Δυὸ πονεμένες ὑπάρξεις μᾶς παρουσιάζει τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς Ζ’ Λουκᾶ (η’ 41-56): ἕνας πατέρας, ποὺ ἔπασχε γιὰ τὸ παιδί του, ποὺ πέθαινε, καὶ μιὰ γυναῖκα, ποὺ ἔπασχε ἡ ἴδια ἀπὸ χρόνια ἀσθένεια. Καὶ οἱ δύο ζητοῦν καὶ προσδοκοῦν νὰ λάβουν ἀπὸ τὸν Κύριο παρηγορία καὶ ἀνάπαυση στὴν θλίψη των.
Καὶ οἱ δύο, ὅμως, ταπεινώνονται γιὰ τὸν κόσμο, γιὰ νὰ ὑψωθοῦν γιὰ τὸν Κύριο. Ὁ Ἰάειρος, -αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχισυναγώγου-, «πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῶ ὡς ἐτῶν δώδεκα καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν (ἦταν ἑτοιμοθάνατη)» (Λουκ., η’ 42). Ἡ αἱμοῤῥοοῦσα, ἀπὸ τὴν ἄλλη, «οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα», παρακινεῖται ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ ἀποκαλύψῃ δημοσίως «δι’ ἥν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ …καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα.» (ὅ. π., 47).
Καὶ οἱ δύο ταλαιπωρημένες αὐτὲς ὑπάρξεις ἐναποθέτουν τὶς τελευταῖες των ἐλπίδες γιὰ θεραπεία στὸν Κύριο, ἔχοντας, πλέον, βεβαιωθῆ ὅτι κανεὶς δὲν μποροῦσε ἀνθρωπίνως νὰ τοὺς βοηθήσῃ. Ἡ αἱμοῤῥοοῦσα «ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ’ οὐδενὸς θεραπευθῆναι» (ὅ. π., 43), ἡ δὲ μονογενὴς κόρη τοῦ Ἰαείρου «ἀπέθνησκεν», χωρὶς τὰ προσφιλῆ της πρόσωπα νὰ μποροῦν νὰ κάνουν κάτι, γιὰ νὰ τὸ ἀποτρέψουν.
Καὶ φυσικὰ ὁ εὔσπλαγχνος Κύριος δὲν ἀπογοητεύει κανέναν ἀπὸ τοὺς δύο γιὰ τὴν τόλμη των καὶ γιὰ τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ δείχνουν στὸ πρόσωπό Του γιὰ τὴν θεραπεία των. Τὴν ταλαίπωρη, μάλιστα, κόρη, ποὺ βρῆκε τὴν δύναμη νὰ ἀποκαλύψῃ «ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ … δι’ ἥν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ …καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα.» (ὅ. π., 47), τὴν ἀποκαλεῖ τρυφερὰ θυγατέρα Του, ἐπιβραβεύοντάς την, ἔτσι, γιὰ τὸ θάρρος τῆς πίστεώς της: «Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.» (ὅ. π., 48). Πράγματι, ἡ εὐλογημένη αὐτὴ ψυχή, παρὰ τὴν σωματική καταπόνηση καὶ τὴν πικρία, εἶχε τὴν βεβαία ἐλπίδα ὅτι καὶ μὲ τὸ ἄγγιγμα μόνον τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου Του ἦταν δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ ἀπὸ τὴν φοβερή της ἀσθένεια!
Οἱ Πατέρες, μάλιστα, ἑρμηνεύουν ὅτι ἡ ἐνθάρρυνση τοῦ Κυρίου πρὸς τὴν αἱμοῤῥοοῦσα νὰ ἀποκαλύψῃ δημόσια τὴν ἀσθένεια καὶ τὴν θεραπεία της δὲν γίνεται γιὰ νὰ τὴν ἐξευτελίσῃ· τοὐναντίον, γίνεται, γιὰ νὰ τὴν προβάλῃ ὡς ὑπόδειγμα πίστεως, ἀκριβῶς γιὰ τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ ἔδειξε σὲ Ἐκεῖνον, τὸν ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, γιὰ τὴν θεραπεία της.
Μὲ τὸ θαῦμα, ἐξ ἄλλου, ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος στὴν αἱμοῤῥοοῦσα «θυγατέρα» Του, καθ’ ὁδὸν γιὰ τὸν οἶκο τοῦ ἀρχισυναγώγου, προετοίμασε καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἀρχισυνάγωγο γιὰ τὸ ἄλλο, τὸ μεγαλύτερο θαῦμα, ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσε σὲ λίγο, τῆς ἀναστάσεως, τῆς δικῆς του –καὶ τοῦ Κυρίου, ἀσφαλῶς- μικρῆς θυγατέρας.
Ἀξίζει, στὸ σημεῖο αὐτό, νὰ ἐπισημάνῃ κανεὶς μιὰ συνάφεια ἀνάμεσα στὶς δύο θυγατέρες τοῦ Κυρίου, τὴν μεγάλη καὶ τὴν μικρή. Ἡ μεγάλη ἀσθενὴς θυγατέρα, ἡ αἱμοῤῥοοῦσα, πάσχει ἀπὸ δωδεκαετῆ ἀσθένεια, ἡ μικρὴ ἀσθενὴς θυγατέρα πεθαίνει δωδεκαετής. Μόλις ἡ μεγάλη θυγατέρα θεραπεύεται, μὲ τὴν πίστη της, ἀνασταίνεται καὶ ἡ μικρὴ θυγατέρα, ἐπισημαίνουν χαρακτηριστικὰ οἱ ἑρμηνευτὲς Πᾳτέρες καὶ μάλιστα ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας (Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἅπαντα τὰ ἔργα, Πατερικές ἐκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμᾶς», ἐκδ. οἶκος «Τὸ Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2005, «Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν Α’», κεφάλαιο 8ο, σελ. 383-387).
Συνεπῶς, ἡ αἰτία γιὰ τὸν θάνατο τοῦ μικροῦ εἶναι ἡ ἀπιστία τοῦ μεγάλου, ἐνῷ ἡ πίστη εἶναι ἡ θεραπεία τῆς ἀσθένειας. Χρειάζεται νὰ πιστέψῃ καὶ νὰ θεραπευτῇ ὁ μεγάλος, γιὰ νὰ ζήσῃ καὶ μάλιστα νὰ ἀνα-ζήσῃ καὶ ὁ μικρός.
Ἐπίσης, γιὰ νὰ σωθῇ ὁ μεγάλος, πρέπει ὁ ἴδιος νὰ ἀγγίξῃ τὸν Κύριο, ὅπως ἔκανε ἡ αἱμοῤῥοοῦσα. Γιὰ νὰ γίνη, ὅμως, καλὰ ὁ μικρός, ποὺ πάσχει ἐξ αἰτίας τοῦ μεγάλου, χρειάζεται νὰ τὸν ἀγγίξῃ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος (ὅ. π., 55), ἀνταποκρινόμενος, βεβαίως, στὸ κάλεσμα πίστεως τοῦ μεγάλου, στὴν συγκεκριμένη περίπτωση τοῦ ἀρχισυναγώγου.
Ἂς ἀκολουθήσωμε καὶ ἐμεῖς, οἱ σύγχρονοι μεγάλοι, τὸ παράδειγμα τῶν μεγάλων τοῦ Εὐαγγελίου. Νὰ παραδεχθοῦμε τὴν ἀσθένειά μας, τὴν ἁμαρτία, καὶ νὰ ζητήσωμε ἀπὸ τὸν Κύριο τὴν θεραπεία μας, καὶ τότε θὰ ἀκολουθήσῃ καὶ ἡ θεραπεία τῶν παιδιῶν μας.
Ἐὰν ἔχωμε ἐμεῖς τὸ θάρρος καὶ τὴν ταπείνωση νὰ ὁμολογοῦμε «δημοσίως» τὶς ἁμαρτίες μας, νὰ ἐξομολογούμαστε καὶ νὰ μετανοοῦμε εἰλικρινὰ γιὰ τὰ δικά μας μικρὰ καὶ μεγάλα ὀλισθήματα καὶ νὰ ἐμπιστευώμαστε τὸν Κύριο γιὰ τὴν σωτηρία μας, ὅπως ἡ αἱμοῤῥοοῦσα καὶ ὁ Ἰάειρος, τότε θὰ βοηθήσωμε καὶ τὰ παιδιά μας νὰ κάνουν τὸ ἴδιο.
Ἐὰν τὰ ἀγαπᾶμε πραγματικά, χρειάζεται νὰ θυσιάσωμε, ἐπὶ τέλους, γιὰ χάρη των, τὰ δικά μας πάθη, γιὰ νὰ ἀναστηθοῦν καὶ ἐκεῖνα καὶ νὰ ζήσουν ἀληθινὰ κατὰ Θεόν, «σωφρόνως, δικαίως καὶ εὐσεβῶς» (Τίτ., β’ 12).
Τὸ ὄφελος, ἄλλωστε, ἀπὸ μιὰ τέτοια κοινὴ θεραπεία θὰ εἶναι πραγματικὰ σωτήριο γιὰ ὅλους, διότι ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, μὲ τὴν τόλμη τῆς πίστεως, τὴν ταπείνωση καὶ τὴν μετάνοια, θὰ εὕρωμε χάρη καὶ ἔλεος παρὰ τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀμήν. Γένοιτο!
Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος – θεολόγος
Ορθόδοξος Πολιτιστικός Σύλλογος ΕΠΑΛΞΕΙΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου