Οικονομικές ανισότητες, κοινωνική συνοχή, επισιτιστική ασφάλεια και πολιτικές ευθύνης απέναντι στην Ελληνική ύπαιθρο
Περίληψη
Η φράση «Η πόλη νομίζει ότι είναι αυτάρκης. Χωρίς όμως το χωριό και τον αγρότη, σε λίγες μέρες θα πεινάσει. Ο πολιτισμός ξεκινά από τη γη, όχι από την άσφαλτο» αναδεικνύει ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό των σύγχρονων κοινωνιών: την αλληλεξάρτηση της αστικής ζωής από την αγροτική παραγωγή, τους φυσικούς πόρους και τα δίκτυα διακίνησης τροφίμων. Με αφορμή την ανάρτηση του κ. Στασινού Αθ. Μπόβη στο FB, παραγωγού της Bovis Family Greek Groves στη Βαλύρα Μεσσηνίας, το παρόν άρθρο εξετάζει τις οικονομικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές και πολιτικές διαστάσεις αυτής της σχέσης. Αξιοποιεί στοιχεία και αναλύσεις διεθνών οργανισμών, όπως ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD), ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) και τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υποστηρίζει ότι η βιωσιμότητα της υπαίθρου δεν αποτελεί ζήτημα αποκλειστικά των αγροτών, αλλά προϋπόθεση για την επισιτιστική ασφάλεια, την περιφερειακή ανάπτυξη, την περιβαλλοντική προστασία και την κοινωνική ευημερία του συνόλου της χώρας. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η αναγνώριση της αγροτικής εργασίας πρέπει να συνοδεύεται από συγκεκριμένες πολιτικές που διασφαλίζουν αξιοπρεπές εισόδημα, δίκαιες εμπορικές σχέσεις, πρόσβαση σε υπηρεσίες και προοπτικές για τις νεότερες γενιές.
1. Εισαγωγή: Ποιος παράγει όσα θεωρούμε δεδομένα;
Η καθημερινότητα της σύγχρονης πόλης δημιουργεί συχνά την εντύπωση ότι η ευημερία είναι αποτέλεσμα κυρίως της βιομηχανίας, του εμπορίου, της τεχνολογίας, των υπηρεσιών και των υποδομών. Τα τρόφιμα εμφανίζονται στα καταστήματα συσκευασμένα, ταξινομημένα και διαθέσιμα προς αγορά, χωρίς ο καταναλωτής να χρειάζεται να γνωρίζει πού καλλιεργήθηκαν, ποιος τα παρήγαγε, πόσο νερό χρειάστηκαν ή πόση εργασία απαιτήθηκε μέχρι να φτάσουν στο τραπέζι του.
Αυτή η απόσταση ανάμεσα στον τόπο παραγωγής και στον τόπο κατανάλωσης μπορεί να δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση αυτάρκειας. Η πόλη μοιάζει να λειτουργεί αυτόνομα, ενώ στην πραγματικότητα εξαρτάται από ένα ευρύ δίκτυο ανθρώπων, φυσικών πόρων, μεταφορών, αποθηκευτικών εγκαταστάσεων, επιχειρήσεων και υποδομών.
Η σχετική ανάλυση του OECD (2020) αναδεικνύει ότι οι αγροτικές και οι αστικές περιοχές συνδέονται με οικονομικές συναλλαγές, μετακινήσεις εργαζομένων, εφοδιαστικές αλυσίδες, περιβαλλοντικές λειτουργίες και κοινές ανάγκες δημoσίων υπηρεσιών. Η σχέση τους, επομένως, δεν είναι σχέση απομονωμένων κόσμων, αλλά αλληλεξάρτησης.
Η ανάρτηση του κ. Μπόβη συμπυκνώνει αυτήν την πραγματικότητα σε μια σύντομη, αιχμηρή διατύπωση. Η ουσία του μηνύματος δεν είναι ότι η πόλη αποτελεί αντίπαλο της υπαίθρου. Είναι ότι κανένας από τους δύο χώρους δεν μπορεί να εξασφαλίσει μόνος του όλες τις προϋποθέσεις της ευημερίας του.
Αξίζει, ωστόσο, να αποσαφηνιστεί ότι η αναφορά στην πείνα μέσα σε λίγες ημέρες λειτουργεί ως προειδοποιητική μεταφορά και όχι ως καθολικός επιστημονικός υπολογισμός. Ο χρόνος κατά τον οποίο μια διαταραχή εφοδιασμού θα προκαλούσε σοβαρές ελλείψεις εξαρτάται από τα διαθέσιμα αποθέματα, τις εισαγωγές, τις μεταφορές, την αποθηκευτική ικανότητα και τη διάρκεια της διαταραχής.
Το κρίσιμο ερώτημα, συνεπώς, είναι το εξής: πόσο ανθεκτική μπορεί να είναι μια κοινωνία όταν υποτιμά τους ανθρώπους και τις παραγωγικές δραστηριότητες που στηρίζουν τις βασικές διατροφικές της ανάγκες;
2. Η οικονομική διάσταση: Η τροφή ως αποτέλεσμα μιας ολόκληρης παραγωγικής αλυσίδας
2.1 Η ψευδαίσθηση της αστικής αυτάρκειας
Η γεωργική παραγωγή αποτελεί την αφετηρία μιας σύνθετης οικονομικής διαδικασίας. Για να φτάσει ένα προϊόν από το χωράφι στον καταναλωτή, απαιτούνται εργασία, γεωργικά εφόδια, ενέργεια, εξοπλισμός, μεταφορές, αποθήκευση, επεξεργασία, συσκευασία, εμπορία και έλεγχοι ποιότητας.
Η αλυσίδα αυτή περιλαμβάνει διαφορετικούς οικονομικούς φορείς, καθένας από τους οποίους συμβάλλει στη δημιουργία αξίας. Η αναγνώριση του ρόλου των υπόλοιπων κρίκων, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί στην υποτίμηση του παραγωγού, χωρίς τη δραστηριότητα του οποίου δεν θα υπήρχε το πρωτογενές προϊόν.
Ας εξετάσουμε ένα απλό παράδειγμα.
Ένα νοικοκυριό στην Αθήνα αγοράζει ελαιόλαδο από το σούπερ μάρκετ. Ο καταναλωτής βλέπει τη συσκευασία, την τιμή, την ετικέτα και, ενδεχομένως, την ένδειξη προέλευσης. Δεν βλέπει τις εργασίες που προηγήθηκαν: τη φροντίδα του ελαιώνα, το κλάδεμα, την αντιμετώπιση των εχθρών της καλλιέργειας, τη συγκομιδή, τη μεταφορά του καρπού, την έκθλιψη, την αποθήκευση και την ποιοτική αξιολόγηση.
Η τελική τιμή είναι, επομένως, το αποτέλεσμα πολλών σταδίων. Ωστόσο, η ορατότητα του προϊόντος στο ράφι δεν συνεπάγεται και αντίστοιχη ορατότητα του παραγωγού ή του κόστους που εκείνος αναλαμβάνει.
Η διαπίστωση αυτή γίνεται ακόμη σημαντικότερη όταν εξετάζουμε τις διαταραχές των εφοδιαστικών αλυσίδων. Μια παρατεταμένη δυσλειτουργία στις μεταφορές, μια ενεργειακή κρίση, ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο ή μια σοβαρή μείωση της παραγωγής μπορεί να επηρεάσει τη διαθεσιμότητα και τις τιμές των τροφίμων. Ο FAO και οι συνεργαζόμενοι διεθνείς οργανισμοί υπογραμμίζουν ότι η επισιτιστική ασφάλεια απαιτεί όχι μόνο παραγωγή, αλλά και πραγματική οικονομική και φυσική πρόσβαση σε επαρκή, ασφαλή και θρεπτική τροφή (FAO et al., 2024).
Επομένως, η ανθεκτικότητα του διατροφικού συστήματος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το πόσα τρόφιμα παράγονται. Εξαρτάται επίσης από το πού παράγονται, πώς αποθηκεύονται, πώς μεταφέρονται, πόσο προσιτά είναι και κατά πόσο μπορούν να συνεχίσουν να διατίθενται σε συνθήκες κρίσης.
2.2 Το πραγματικό κόστος της αγροτικής παραγωγής
Η αγροτική εργασία εκτίθεται σε ένα σύνολο κινδύνων που δεν είναι πάντα εμφανείς στον τελικό καταναλωτή. Ο παραγωγός πρέπει να πραγματοποιήσει σημαντικές δαπάνες πριν γνωρίζει με βεβαιότητα το ύψος και την ποιότητα της συγκομιδής του.
Στην ελαιοκαλλιέργεια, για παράδειγμα, το οικονομικό αποτέλεσμα επηρεάζεται από:
το κόστος καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας,
την τιμή των λιπασμάτων και των λοιπών γεωργικών εφοδίων,
τις ανάγκες άρδευσης, όπου εφαρμόζεται,
το κόστος κλαδέματος, συγκομιδής και μεταφοράς,
τη διαθεσιμότητα και την αμοιβή της εποχικής εργασίας,
τις καιρικές συνθήκες και την προσβολή από εχθρούς και ασθένειες,
τις τιμές πώλησης και τις απαιτήσεις ποιότητας,
τις δαπάνες πιστοποίησης και συμμόρφωσης, όταν εφαρμόζονται ειδικά πρότυπα.
Οι παραπάνω παράγοντες δεν έχουν την ίδια βαρύτητα σε κάθε εκμετάλλευση. Εξαρτώνται από το μέγεθος του ελαιώνα, την τοποθεσία, την παραγωγική μέθοδο, τον διαθέσιμο εξοπλισμό και τις εμπορικές συμφωνίες.
Ένα χαρακτηριστικό υποθετικό παράδειγμα είναι εκείνο ενός μικρού παραγωγού στη Μεσσηνία. Ο παραγωγός έχει ήδη πληρώσει για τη συντήρηση του ελαιώνα και πρέπει να καλύψει το κόστος της συγκομιδής. Αν η παραγωγή μειωθεί λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών, ένα σημαντικό μέρος των δαπανών παραμένει, παρότι ο όγκος του προϊόντος που μπορεί να πουλήσει είναι μικρότερος.
Αντίθετα, σε μια ευνοϊκή χρονιά μπορεί να προκύψει αυξημένη προσφορά ελαιολάδου, η οποία δεν εγγυάται αυτομάτως υψηλή τιμή παραγωγού. Το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση προσφοράς, ζήτησης, ποιότητας, αποθεμάτων, εισαγωγών, εξαγωγών και διαπραγματευτικής ισχύος.
Το παράδειγμα αυτό εξηγεί γιατί η γεωργία δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο με βάση τον όγκο παραγωγής ή την τιμή πώλησης. Χρειάζεται να εξετάζονται το συνολικό κόστος, το εισόδημα που απομένει, η μεταβλητότητα των αποδόσεων και η δυνατότητα του παραγωγού να συνεχίσει να επενδύει στην εκμετάλλευσή του.
2.3 Ποιος καρπώνεται την προστιθέμενη αξία;
Η συζήτηση για την κατανομή των κερδών στην αγροδιατροφική αλυσίδα είναι ουσιώδης, αλλά χρειάζεται ακρίβεια. Δεν είναι επιστημονικά ορθό να υποστηρίζουμε, χωρίς συγκεκριμένα δεδομένα, ότι οι μεσάζοντες ή οι μεγάλες αλυσίδες αποκομίζουν πάντοτε το μεγαλύτερο μέρος του κέρδους.
Η τελική τιμή ενός τροφίμου περιλαμβάνει διαφορετικό κόστος και περιθώρια σε κάθε στάδιο. Για να διαπιστωθεί πώς κατανέμεται η οικονομική αξία, απαιτούνται στοιχεία για την τιμή παραγωγού, το κόστος επεξεργασίας, τη συσκευασία, τις μεταφορές, τη χονδρική και λιανική εμπορία, τις απώλειες προϊόντος, τους φόρους και τα καθαρά περιθώρια κάθε επιχείρησης.
Παρά ταύτα, ένα ουσιαστικό διαρθρωτικό ερώτημα παραμένει: έχει ο μικρός παραγωγός επαρκή διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στους αγοραστές του;
Όταν ένας παραγωγός διαθέτει μικρό όγκο προϊόντος, περιορισμένες δυνατότητες αποθήκευσης και λίγες εναλλακτικές οδούς διάθεσης, μπορεί να βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση από έναν μεγάλο εμπορικό φορέα. Η κατάσταση μπορεί να βελτιωθεί με τη συνεργασία παραγωγών, τη συλλογική διαπραγμάτευση, τη διαφάνεια των τιμών, την πρόσβαση σε πληροφορίες αγοράς και την ανάπτυξη άμεσων καναλιών πώλησης.
Στην περίπτωση του ελαιολάδου, μια ομάδα παραγωγών θα μπορούσε, για παράδειγμα, να επενδύσει από κοινού σε αποθήκευση, ποιοτικούς ελέγχους, τυποποίηση και εξαγωγική προώθηση. Με αυτόν τον τρόπο, θα επιδίωκε να διαθέτει προϊόν υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και να διαπραγματεύεται με καλύτερους όρους.
Η τυποποίηση, βέβαια, δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μεγαλύτερο κέρδος. Προϋποθέτει κεφάλαιο, τεχνογνωσία, πρόσβαση σε αγορές, συνέπεια στην ποιότητα και αποτελεσματική εμπορική στρατηγική. Η πραγματική επιτυχία κρίνεται από το καθαρό οικονομικό αποτέλεσμα και όχι μόνο από την υψηλότερη τιμή ανά μονάδα προϊόντος.
3. Η κοινωνική διάσταση: Η ύπαιθρος ως κοινότητα ζωής
3.1 Η κοινωνική αορατότητα του αγρότη
Η φράση «Ο πολιτισμός ξεκινά από τη γη, όχι από την άσφαλτο» θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα σχετικά με το τι θεωρούμε κοινωνικά σημαντικό.
Στις σύγχρονες κοινωνίες, η οικονομική επιτυχία συνδέεται συχνά με την αστική συγκέντρωση, τα επαγγέλματα υψηλής εξειδίκευσης, την τεχνολογία και την πρόσβαση σε οργανωμένες αγορές. Η γεωργική εργασία, αντιθέτως, παραμένει σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένη με φυσικούς κύκλους, σωματική καταπόνηση, αβεβαιότητα και εποχικότητα.
Αυτή η διαφορά μπορεί να ενισχύσει την κοινωνική απόσταση ανάμεσα στον παραγωγό και στον καταναλωτή. Ο τελευταίος συχνά αξιολογεί το τρόφιμο ως εμπορικό αγαθό, ενώ ο πρώτος το γνωρίζει ως αποτέλεσμα μιας μακράς παραγωγικής διαδικασίας.
Η κοινωνική αναγνώριση της αγροτικής εργασίας δεν απαιτεί να υποτιμήσουμε τα επαγγέλματα των πόλεων. Απαιτεί να αναγνωρίσουμε ότι η οικονομική και κοινωνική αξία δεν περιορίζεται σε όσα είναι ορατά μέσα στα γραφεία, στα εμπορικά κέντρα ή στις ψηφιακές πλατφόρμες.
Η πόλη προσφέρει υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης, επιστημονικής έρευνας, χρηματοδότησης και εμπορίου. Η ύπαιθρος προσφέρει τρόφιμα, φυσικούς πόρους, οικοσυστημικές λειτουργίες και πολιτισμικές παραδόσεις, ενώ αναπτύσσει επίσης τουριστικές, μεταποιητικές και άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Οι λειτουργίες αυτές είναι συμπληρωματικές.
Η ουσιαστική κοινωνική πρόκληση δεν είναι να αποφασίσουμε ποιος χώρος είναι ανώτερος, αλλά να εξασφαλίσουμε ότι η συνεισφορά κάθε χώρου αναγνωρίζεται και ανταμείβεται με δίκαιο τρόπο.
3.2 Δημογραφική συρρίκνωση και εγκατάλειψη της υπαίθρου
Η πληθυσμιακή γήρανση, η μείωση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού και η απομάκρυνση νεότερων ανθρώπων αποτελούν σημαντικές προκλήσεις για πολλές αγροτικές περιοχές. Ο OECD (2020) επισημαίνει ότι αρκετές αγροτικές περιφέρειες αντιμετωπίζουν δημογραφικές πιέσεις και ότι οι δυσκολίες πρόσβασης σε υπηρεσίες και αγορές μπορούν να επιβαρύνουν την ελκυστικότητά τους.
Η δημογραφική αποδυνάμωση δεν είναι, ωστόσο, αποτέλεσμα μίας μόνο αιτίας. Συνδέεται με τις ευκαιρίες απασχόλησης, το επίπεδο των εισοδημάτων, την πρόσβαση στην εκπαίδευση και την υγεία, την ποιότητα των μεταφορών, τη στέγαση, τις ψηφιακές υποδομές και τις δυνατότητες κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής.
Ας φανταστούμε ένα χωριό στο οποίο λειτουργούν ακόμη ελαιώνες και μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, αλλά έχει περιοριστεί η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες. Ένας νέος που σκέφτεται να συνεχίσει την οικογενειακή εκμετάλλευση δεν αξιολογεί μόνο την πιθανή αγροτική απόδοση. Εξετάζει επίσης αν μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια, να εξασφαλίσει αξιοπρεπές εισόδημα, να έχει πρόσβαση σε γιατρό, να διαθέτει αξιόπιστη σύνδεση στο διαδίκτυο και να προσφέρει στα παιδιά του ποιοτική εκπαίδευση.
Αν οι συνθήκες αυτές απουσιάζουν, ακόμη και ένας άνθρωπος με ισχυρό δεσμό με τον τόπο του μπορεί να επιλέξει την εγκατάσταση σε μια πόλη.
Η απάντηση, συνεπώς, δεν μπορεί να περιοριστεί σε εκκλήσεις προς τους νέους να επιστρέψουν στη γη των γονιών τους. Χρειάζονται πραγματικές οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις για να μπορέσουν να παραμείνουν ή να επιστρέψουν.
Η διατήρηση ενός ζωντανού χωριού απαιτεί, πέρα από βιώσιμες εκμεταλλεύσεις, λειτουργικές δημόσιες υπηρεσίες, μεταφορές, συνδεσιμότητα, εκπαίδευση, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και δυνατότητες επαγγελματικής διαφοροποίησης.
3.3 Η διατροφή ως σχέση εμπιστοσύνης
Η επανασύνδεση του καταναλωτή με τον παραγωγό μπορεί να ενισχύσει τη γνώση για την προέλευση των τροφίμων, τις μεθόδους παραγωγής και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις τους.
Η αγορά από τοπικούς παραγωγούς, οι αγορές παραγωγών, οι συνεταιριστικές πρωτοβουλίες και οι διαφανείς αλυσίδες εφοδιασμού δημιουργούν ευκαιρίες για άμεση επικοινωνία και καλύτερη πληροφόρηση. Δεν εγγυώνται από μόνες τους χαμηλότερες τιμές ή υψηλότερη ποιότητα, μπορούν όμως να περιορίσουν την απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο που παράγει και στον άνθρωπο που καταναλώνει.
Στο ελαιόλαδο, για παράδειγμα, ο καταναλωτής μπορεί να ενδιαφέρεται όχι μόνο για την ποικιλία ή τη γεύση, αλλά και για την περιοχή παραγωγής, τη συγκομιδή, την αποθήκευση, την ιχνηλασιμότητα και τις διαδικασίες ελέγχου ποιότητας.
Η εμπιστοσύνη, ωστόσο, δεν πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά σε μια ελκυστική αφήγηση για τον τόπο προέλευσης. Ενισχύεται όταν οι ισχυρισμοί για την ποιότητα και τη μέθοδο παραγωγής είναι επαληθεύσιμοι.
Αυτή η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία για τα βιολογικά προϊόντα. Η βιολογική γεωργία διέπεται από συγκεκριμένες απαιτήσεις και ελέγχους, ενώ η πραγματική περιβαλλοντική της επίδοση εξαρτάται και από παράγοντες όπως η διαχείριση του εδάφους και του νερού, η βιοποικιλότητα, η κατανάλωση ενέργειας και η μεταφορά.
Η επιλογή ενός πιστοποιημένου βιολογικού προϊόντος μπορεί να εκφράζει μια συνειδητή διατροφική και περιβαλλοντική προτίμηση. Δεν πρέπει, όμως, να παρουσιάζεται ως αυτόματη εγγύηση ότι κάθε επιμέρους περιβαλλοντική επίπτωση είναι μικρότερη σε όλες τις συνθήκες.
Η ουσιαστική ηθική της διατροφής συνδυάζει την ενημερωμένη επιλογή, τη διαφάνεια, την ασφάλεια των τροφίμων, τη δίκαιη μεταχείριση των παραγωγών και τη συνετή χρήση των φυσικών πόρων.
4. Η περιβαλλοντική διάσταση: Η παραγωγή τροφίμων μέσα στα όρια της φύσης
Η γεωργία εξαρτάται άμεσα από το έδαφος, το νερό, τις κλιματικές συνθήκες και τη βιοποικιλότητα. Ταυτόχρονα, οι γεωργικές πρακτικές επηρεάζουν αυτούς τους πόρους. Για τον λόγο αυτό, η βιωσιμότητα της αγροτικής παραγωγής δεν αποτελεί συμπληρωματικό ζήτημα, αλλά κεντρική προϋπόθεση της μακροχρόνιας επισιτιστικής ασφάλειας.
Η κλιματική αλλαγή μπορεί να μεταβάλει τις θερμοκρασίες, τις βροχοπτώσεις, τη συχνότητα ακραίων φαινομένων και την εμφάνιση ή εξάπλωση εχθρών και ασθενειών. Οι επιπτώσεις διαφέρουν ανά περιοχή και καλλιέργεια, ενώ εξαρτώνται και από την ικανότητα προσαρμογής των παραγωγών.
Στην ελαιοκαλλιέργεια, οι μεταβολές αυτές μπορούν να επηρεάσουν την ανθοφορία, την καρπόδεση, την ανάπτυξη του καρπού, τις ανάγκες άρδευσης και το τελικό παραγωγικό αποτέλεσμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δυσμενής συγκομιδή οφείλεται αποκλειστικά στην κλιματική αλλαγή. Σημαίνει ότι ο κλιματικός κίνδυνος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον σχεδιασμό της γεωργικής πολιτικής και της διαχείρισης των εκμεταλλεύσεων.
4.1 Το παράδειγμα της Μεσσηνιακής ελιάς
Η Μεσσηνία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα περιοχής όπου η ελαιοκαλλιέργεια συνδέεται με την τοπική οικονομία, την οικογενειακή εργασία, τη μεταποίηση, το εμπόριο και την πολιτισμική ταυτότητα.
Η αξία του ελαιώνα δεν περιορίζεται στον καρπό που παράγει. Η διατήρησή του μπορεί να συνδέεται με την απασχόληση, τη συντήρηση του αγροτικού τοπίου, τη γνώση που μεταδίδεται μεταξύ γενεών και την ανάπτυξη συμπληρωματικών δραστηριοτήτων, όπως ο αγροτουρισμός και η γαστρονομία.
Αυτές οι θετικές λειτουργίες δεν πρέπει, πάντως, να εξιδανικεύονται. Οι ελαιώνες χρειάζονται σωστή διαχείριση, ενώ η εγκατάλειψη, οι πυρκαγιές, η διάβρωση, η κακή χρήση του νερού και η ανεπαρκής συντήρηση μπορούν να δημιουργήσουν περιβαλλοντικά και οικονομικά προβλήματα.
Ένας παραγωγός που επενδύει στη διατήρηση της οργανικής ουσίας του εδάφους, στη μείωση της διάβρωσης, στην κατάλληλη διαχείριση των φυτικών υπολειμμάτων και στην ορθολογική χρήση του νερού μπορεί να ενισχύσει τη μακροχρόνια ανθεκτικότητα της εκμετάλλευσής του. Η επιλογή των ορθών πρακτικών πρέπει να βασίζεται στις τοπικές συνθήκες και, όπου χρειάζεται, σε επιστημονική και γεωπονική υποστήριξη.
4.2 Βιολογική γεωργία και πραγματική βιωσιμότητα
Η βιολογική γεωργία μπορεί να συμβάλει στη μείωση ή αποφυγή συγκεκριμένων συνθετικών εισροών και να υποστηρίξει περιβαλλοντικούς στόχους. Η συμβολή της, όμως, εξαρτάται από το σύστημα καλλιέργειας και από το τι ακριβώς μετράται.
Για παράδειγμα, μια βιολογική ελαιοκαλλιέργεια μπορεί να εφαρμόζει πρακτικές που ενισχύουν τη βιοποικιλότητα και τη διαχείριση του εδάφους. Αντίστοιχα, χρειάζεται να αξιολογούνται η απόδοση ανά στρέμμα, η κατανάλωση νερού, η ενεργειακή χρήση, οι απώλειες παραγωγής και η συνολική περιβαλλοντική επίδοση.
Η βιολογική πιστοποίηση αφορά συγκεκριμένο σύνολο κανόνων παραγωγής και ελέγχου. Δεν υποκαθιστά τη συνολική αξιολόγηση της ποιότητας, της ασφάλειας, της διατροφικής αξίας και του περιβαλλοντικού αποτυπώματος.
Η επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση δεν αντιπαραθέτει τη βιολογική με τη συμβατική γεωργία με απόλυτους όρους. Εξετάζει ποιες πρακτικές είναι κατάλληλες για κάθε περίπτωση και πώς μπορούν να συνδυαστούν η παραγωγικότητα, η οικονομική βιωσιμότητα και η προστασία των οικοσυστημάτων.
5. Η πολιτική διάσταση: Η ύπαιθρος ως ζήτημα δημοσίου συμφέροντος
5.1 Από την αστικοκεντρική ανάπτυξη στην εδαφικά ισόρροπη πολιτική
Η ανάπτυξη των πόλεων έχει συνδεθεί ιστορικά με τη συγκέντρωση υποδομών, κεφαλαίου, θέσεων εργασίας και υπηρεσιών. Η συγκέντρωση αυτή μπορεί να δημιουργεί οικονομίες κλίμακας και ευκαιρίες καινοτομίας, αλλά παράλληλα μπορεί να αφήνει ορισμένες αγροτικές περιοχές με περιορισμένη πρόσβαση σε βασικές υποδομές και αγορές.
Ο OECD (2020) προτείνει μια προσέγγιση αγροτικής ανάπτυξης που λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε τόπου και τις αλληλεπιδράσεις του με τις πόλεις. Η προσέγγιση αυτή απομακρύνεται από την αντίληψη ότι όλες οι αγροτικές περιοχές έχουν τα ίδια προβλήματα ή χρειάζονται τις ίδιες λύσεις.
Ένα ορεινό χωριό με περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες έχει διαφορετικές ανάγκες από μια πεδινή περιοχή κοντά σε μεγάλο αστικό κέντρο. Μια περιοχή με δυναμική εξαγωγική παραγωγή αντιμετωπίζει διαφορετικές προκλήσεις από μια περιοχή όπου η γεωργία συνδυάζεται κυρίως με μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις και τουρισμό.
Η αποτελεσματική πολιτική χρειάζεται, επομένως, να βασίζεται σε δεδομένα, τοπική διαβούλευση και αξιολόγηση των πραγματικών αναγκών.
Για την Ελληνική ύπαιθρο αυτό σημαίνει ότι η αγροτική πολιτική πρέπει να συνδέεται με την εκπαίδευση, την υγεία, τις μεταφορές, την ψηφιακή συνδεσιμότητα, τη χωροταξία, την ενέργεια και την περιφερειακή επιχειρηματικότητα. Η επιδότηση μιας καλλιέργειας δεν μπορεί να αντισταθμίσει από μόνη της την απουσία βασικών δημοσίων υπηρεσιών.
5.2 Επισιτιστική ασφάλεια και στρατηγική αυτονομία
Η επισιτιστική ασφάλεια περιλαμβάνει περισσότερα από την εγχώρια παραγωγή. Προϋποθέτει επαρκή διαθεσιμότητα τροφίμων, οικονομική και φυσική πρόσβαση σε αυτά, ασφαλή κατανάλωση και σταθερότητα στον χρόνο (FAO et al., 2024).
Μια χώρα μπορεί να παράγει σημαντικές ποσότητες ορισμένων προϊόντων και ταυτόχρονα να εξαρτάται από εισαγωγές άλλων. Η εξάρτηση αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκην αρνητική: το διεθνές εμπόριο επιτρέπει την πρόσβαση σε προϊόντα που δεν μπορούν να παραχθούν αποτελεσματικά σε κάθε περιοχή ή εποχή.
Ωστόσο, η υπερβολική συγκέντρωση προμηθειών σε λίγες χώρες ή διαδρομές, η απουσία εναλλακτικών προμηθευτών και η εξασθένηση κρίσιμων εγχώριων παραγωγικών δυνατοτήτων μπορούν να αυξήσουν την έκθεση σε διεθνείς κρίσεις.
Για την Ελλάδα, η στρατηγική πρόκληση δεν είναι να επιδιώξει αυτάρκεια σε κάθε διατροφικό προϊόν, ανεξαρτήτως κόστους. Είναι να διατηρήσει μια ανθεκτική και διαφοροποιημένη αγροδιατροφική βάση, να αξιοποιήσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματά της και να περιορίσει τις ευπάθειες που θα μπορούσαν να απειλήσουν την πρόσβαση των πολιτών σε βασικά τρόφιμα.
Στην περίπτωση του ελαιολάδου, η προστασία της παραγωγικής βάσης, η βελτίωση της ποιότητας, η διαφοροποίηση των αγορών και η διατήρηση της τεχνογνωσίας μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα ενός σημαντικού παραγωγικού κλάδου.
5.3 Η Κοινή Αγροτική Πολιτική: Εργαλείο στήριξης, όχι πανάκεια
Η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) αποτελεί βασικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής στήριξης της γεωργίας και της αγροτικής ανάπτυξης. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2021/2115 καθορίζει το πλαίσιο για τα στρατηγικά σχέδια των κρατών μελών κατά την προγραμματική περίοδο 2023–2027 και συνδέει τις παρεμβάσεις με συγκεκριμένους στόχους και χρηματοδοτικά εργαλεία (European Parliament & Council of the European Union, 2021).
Η Ευρωπαϊκή στήριξη μπορεί να συμβάλει στη σταθεροποίηση του εισοδήματος, στην υιοθέτηση περιβαλλοντικών πρακτικών, στις επενδύσεις και στην αγροτική ανάπτυξη. Η αποτελεσματικότητά της, όμως, εξαρτάται από τον σχεδιασμό των μέτρων, τα κριτήρια επιλεξιμότητας, την πρόσβαση των παραγωγών, την εφαρμογή και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.
Για έναν μικρό παραγωγό, μια διαδικασία αίτησης ή ελέγχου που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις και χρόνο μπορεί να συνεπάγεται δυσανάλογο διοικητικό βάρος. Η ψηφιοποίηση μπορεί να απλοποιήσει ορισμένες διαδικασίες, αλλά μόνο όταν συνοδεύεται από προσβάσιμες υπηρεσίες υποστήριξης και λειτουργικές υποδομές.
Από την άλλη πλευρά, η απλούστευση δεν πρέπει να σημαίνει κατάργηση των αναγκαίων ελέγχων. Η διαφάνεια, η ορθή χρήση των δημοσίων πόρων και η προστασία του περιβάλλοντος απαιτούν σαφείς κανόνες και αξιόπιστη εποπτεία.
Η ουσία είναι να σχεδιάζονται μέτρα που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των διαφορετικών κατηγοριών παραγωγών και να εξετάζεται αν το δημόσιο χρήμα δημιουργεί μετρήσιμα οφέλη για το εισόδημα, την παραγωγικότητα, το περιβάλλον και τη βιωσιμότητα των αγροτικών κοινοτήτων.
6. Από τη διαπίστωση στην πράξη: Έξι προτεραιότητες για την Ελληνική ύπαιθρο
Η αναγνώριση του ρόλου του αγρότη αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο όταν μετατρέπεται σε συγκεκριμένες προτάσεις.
Πρώτη προτεραιότητα: Δίκαιες και διαφανείς εμπορικές σχέσεις. Η καλύτερη πρόσβαση σε πληροφορίες αγοράς, οι συνεργατικές δομές και οι αποτελεσματικοί μηχανισμοί αντιμετώπισης αθέμιτων εμπορικών πρακτικών μπορούν να βελτιώσουν τη διαπραγματευτική θέση των παραγωγών.
Δεύτερη προτεραιότητα: Μείωση του παραγωγικού κινδύνου. Η γεωργική συμβουλευτική, η έγκαιρη ενημέρωση για καιρικούς και φυτοϋγειονομικούς κινδύνους, η κατάλληλη ασφαλιστική κάλυψη και οι επενδύσεις στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα των εκμεταλλεύσεων.
Τρίτη προτεραιότητα: Στήριξη των νέων παραγωγών. Η πρόσβαση σε γη, χρηματοδότηση, τεχνογνωσία, επαγγελματική κατάρτιση και σύγχρονες υποδομές είναι ουσιαστική για την ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού.
Τέταρτη προτεραιότητα: Ανάπτυξη τοπικών αλυσίδων αξίας. Η συνεργασία μεταξύ παραγωγών, μεταποιητών, εστίασης και τουριστικών επιχειρήσεων μπορεί να δημιουργήσει συμπληρωματικές ευκαιρίες εισοδήματος, εφόσον στηρίζεται σε πραγματική ζήτηση και βιώσιμα επιχειρηματικά σχέδια.
Πέμπτη προτεραιότητα: Διατήρηση δημοσίων υπηρεσιών στην περιφέρεια. Η υγεία, η εκπαίδευση, οι μεταφορές, η ψηφιακή συνδεσιμότητα και οι υπηρεσίες φροντίδας δεν αποτελούν πολυτέλειες. Αποτελούν προϋποθέσεις ισότιμης συμμετοχής στην κοινωνική και οικονομική ζωή.
Έκτη προτεραιότητα: Αξιολόγηση με μετρήσιμα αποτελέσματα. Οι πολιτικές πρέπει να εξετάζονται με βάση δείκτες όπως το καθαρό αγροτικό εισόδημα, η παραγωγικότητα, η απασχόληση των νέων, η πρόσβαση σε υπηρεσίες, η κατάσταση των φυσικών πόρων και η ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Οι έξι αυτές προτεραιότητες συνδέονται μεταξύ τους. Η οικονομική στήριξη χωρίς πρόσβαση σε υπηρεσίες μπορεί να μην αρκεί για να συγκρατήσει τον πληθυσμό. Η τεχνολογική αναβάθμιση χωρίς κατάρτιση μπορεί να αποκλείσει μικρότερες εκμεταλλεύσεις. Η περιβαλλοντική προστασία χωρίς οικονομικά βιώσιμες λύσεις μπορεί να επιβαρύνει δυσανάλογα τους παραγωγούς. Απαιτείται, συνεπώς, συντονισμένη πολιτική.
7. Η ευθύνη του καταναλωτή και η ευθύνη της πολιτείας
Η συζήτηση για την αξία της αγροτικής παραγωγής δεν πρέπει να μεταφέρει ολόκληρη την ευθύνη στον καταναλωτή. Η προτίμηση σε ένα τοπικό προϊόν μπορεί να στηρίξει έναν παραγωγό, αλλά δεν αρκεί για να διορθώσει τις διαρθρωτικές ανισότητες της αγοράς.
Ο καταναλωτής μπορεί να ενημερώνεται για την προέλευση των τροφίμων, να αποφεύγει τη σπατάλη, να συγκρίνει τιμές και ποιότητα και, όταν είναι εφικτό, να επιλέγει προϊόντα με αξιόπιστη ιχνηλασιμότητα. Οι επιλογές αυτές έχουν αξία, αλλά επηρεάζονται και από το διαθέσιμο εισόδημα, την πρόσβαση στην αγορά και τον χρόνο που απαιτείται για την αναζήτηση πληροφοριών.
Η πολιτεία, αντίστοιχα, οφείλει να διασφαλίζει λειτουργικούς κανόνες ανταγωνισμού, αποτελεσματικούς ελέγχους, διαφανείς διαδικασίες ενισχύσεων και πρόσβαση σε βασικές υποδομές. Οι επιχειρήσεις της εφοδιαστικής αλυσίδας έχουν επίσης ευθύνη να εφαρμόζουν δίκαιες πρακτικές, να ενημερώνουν με ακρίβεια τους καταναλωτές και να συμβάλλουν σε βιώσιμες εμπορικές σχέσεις.
Η ευθύνη, επομένως, είναι συλλογική, αλλά όχι ισομερής. Οι διαφορετικοί φορείς διαθέτουν διαφορετική ισχύ, διαφορετικά εργαλεία και διαφορετικές υποχρεώσεις.
Η κοινωνική αναγνώριση του αγρότη πρέπει να συνοδεύεται από θεσμικές εγγυήσεις και οικονομικές δυνατότητες, ώστε η παραγωγή τροφίμων να παραμένει επάγγελμα με προοπτική και όχι δραστηριότητα που στηρίζεται αποκλειστικά στην προσωπική αντοχή και στην οικογενειακή αυτοθυσία.
8. Συμπέρασμα: Ο πολιτισμός ως σχέση με τη γη και τον άνθρωπο
Το μήνυμα «Η πόλη νομίζει ότι είναι αυτάρκης» υπενθυμίζει ότι η καθημερινή ευημερία στηρίζεται σε παραγωγικές διαδικασίες που συχνά παραμένουν αόρατες. Η τροφή, η ενέργεια, το νερό, οι φυσικοί πόροι και οι υπηρεσίες των οικοσυστημάτων δεν εμφανίζονται αυτονόητα στην πόρτα του καταναλωτή. Απαιτούν εργασία, επενδύσεις, γνώση, υποδομές και συνεχή διαχείριση.
Η ύπαιθρος, όμως, δεν είναι μόνο ο χώρος από τον οποίο προέρχονται τα τρόφιμα. Είναι ένας σύνθετος κοινωνικός και οικονομικός τόπος, με κοινότητες, επιχειρήσεις, πολιτισμική κληρονομιά και δυνατότητες ανάπτυξης. Για να παραμείνει ζωντανή, χρειάζεται εισόδημα, υπηρεσίες, ευκαιρίες για τους νέους, προστασία του περιβάλλοντος και ουσιαστική συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων.
Αντίστοιχα, η πόλη δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τις αγροτικές περιοχές, αλλά ούτε και η ύπαιθρος μπορεί να ευημερήσει αποκομμένη από τις αγορές, την επιστημονική γνώση, τις υποδομές και τις υπηρεσίες των αστικών κέντρων. Η σχέση τους είναι αμφίδρομη και πρέπει να οργανώνεται με όρους συνεργασίας.
Η περίπτωση της Μεσσηνιακής ελαιοκαλλιέργειας αποτυπώνει εύγλωττα αυτήν την αλληλεξάρτηση. Πίσω από ένα προϊόν που φτάνει στο τραπέζι του καταναλωτή βρίσκονται η γη, ο παραγωγός, η τεχνογνωσία, η μεταποίηση, η εμπορία και ένα ολόκληρο πλέγμα ανθρωπίνων και οικονομικών σχέσεων.
Ο πολιτισμός δεν αρχίζει αποκλειστικά ούτε από το χωράφι ούτε από την άσφαλτο. Ο πολιτισμός αποκαλύπτεται στον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία οργανώνει τη σχέση της με τη φύση, αναγνωρίζει την εργασία, κατανέμει τα οφέλη της ανάπτυξης και προστατεύει την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων της.
Η ουσιαστική πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στην πόλη και στο χωριό. Είναι να οικοδομήσει μια χώρα στην οποία η πόλη αναγνωρίζει την αξία της υπαίθρου και η ύπαιθρος διαθέτει τις συνθήκες για να παράγει, να καινοτομεί, να ευημερεί και να κρατά ζωντανές τις κοινότητές της.
Η στήριξη του αγρότη, υπό αυτήν την έννοια, δεν είναι μια πράξη νοσταλγίας για το παρελθόν. Είναι επένδυση στην επισιτιστική ασφάλεια, στην περιφερειακή ισορροπία, στην περιβαλλοντική ανθεκτικότητα και στο μέλλον της κοινωνίας.
Θερμές ευχαριστίες στον κ. Στασινό Αθαν. Μπόβη, παραγωγό βιολογικής καλλιέργειας ελιάς στη Βαλύρα, για το θέμα αυτής της ανάρτησης.
Βιβλιογραφία
European Parliament & Council of the European Union. (2021). Regulation (EU) 2021/2115 of the European Parliament and of the Council of 2 December 2021 establishing rules on support for strategic plans to be drawn up by Member States under the common agricultural policy (CAP Strategic Plans) and financed by the European Agricultural Guarantee Fund (EAGF) and by the European Agricultural Fund for Rural Development (EAFRD) and repealing Regulations (EU) No 1305/2013 and (EU) No 1307/2013. Official Journal of the European Union, L 435, 1–186. https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2021/2115/oj
Food and Agriculture Organization of the United Nations, International Fund for Agricultural Development, United Nations Children’s Fund, World Food Programme, & World Health Organization. (2024). The state of food security and nutrition in the world 2024: Financing to end hunger, food insecurity and malnutrition in all its forms. Food and Agriculture Organization of the United Nations. https://doi.org/10.4060/cd1254en
Organisation for Economic Co-operation and Development. (2020). Rural well-being: Geography of opportunities. OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/d25cef80-en

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου