπάκουα, προκειμένου να διατηρήσουν την ηρεμία στο σπίτι.
Η τελευταία αυτή αντίδραση χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Ένα παιδί που φαίνεται ήσυχο, ώριμο και συνεργάσιμο δεν είναι απαραίτητα ένα παιδί που αισθάνεται ασφαλές. Μερικές φορές, η υπερβολική προσαρμογή αποτελεί προσπάθεια να περιοριστεί η οικογενειακή ένταση.
Η αναγνώριση αυτών των πιθανών αντιδράσεων δεν πρέπει να οδηγεί σε αυθαίρετες διαγνώσεις. Κάθε παιδί αντιδρά διαφορετικά, ανάλογα με την ηλικία, την ιδιοσυγκρασία, τη διάρκεια και την ένταση των συγκρούσεων, αλλά και την ύπαρξη υποστηρικτικών σχέσεων.
Το βασικό μήνυμα είναι ότι η ψυχική ευημερία του παιδιού συνδέεται όχι μόνο με τον τρόπο που κάθε γονέας σχετίζεται μαζί του, αλλά και με τον τρόπο που οι γονείς σχετίζονται μεταξύ τους.
4. Η διαγενεακή μετάδοση των οικογενειακών προτύπων: Η συμβολή της θεωρίας του Bowen
Η φράση «μπορεί να μπερδέψω αυτό που μου είναι οικείο με αυτό που είναι φυσιολογικό» αποτελεί τον κεντρικό άξονα του κειμένου.
Η θεωρία των οικογενειακών συστημάτων του Murray Bowen προσφέρει ένα σημαντικό πλαίσιο κατανόησης του τρόπου με τον οποίο οι συναισθηματικές διεργασίες, οι σχέσεις και τα επαναλαμβανόμενα πρότυπα αλληλεπίδρασης μπορούν να μεταβιβάζονται από τη μία γενιά στην επόμενη. Η οικογένεια προέλευσης αποτελεί σημαντικό πεδίο μελέτης για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο το άτομο διαχειρίζεται την εγγύτητα, την αυτονομία, τις διαφωνίες και το άγχος στις ενήλικες σχέσεις του (Kerr & Bowen, 1988).
Στη θεωρία του Bowen, ιδιαίτερη σημασία έχουν η διαφοροποίηση του εαυτού, οι συναισθηματικές διεργασίες της οικογένειας και η διαγενεακή μεταβίβαση οικογενειακών προτύπων. Η διαφοροποίηση του εαυτού αφορά, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα του ατόμου να διατηρεί την προσωπική του κρίση και την αίσθηση του εαυτού του, ενώ παραμένει συναισθηματικά συνδεδεμένο με τους σημαντικούς άλλους.
Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος που μεγάλωσε σε περιβάλλον όπου η αγάπη συνδεόταν με την υποταγή μπορεί να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τα όριά του. Ένας άλλος, που έμαθε ότι η διαφωνία οδηγεί σε απόρριψη, μπορεί να αποφεύγει τη διεκδικητική επικοινωνία. Κάποιος τρίτος ενδέχεται να αναπαράγει τον επιθετικό τρόπο επικοινωνίας που είχε παρατηρήσει, χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει πλήρως την επίδρασή του.
Αυτά αποτελούν πιθανά μονοπάτια μάθησης και όχι καθολικούς κανόνες. Η θεωρία του Bowen δεν υποστηρίζει ότι η οικογενειακή προέλευση καθορίζει αμετάκλητα την ενήλικη συμπεριφορά. Προσφέρει, αντίθετα, εργαλεία κατανόησης των συναισθηματικών διεργασιών που ενδέχεται να διατηρούν ορισμένα μοτίβα στον χρόνο.
Η διαγενεακή μετάδοση δεν είναι μοιραία. Οι άνθρωποι μπορούν να αναγνωρίσουν τα οικογενειακά τους βιώματα, να επανεξετάσουν τις πεποιθήσεις τους και να οικοδομήσουν διαφορετικούς τρόπους σύνδεσης.
Η θεραπευτική εργασία επιδιώκει ακριβώς αυτή τη μετάβαση: από την αυτόματη επανάληψη στην επίγνωση και από την επίγνωση στη συνειδητή επιλογή.
5. Η κοινωνιολογική διάσταση: Οικογένεια, φύλο και κοινωνικές αντιλήψεις
Η οικογενειακή συμπεριφορά δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά από την ατομική ψυχολογία. Επηρεάζεται επίσης από κοινωνικές αντιλήψεις, πολιτισμικές προσδοκίες, σχέσεις εξουσίας και έμφυλους ρόλους.
Σε ορισμένα κοινωνικά περιβάλλοντα, η υπομονή της γυναίκας παρουσιάζεται ως απόδειξη αγάπης, η σιωπή ως οικογενειακή αρετή και η διατήρηση του γάμου ως υπέρτατη υποχρέωση, ακόμη και όταν η καθημερινότητα χαρακτηρίζεται από συστηματική απαξίωση.
Αντίστοιχα, ορισμένα αγόρια μπορεί να μεγαλώνουν με την προσδοκία ότι πρέπει να επιβάλλονται, να μην εκφράζουν ευαλωτότητα ή να αντιμετωπίζουν την αμφισβήτηση ως απειλή για το κύρος τους.
Οι αντιλήψεις αυτές δεν χαρακτηρίζουν όλους τους γονείς, όλα τα φύλα ή όλες τις κοινωνίες. Ωστόσο, όταν ενισχύονται από το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, μπορούν να περιορίσουν τη δυνατότητα των ανθρώπων να αναπτύξουν ισότιμες σχέσεις.
Η κοινωνικοποίηση δεν πραγματοποιείται μόνο μέσα από ρητές απαγορεύσεις και συμβουλές. Συντελείται επίσης μέσα από όσα οι ενήλικες θεωρούν αυτονόητα, όσα ανέχονται και όσα δεν συζητούν ποτέ.
Επομένως, η πρόληψη της συναισθηματικής κακοποίησης απαιτεί κάτι περισσότερο από την προτροπή προς τα παιδιά να επιλέγουν σωστά τους μελλοντικούς συντρόφους τους. Απαιτεί οικογένειες και κοινωνικά περιβάλλοντα που διδάσκουν έμπρακτα την ισότητα, την αμοιβαιότητα, τη συναισθηματική υπευθυνότητα και τον σεβασμό της προσωπικότητας του άλλου.
6. Η συναισθηματική απαξίωση ως μορφή σχεσιακής βλάβης
Ο λόγος του παιδιού αναφέρεται σε τρεις χαρακτηριστικές συμπεριφορές: την προσβολή, την αγνόηση και την πρόκληση συναισθημάτων αναξιότητας.
Οι συμπεριφορές αυτές χρειάζεται να εξετάζονται με προσοχή, λαμβάνοντας υπόψη τη συχνότητα, την ένταση, το πλαίσιο και τη λειτουργία τους μέσα στη σχέση.
Μια περιστασιακή αστοχία στην επικοινωνία δεν ταυτίζεται με ένα σταθερό μοτίβο εξευτελισμού. Αντίστοιχα, η ανάγκη κάποιου να αποσυρθεί προσωρινά για να ηρεμήσει διαφέρει από τη συστηματική χρήση της σιωπής ως μέσου τιμωρίας ή ελέγχου.
Όταν, όμως, η υποτίμηση, η ταπείνωση, ο εκφοβισμός ή η εσκεμμένη αποστέρηση συναισθηματικής επαφής αποτελούν επαναλαμβανόμενο τρόπο άσκησης εξουσίας, η σχέση μπορεί να αποκτήσει κακοποιητικά χαρακτηριστικά.
Η έκθεση των παιδιών στη βία μεταξύ συντρόφων δεν περιορίζεται στη σωματική βία. Η συστηματική ψυχολογική επιθετικότητα και άλλες μορφές βλαπτικής σύγκρουσης μπορούν επίσης να συνδέονται με δυσκολίες στην ψυχολογική προσαρμογή τους. Η μετα-ανάλυση των Vu et al. (2016) κατέγραψε διαχρονικές συσχετίσεις ανάμεσα στην έκθεση παιδιών στη βία μεταξύ συντρόφων και σε μεταγενέστερα προβλήματα προσαρμογής.
Παράλληλα, η συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση των Vu et al. (2020) εξέτασε τη σχέση ανάμεσα στη βία μεταξύ συντρόφων και στην ασφάλεια του δεσμού των παιδιών, αναδεικνύοντας τη σημασία του οικογενειακού περιβάλλοντος για την ανάπτυξη των συναισθηματικών δεσμών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί που μεγαλώνει σε ένα δύσκολο οικογενειακό περιβάλλον θα αναπτύξει ανασφαλείς δεσμούς ή ψυχολογικές δυσκολίες. Υπογραμμίζει, όμως, τη σημασία της έγκαιρης αναγνώρισης των προβληματικών μοτίβων και της κατάλληλης υποστήριξης.
Κυρίως, μας υπενθυμίζει ότι η ψυχολογική βλάβη δεν είναι πάντοτε ορατή. Μπορεί να αποτυπώνεται στον φόβο του παιδιού να εκφραστεί, στην ανάγκη του να ελέγχει τη διάθεση των ενηλίκων ή στην πεποίθηση ότι πρέπει να κερδίζει διαρκώς την αποδοχή.
7. Η οικογενειακή θεραπεία και η κατανόηση των σχέσεων μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο
Η οικογενειακή θεραπεία περιλαμβάνει διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις που εξετάζουν τις δυσκολίες του ατόμου σε συνάρτηση με τις σχέσεις, τις αλληλεπιδράσεις και το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον. Οι προσεγγίσεις αυτές δεν είναι ταυτόσημες, καθώς διαφέρουν ως προς τις θεωρητικές τους παραδοχές, την ερμηνεία των οικογενειακών διεργασιών και τις θεραπευτικές παρεμβάσεις που προτείνουν.
Στη θεωρία των οικογενειακών συστημάτων του Bowen, ιδιαίτερη σημασία έχουν η συναισθηματική διαφοροποίηση, η διαχείριση του άγχους στις οικογενειακές σχέσεις και η διαγενεακή μεταβίβαση προτύπων (Kerr & Bowen, 1988). Άλλες προσεγγίσεις της οικογενειακής θεραπείας αναπτύσσουν διαφορετικές θεωρητικές και κλινικές οπτικές για την επικοινωνία, τις αλληλεπιδράσεις και την αλλαγή μέσα στην οικογένεια.
Η αξιοποίηση αυτών των προσεγγίσεων δεν σημαίνει ότι κάθε οικογενειακή δυσκολία πρέπει να αποδίδεται αποκλειστικά στη συμπεριφορά ενός μέλους. Σημαίνει ότι χρειάζεται να εξετάζουμε τόσο τις ατομικές εμπειρίες όσο και τις σχέσεις μέσα στις οποίες αναπτύσσονται και διατηρούνται συγκεκριμένα μοτίβα.
Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι όλα τα μέλη φέρουν ίση ευθύνη για κάθε πρόβλημα. Όταν υπάρχει κακοποίηση, εξαναγκασμός ή συστηματική άσκηση ελέγχου, η ευθύνη για την κακοποιητική συμπεριφορά ανήκει στο πρόσωπο που την ασκεί. Η σχεσιακή κατανόηση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να εξισώνει τον δράστη με το θύμα ή για να δικαιολογεί τη βία.
Στην πράξη, η οικογενειακή θεραπεία και η συμβουλευτική μπορούν να συμβάλουν σε πολλαπλά επίπεδα.
Πρώτον, στην αναγνώριση των επαναλαμβανόμενων μοτίβων. Οι γονείς ενθαρρύνονται να παρατηρήσουν πώς επικοινωνούν, ποιες συμπεριφορές επαναλαμβάνονται και τι συναισθηματικό κλίμα δημιουργούν στο σπίτι.
Δεύτερον, στην καλλιέργεια συναισθηματικής επίγνωσης. Η αναγνώριση του θυμού, της απογοήτευσης, της ντροπής και του φόβου επιτρέπει στα μέλη της οικογένειας να αντιδρούν με μεγαλύτερη υπευθυνότητα.
Τρίτον, στην ανάπτυξη δεξιοτήτων επικοινωνίας. Η ενεργητική ακρόαση, η σαφής έκφραση αναγκών, η αποφυγή προσβολών και η ανάληψη ευθύνης για τη συμπεριφορά αποτελούν σημαντικούς στόχους συμβουλευτικής παρέμβασης.
Τέταρτον, στην αποκατάσταση της σχέσης μετά τη σύγκρουση. Τα παιδιά χρειάζεται να βλέπουν ότι οι ενήλικες μπορούν να αναγνωρίζουν τα λάθη τους, να ζητούν συγγνώμη και να τροποποιούν έμπρακτα τη συμπεριφορά τους.
Πέμπτον, στην αποφυγή εμπλοκής των παιδιών στις διαφωνίες των γονέων. Το παιδί δεν πρέπει να αναλαμβάνει τον ρόλο του διαμεσολαβητή, του προστάτη του ενός γονέα ή του συναισθηματικού υποστηρικτή του άλλου.
Η θεραπευτική αλλαγή δεν αποσκοπεί στη δημιουργία μιας οικογένειας χωρίς διαφωνίες. Αποσκοπεί στη δημιουργία σχέσεων μέσα στις οποίες η διαφωνία δεν καταργεί τον σεβασμό και η εγγύτητα δεν απαιτεί την παραίτηση από την προσωπική αξιοπρέπεια.
8. Συμβουλευτική γονέων: Πώς διδάσκουμε τον σεβασμό στην πράξη;
Η γονεϊκή συμβουλευτική μπορεί να βοηθήσει τους νέους γονείς να αντιληφθούν ότι η συναισθηματική αγωγή του παιδιού ξεκινά πολύ πριν από τις πρώτες συζητήσεις για τον έρωτα, τον γάμο ή την επιλογή συντρόφου.
Τα παιδιά χρειάζεται να βιώνουν στην καθημερινότητα ότι:
Η αγάπη δεν προϋποθέτει την ταπείνωση ή τον φόβο.
Η διαφωνία δεν αποτελεί δικαιολογία για προσβολές.
Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να εκφράζει τις ανάγκες και τα συναισθήματά του.
Τα όρια δεν είναι απόρριψη, αλλά αναγκαίο μέρος μιας υγιούς σχέσης.
Η συγγνώμη αποκτά αξία όταν συνοδεύεται από υπεύθυνη αλλαγή.
Κανένας άνθρωπος δεν χρειάζεται να ανέχεται τη βία για να αποδείξει την αγάπη του.
Εξίσου σημαντικό είναι να μπορούν οι γονείς να αναγνωρίζουν ότι δεν χρειάζεται να είναι τέλειοι. Η γονεϊκή επάρκεια δεν συνίσταται στην απουσία λαθών, αλλά στην ικανότητα αναγνώρισης και διόρθωσής τους.
Ένας πατέρας που συνειδητοποιεί ότι μίλησε υποτιμητικά στη σύντροφό του μπορεί να αναλάβει την ευθύνη, να απολογηθεί χωρίς δικαιολογίες και να επιδιώξει αλλαγή. Μια μητέρα μπορεί να θέσει σαφή όρια, να εκφράσει τη διαφωνία της και να δείξει ότι η αξιοπρέπεια δεν είναι διαπραγματεύσιμη.
Αντίστοιχα, όταν το παιδί έχει ήδη εκτεθεί σε συγκρούσεις, οι γονείς μπορούν να του εξηγήσουν με απλό και κατάλληλο για την ηλικία του τρόπο ότι οι προσβολές δεν είναι αποδεκτές, ότι δεν ευθύνεται εκείνο για τις διαφωνίες των ενηλίκων και ότι δεν χρειάζεται να αναλάβει την επίλυσή τους.
Η επανόρθωση δεν επιτυγχάνεται μόνο με διαβεβαιώσεις. Απαιτεί συνέπεια, σταθερότητα και επαναλαμβανόμενες εμπειρίες ασφαλέστερης επικοινωνίας.
9. Όταν η οικογενειακή συμβουλευτική δεν αρκεί από μόνη της
Χρειάζεται να υπογραμμιστεί ότι η συμβουλευτική ζεύγους ή η οικογενειακή θεραπεία δεν είναι κατάλληλη ως ενιαία λύση για όλες τις περιπτώσεις.
Όταν υπάρχει ενεργή ενδοοικογενειακή βία, εκφοβισμός ή εξαναγκαστικός έλεγχος, προτεραιότητα αποτελούν η ασφάλεια του θύματος και των παιδιών, η εξατομικευμένη αξιολόγηση και η σύνδεση με εξειδικευμένες υπηρεσίες υποστήριξης. Η κοινή θεραπεία μπορεί σε ορισμένες τέτοιες περιπτώσεις να είναι ακατάλληλη ή να αυξήσει τους κινδύνους, ιδίως όταν δεν υπάρχει ελεύθερη δυνατότητα έκφρασης και ασφαλούς αποχώρησης από τη διαδικασία.
Η κατάλληλη παρέμβαση πρέπει να βασίζεται στις πραγματικές συνθήκες, στη σοβαρότητα των συμπεριφορών και στις ανάγκες των εμπλεκομένων. Η διατήρηση της οικογένειας ως μορφής δεν μπορεί να τίθεται πάνω από τη σωματική και ψυχική ασφάλεια των μελών της.
Παράλληλα, η ατομική ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει έναν γονέα να επεξεργαστεί τα δικά του βιώματα, να αναγνωρίσει δυσλειτουργικά πρότυπα και να αναπτύξει νέες δεξιότητες συναισθηματικής ρύθμισης και επικοινωνίας.
Η αναζήτηση βοήθειας δεν αποτελεί ένδειξη αποτυχίας. Αποτελεί πράξη ευθύνης απέναντι στον εαυτό μας και στα παιδιά μας.
10. Η πρόληψη αρχίζει πριν από την ενηλικίωση
Ο λόγος του παιδιού θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα για την πρόληψη: πώς μπορούμε να περιμένουμε από τους νέους να αναγνωρίσουν μια υγιή συντροφική σχέση, αν δεν έχουν βιώσει επαρκώς τον σεβασμό μέσα στις πρώτες σημαντικές σχέσεις της ζωής τους;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στην αναζήτηση τέλειων γονέων, αλλά στην καλλιέργεια συνειδητών γονέων.
Η πρόληψη απαιτεί:
Συναισθηματική αγωγή στην οικογένεια, ώστε τα παιδιά να αναγνωρίζουν και να εκφράζουν τα συναισθήματά τους.
Εκπαίδευση στη μη βίαιη επικοινωνία, με έμφαση στον διάλογο, στα όρια και στον αμοιβαίο σεβασμό.
Έγκαιρη αναγνώριση της συναισθηματικής κακοποίησης, χωρίς υποβάθμιση της προσβλητικής ή ελεγκτικής συμπεριφοράς.
Υποστήριξη των γονέων, ιδιαίτερα όταν βιώνουν έντονο άγχος, δυσκολίες στη σχέση ή επαναλαμβανόμενα οικογενειακά μοτίβα.
Καλλιέργεια κοινωνικών προτύπων ισότητας, ώστε η αγάπη να μη συνδέεται με την κυριαρχία, την υποταγή ή την απώλεια της προσωπικής αξιοπρέπειας.
Η προστασία των παιδιών δεν αφορά μόνο όσα κάνουμε προς αυτά. Αφορά και όσα τους δείχνουμε μέσα από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε.
11. Συμπεράσματα: Το μεγαλύτερο μάθημα δεν είναι αυτό που λέμε, αλλά αυτό που ζούμε
Ο λόγος που αποδίδεται στην Areti Baliouska μας καλεί να κοιτάξουμε την οικογένεια πέρα από τους τυπικούς ρόλους της μητέρας, του πατέρα και του παιδιού. Μας καλεί να τη δούμε ως ένα περιβάλλον όπου διαμορφώνονται, συχνά αθόρυβα, οι πρώτες αντιλήψεις για την αγάπη, τη συντροφικότητα, την αξιοπρέπεια και την ανθρώπινη αξία.
Η κόρη του κειμένου δεν ζητά από τον πατέρα της να είναι αλάνθαστος. Του ζητά να αναλογιστεί τι διδάσκει με τη συμπεριφορά του. Το ερώτημά της δεν αφορά μόνο το δικό της μέλλον, αλλά και την ευθύνη των ενηλίκων να αναγνωρίζουν ότι οι σχέσεις τους αποτελούν καθημερινά μαθήματα για τα παιδιά τους.
Κάθε φορά που ένας γονέας επιλέγει τον σεβασμό αντί της προσβολής, τον διάλογο αντί της ταπείνωσης και την υπευθυνότητα αντί της άρνησης των λαθών του, συμβάλλει στη δημιουργία ενός διαφορετικού οικογενειακού προτύπου.
Και κάθε φορά που αναγνωρίζει ένα επιβλαβές μοτίβο και ζητά βοήθεια για να το αλλάξει, ανοίγει έναν δρόμο προς τη διαγενεακή αλλαγή.
Δεν μπορούμε να εγγυηθούμε ότι τα παιδιά μας δεν θα πληγωθούν ποτέ. Μπορούμε, όμως, να τους προσφέρουμε περισσότερα εφόδια για να αναγνωρίζουν τις υγιείς σχέσεις, να θέτουν όρια και να μην ταυτίζουν την αγάπη με την ανοχή της κακοποίησης.
Το σημαντικότερο μήνυμα προς τους νέους γονείς είναι, επομένως, απλό αλλά βαθύ:
Μη διδάσκετε στα παιδιά σας μόνο πώς να αγαπούν. Δείξτε τους πώς αξίζει να αγαπιούνται.
Γιατί η οικογένεια δεν διαμορφώνει μόνο τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Μπορεί να επηρεάσει και τις προσδοκίες με τις οποίες οι άνθρωποι θα αναζητήσουν, θα επιλέξουν και θα οικοδομήσουν τις σχέσεις της ενήλικης ζωής τους.
Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα σημαντικότερα δώρα που μπορούν να προσφέρουν οι γονείς στα παιδιά τους: όχι μια εικόνα τέλειας οικογένειας, αλλά το βίωμα μιας σχέσης όπου η αγάπη συνυπάρχει με τον σεβασμό, η διαφωνία με την αξιοπρέπεια και η οικειότητα με την ελευθερία.
Ευχές προς τους νέους γονείς
Αγαπητοί νέοι γονείς,
Σας ευχόμαστε να μεγαλώσετε τα παιδιά σας μέσα σε ένα περιβάλλον αγάπης, ασφάλειας, αμοιβαίου σεβασμού και συναισθηματικής ελευθερίας. Να θυμάστε ότι δεν χρειάζεται να είστε τέλειοι, αλλά να είστε πρόθυμοι να ακούτε, να αναγνωρίζετε τα λάθη σας, να ζητάτε συγγνώμη και να αλλάζετε όσα πληγώνουν εσάς και τους άλλους γύρω σας.
Είθε τα παιδιά σας να μάθουν μέσα από εσάς ότι η αγάπη δεν ταπεινώνει, η φροντίδα δεν ελέγχει και η συντροφικότητα δεν απαιτεί τη σιωπή του ενός για να διατηρείται η ηρεμία του άλλου.
Γιατί το πιο πολύτιμο μάθημα που μπορούμε να αφήσουμε στα παιδιά μας είναι η βεβαιότητα ότι αξίζουν να αγαπούν και να αγαπιούνται με σεβασμό.
Με εκτίμηση και θερμές ευχές προς όλους τους νέους γονείς.
Ευχαριστούμε θερμά την κυρία Βασιλική Φ. Ηλιοπούλου για την προώθηση του κειμένου και την αφορμή για τον παρόντα προβληματισμό.
Βιβλιογραφία
Bandura, A. (1977). Social learning theory. Prentice Hall.
Doherty, W. J., & McDaniel, S. H. (2009). Family therapy. American Psychological Association. https://doi.org/10.1037/11898-000
Kerr, M. E., & Bowen, M. (1988). Family evaluation: An approach based on Bowen theory. W. W. Norton & Company.
Rhoades, K. A. (2008). Children’s responses to interparental conflict: A meta-analysis of their associations with child adjustment. Child Development, 79(6), 1942–1956. https://doi.org/10.1111/j.1467-8624.2008.01235.x
van Eldik, W. M., de Haan, A. D., Parry, L. Q., Davies, P. T., Luijk, M. P. C. M., Arends, L. R., & Prinzie, P. (2020). The interparental relationship: Meta-analytic associations with children's maladjustment and responses to interparental conflict. Psychological Bulletin, 146(7), 553–594. https://doi.org/10.1037/bul0000233
Vu, N. L., Jouriles, E. N., McDonald, R., & Rosenfield, D. (2016). Children's exposure to intimate partner violence: A meta-analysis of longitudinal associations with child adjustment problems. Clinical Psychology Review, 46, 25–33. https://doi.org/10.1016/j.cpr.2016.04.003
Vu, N. L., Jouriles, E. N., McDonald, R., & Rosenfield, D. (2020). Intimate partner violence and child attachment: A systematic review and meta-analysis. Child Abuse & Neglect, 109, Article 104667. https://doi.org/10.1016/j.chiabu.2020.104667

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου