Έφη Κοντοπούλου
Απρίλιος , 2021
Είχα κάνει ένα διάλειμμα από τις επαγγελματικές μου εργασίες , έραβα και απολάμβανα τη
ραπτομηχανή των γιαγιάδων μας, μηχανή του 1900, που κάνει γαζί καλύτερο από τις σύγχρονες
ηλεκτροκίνητες. Ετοίμαζα άσπρα καλύμματα , χωρίς ουσιαστικά να έχω συνειδητοποιήσει γιατί,
έφτιαχνα μαξιλαράκια και τραπεζομάντιλα με λαχούρια, σε ροζ, σιέλ και λεμονί αποχρώσεις, σαν τα
ζωγραφιστά αβγά. Εμείς τα γράφαμε αυγά και έτσι τα προφέραμε τότε, με ύψιλον και όχι με βήτα. Δεν
είχα αντιληφθεί τους βαθύτερους λόγους ,γιατί διάλεξα για το Πάσχα αυτά τα υφάσματα , πέραν του ότι
είναι φωτεινά και ταιριάζουν με τα χρώματα της Πασχαλιάς. Τότε έλαβα ένα ηλεκτρονικό μήνυμα από
τον συμμαθητή μου Γιώργο, που ήταν σημαιοφόρος το 1966-67, στο Δημοτικό Σχολείο της Βαλύρας, κι
εγώ παραστάτης. Και τι δεν μου θύμισε!
Έγραψε ο Γιώργος :
“ Η Άνοιξη είναι παντού, μας φωνάζει η ανθισμένη φύση με τα όμορφα λουλούδια, ας χαιρόμαστε όσο
μπορούμε για να αντιστεκόμαστε στην πανδημία και να προετοιμαζόμαστε για τη μεγάλη γιορτή της
Χριστιανοσύνης. Θυμάμαι στο χωριό μας που οι νοικοκυρές ασβέστωναν τις αυλές, τους τοίχους των
σπιτιών ,όλους τους χώρους, το λευκό χρώμα κυριαρχούσε και ξεκούραζε τα μάτια και την ψυχή μας για
να γιορτάσουμε το Πάσχα τόσο όμορφα, τόσο αγνά, τόσο λυτρωτικά.
Στους κρίσιμους καιρούς που ζούμε, ας είναι το φετεινό Πάσχα που θα μας βοηθήσει όλους μας και τον
καθένα μας ξεχωριστά να ψάξουμε και να εξαγνίσουμε τους εαυτούς μας από όλα τα μικρά και ασήμαντα
που μας κατατρύχουν και να βρούμε το πραγματικό νόημα της ζωής κοντά στον Θεό.
Καλή συνέχεια στις ετοιμασίες σας για το Πάσχα”.
Τι να πω! Έκλεισα τη ραπτομηχανή, ευτυχώς είχα σχεδόν τελειώσει και αναρωτήθηκα που θα βρω
ασβέστη για να κάνω άσπρα σχέδια, όπως στο χωριό μας, πάνω στις πήλινες γλάστρες μου. Σαν να μην
έφθανε όμως αυτό, κατέφθασαν και τα μηνύματα της νέας γενιάς. Η Ελένη, που είναι στα εικοσιένα της,
φοιτήτρια Κοινωνιολογίας στην Αθήνα ,ήταν σημαιοφόρος στη Βαλύρα και μυροφόρα στον Επιτάφιο
,στον Άγιο Αθανάσιο. Τι το ήθελε και μου το είπε; Πήραν φωτιά η κληματόβεργες μπρος στην
εξώπορτα για να φτιάξω θράκα. Ετοίμασα το μοσχολίβανο για να έλθει ο παπά Γιάννης με τον Επιτάφιο,
τους ψάλτες, τα εξαπτέρυγα και τις μικρές μυροφόρες τη Μ.Παρασκευή να κάνει παραστάσιμο και να
μας ευλογήσει. Και μη νομίζετε ότι σταμάτησε εκεί η συγκλονιστική αίσθηση των αναμνήσεων.
Κατέφθασε το μήνυμα του καταξιωμένου καθηγητή των γυμνασιακών μου χρόνων, κ. Ιωάννη Λύρα , που
με το πολύτιμο ιστορικό του αρχείο και τη μοναδική μνήμη του παρακολουθεί με αυστηρότητα και
αγάπη τα μαθητούδια του.
Μου έστειλε προς “μελέτην και ηδονήν οφθαλμών” ανθισμένα λιβάδια από τη Μεσσηνία με τις
μοναδικές του τόπου μας ροζ-βιολετί άγριες ορχιδέες, που ανθίζουν το Πάσχα. Με ξεσήκωσε για να
πάμε νοερά σχολική εκδρομή, για συλλογή λουλουδιών , αλλά οι γιαγιάδες , οι θείες , οι κουμπάρες και
οι μητέρες μας με κοίταξαν αυστηρά ,γιατί την Μ.Τεσσαρακοστή ακολουθούσαν μετά ακριβείας το
πρωτόκολλο , στόλιζαν τη Νύμφη του Χριστού, τη Βαλύρα μας.
-Κύριε καθηγητά, τι θυμάστε περισσότερο από το Πάσχα στη Βαλύρα μας; ρώτησα και μου απάντησε ως
εξής:
“ Ο ενοριακός ναός του Αγίου Αθανασίου είχε τρία μάσκουλα, μοναδικά στην Ελλάδα, τα οποία τα
γέμιζαν με τριμμένο κεραμίδι και μπαρούτι Δημητσάνας. Βάζοντας το φιτίλι στο κάτω μέρος, σε ένα
μικρό άνοιγμα του έβαζαν φωτιά. Τρεις φορές τα έσκαγαν και έκαναν ισχυρό κρότο, ανήμερα της
Ανάστασης, της εορτής του Αγίου Αθανασίου και στο πανηγύρι της Αγίας Τριάδος. Άπειρα και μοναδικά
συναισθήματα μου προκαλούσε αυτό , το μοναδικό έθιμο του χωριού μας ,στα παιδικά μου χρόνια.
Βρήκα, κατόπιν έρευνας, δύο από τα τρία μάσκουλα στο χωριό. Πρέπει να επανέλεθει το έθιμο”.
Συμπερασματικά απάντησα, η Πασχαλινή φορεσιά της Βαλύρας ήταν μεν λαμπρή , αλλά με τρομερό
στόλο.
Ο νους μου ταξίδεψε στη Βαλύρα των παιδικών μου χρόνων και το πέπλο της Λαμπρής σκέπασε τον
χώρο.
-Απόψε , αύριο και τη Δευτέρα ,μετά το σχολείο, θα μείνετε στο σπίτι της γιαγιάς Κωνσταντίνας , είπε η
μητέρα μας και μας εξήγησε ότι θα βάψουν το σπίτι εσωτερικά, εξωτερικά, θα ελέγξουν τα κεραμίδια
στη στέγη, θα ασπρίσουν τις αυλές και το δρόμο.
Η μπογιά και ο ασβέστης μυρίζουν πολύ δυνατά και καλά είναι να επιστρέψετε στο σπίτι όταν θα έχει
στεγνώσει , εξήγησε η μητέρα μας.
-Μαμά, δεν είναι επικίνδυνος ο ασβέστης, είπε η μικρότερη αδελφή μου , Πόλα, που ήθελε το βράδυ να
αγκαλιάζει τη μητέρα μας για να κοιμάται . Είδα τις κότες που τον έτρωγαν μαζί με χώμα!
-Θεός φυλάξει, είναι είπε η μητέρα μας . Πρόσεχε μη βουτήξεις τα χέρια σου μέσα στον τενεκέ, γιατί
καίει.
Τι ήθελε και το είπε για να μας προφυλάξει η καημένη, “τυχαία” βούτηξε το χέρι της η δεύτερη αδελφή
μου, η Ντίνα μέσα στον τενεκέ και άρχισε να κλαίει γοερά ,γιατί κάηκε. Τι να κάνει η μητέρα μας, αφού
της έβαλε κρέμα καψίματος και της το έδεσε με μία πλατιά άσπρη γάζα ,έβαλε άρον άρον τα ρούχα μας
σε μία μεγάλη βαλίτσα και την τσουλήσαμε μέχρι το σπίτι των παππούδων μας.
Η γιαγιά μας, όλο χαρά , μας αγκάλιασε και μας ετοίμασε τα κρεβάτια μας. Πέρασε το απόγευμα του
Σαββάτου με πολλά παιχνίδια και κεράσματα.
-Τι θέλετε να κάνουμε σήμερα; ρώτησε πολύ ενωρίς το πρωί της Κυριακής ο παππούς , αφού είχαμε πει
τσάι του βουνού με μέλι και φάγαμε ένα λαδοκούλουρο η καθεμιά, γιατί νηστεύαμε. Θα πάτε στην
εκκλησία;
-Δεν έχουμε τα καλά ρούχα και τα παπούτσια μαζί μας, εξήγησα.
-Θέλω να έρθω μαζί σου στον κάμπο ,είπε η Ντίνα.
-Εγώ γιαγιά θέλω να πάμε να δω τις κότες ,πώς γεννούν τα αυγά και να μαζέψουμε για να έχουμε πολλά
για το Πάσχα, ζήτησε η Πόλα.
Όταν με ρώτησε κι εμένα τι θα ήθελα, της είπα να μου δείξει τι υφαίνει στον αργαλειό και σιγά-σιγά να
υφάνω κι εγώ λίγες σειρές.
-Απαγορεύεται να υφάνουμε τη Κυριακή, είπε η γιαγιά, είναι μεγάλη αμαρτία, αλλά θα σου δείξω τη
Δευτέρα , μετά το σχολείο.
Τι το θέλαμε να προγραμματίσουμε, η Αλίκη, η σκυλίτσα του παππού μπήκε ξαφνικά μέσα στο σπίτι με
μία σχεδόν δυο μέτρα δεντρογαλιά σκοτωμένη στο στόμα της και την άφησε μπρος στα πόδια του .
Πηδήξαμε και οι τρεις από τον φόβο μας πάνω στα κρεβάτια , στη συνέχεια πεταχτήκαμε έξω από το
σπίτι και παραμείναμε κοκαλωμένες στο δρόμο, μέχρι που ήρθε ο παππούς και είπε: Πάρτε και φορέστε
τα μποτάκια σας, θα έρθετε και οι τρεις στον κάμπο μαζί μου!
Πήραμε τις μαγκούρες του παππού και ακολουθήσαμε τα πρόβατα. Όταν πήγαιναν προς τον δρόμο τα
προστατεύαμε. Μαζί μας ,πρώτη στο καθήκον ήταν η Αλίκη, που άφησε τη δεντρογαλιά για να την κάψει
η γιαγιά και ακολούθησε τον αγαπημένο της ,τον παππού Γιώργο. Η γιαγιά ετοιμαζόταν για να πάει
στην εκκλησία. Σταματήσαμε στα Αγρίλια, στο κτήμα του παππού, κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές.
Ήταν πολύ όμορφα, γιατί είχαν ανθίσει οι μαργαρίτες, οι παπαρούνες , το χαμομήλι και οι άγριες ίριδες
του κάμπου της Βαλύρας. Στρώσαμε μία κουρελού και καθίσαμε σε ένα ασφαλές σημείο, που διάλεξε ο
παππούς. Εκεί που καθόμασταν, μας έδωσε από μία φέτα ζυμωτό ψωμί που είχε ψήσει η γιαγιά κατά τη
προηγούμενη μέρα κι ένα φιρίκι στην καθεμία. Δεν θέλαμε να φάμε, αλλά να παίξουμε κυνηγητό και
κρυφτό στις ελιές. Στο κρυφτό κέρδισε η Ντίνα ,γιατί σκαρφάλωσε σε μία φουντωτή ελιά και δεν την
βρήκαμε με τίποτα. Όταν είπαμε χάσαμε, φανερώσου και πλησιάζαμε κοντά της, πήδηξε ξαφνικά
μπροστά μας. Αφού παίξαμε και κουραστήκαμε, καθίσαμε κάτω . Μας έδωσε ο παππούς μία αυτοσχέδια
μπάλα που μας έφτιαξε με ξερά χόρτα. Την πετούσαμε η μία στην άλλη, αλλά δεν θέλαμε να παίξουμε
άλλο, γιατί είχαμε ιδρώσει. Ήπιαμε λίγο νερό από ένα φλασκί που είχε μαζί του , μόνο για να
ξεδιψάσουμε.
-Γιατί δεν πήρατε μαζί τα καλά σας ρούχα για να πάτε στην εκκλησία; ρώτησε ο παππούς.
-Γιατί η μαμά φοβήθηκε που κάηκε η Ντίνα στο χέρι της με τον ασβέστη , μας ετοίμασε γρήγορα και
δεν πρόλαβε να τα σιδερώσει, εξήγησα.
-Παππού ,θα μας πεις μία ιστορία; ρώτησε η Ντίνα.
-Τι θέλετε να σας πω ; ρώτησε ο παππούς. Να σας πω για ένα άλλο παιδάκι που κάηκε κι αυτό, γιατί δεν
πρόσεχε και έπεσε επάνω του το λάδι με τις τηγανητές πατάτες ή να σας πω για τα κόκκινα αυγά;
-Για τα κόκκινα αυγά , απάντησαν οι δυο μικρότερες αδελφές μου.
-Μια μέρα ,είπε ο παππούς, που ταξίδευα με το τραίνο, τρεις μέρες μετά το Πάσχα ,για να πάω στη
Καλαμάτα να δω τον γιατρό, κάθισε δίπλα μου ένας νέος και παράξενος άνθρωπος. Ήταν δάσκαλος και
επισκεπτόταν τακτικά το Μοναστήρι στη Κορώνη, όπως μου είπε. Η καταγωγή του ήταν από εκείνη τη
περιοχή , τον έλεγαν Δημήτρη, όπως και τον πατέρα μου και είχαμε το ίδιο επώνυμο. Πιάσαμε τη
συζήτηση και κατάλαβα ότι ήταν πολύ διαβασμένος. Μέχρι που ήξερε ότι ένας μοναχός ζούσε κάποτε
στη Κορώνη με το ίδιο ονοματεπώνυμο, όπως του πατέρα μου και το δικό του. Έβγαλε από τον σάκο του
δύο αυγά να τσουγκρίσουμε για το καλό και έσπασε το δικό του.
-Το περίμενα ,είπε, αμήν. Άντε και στα δικά σου!
-Μα είσαι με τα καλά σου, ευχή είναι αυτή που μου έκανες, να σπάσει το αυγό μου, αφού στις
αυγομαχίες νικητής είναι αυτός που δεν σπάει το αυγό του. Άλλοι βάφουν αυγά από φραγκόκοτες,
γαλοπούλες , παίρνουν ξύλινα κόκκινα που έχει η μάννα τους για να χώνει και να ράβει τις κάλτσες για
να κάνουν αγώνες και να βγουν νικητές.
-Δίκιο έχεις είπε εκείνος, αλλά μερικές φορές, όταν το αυγό δεν είναι τόσο καλό, το σπάζει ο Θεός και
μπαίνει αυτός μέσα και κατοικεί. Άλλα δε αυγά που έχουν μέσα τους τον Χριστό, σπάζουν όταν είναι
έτοιμα και γεννούν περιστερά, πολύ σπάνια βέβαια. Κι άλλα αυγά δεν σπάζουν, παρά μόνο όταν έρχεται
το πλήρωμα του χρόνου με τον θάνατο και τους επισκέπτεται ο Χριστός , αλλά μέσα τους μπορεί να
έχουν κρυμμένη μια φαρμακερή οχιά!Βέβαια, πρόσθεσε , τα αυγά που σπάζουν, δύσκολα τρώνε κρέας
πια,άντε κανένα ψαράκι, όπως στο Άγιο Όρος.
-Εγώ είμαι κτηνοτρόφος, έχω πολλά πρόβατα του εξήγησα. Καταλαβαίνω , είπε αυτός εσύ θα έχεις Καλό
Πάσχα και αυτοί με το σπασμένο αυγό Καλή Ανάσταση. Πολύ περίεργα τα έλεγε αυτός και δεν
μπορούσα να τον παρακολουθήσω, αλλά είχα ανατριχιάσει ,που τον άκουγα!
Καταλάβατε τίποτα, ή να σας ξαναπώ την ιστορία με το καλό και του χρόνου; ρώτησε ο παππούς.
-Να την πεις και του χρόνου παππού ,είπε η Πόλα, γιατί δεν κατάλαβα τίποτα!
- Εσείς, τι ιστορία ξέρετε για τα αυγά;
-Ξέρουμε , είπα, ότι τα κρατούσε η Παναγία στο καλάθι και δάκρυσε για τον Υιό της. Τα δάκρυα της
ήταν κόκκινα. Έπεσαν πάνω στα αυγά και έβαψαν.
-Η Μαρία η Μαγδαληνή δεν πίστεψε ότι αναστήθηκε ο Χριστός και είπε αν είναι αλήθεια να γίνουν τα
αυγά κόκκινα και έγιναν, πρόσθεσε η Ντίνα.
-Χαζές είστε ; διαμαρτυρήθηκε η Πόλα. Η μαμά τα βάφει κόκκινα και η γιαγιά με μπογιά, μέσα στη
μεγάλη κατσαρόλα. Ξέχασες που τους κολλάμε φυλλαράκια και τα δένουμε με τις κάλτσες; Μετά τι
κάνουμε, δεν τα ρίχνουμε μέσα στη κατσαρόλα;Ξέρω πολύ καλά τι συμβαίνει με τα αυγά και τις κότες
μου!
Είχα πέσει σε περισυλλογή με την ιστορία του παππού για τα αυγά, που δεν ήταν αβγά και του ζήτησα
όταν πήγαμε στο σπίτι να την γράψω στο τετράδιο. Τη διάβαζα για πολλά χρόνια, αλλά δύσκολα
μπορούσα να την κατανοήσω στη παιδική μου ηλικία.
-Να ψάξουμε και να διαλέξουμε φυλλαράκια για να δούμε ποια είναι πιο ωραία για τα αυγά μου, που θα
βάψουμε; Πρότεινε η Πόλα.
-Εμένα μου αρέσει το τριφυλλάκι, είπε η Ντίνα.
- Εμένα τα πράσινα φύλλα της κίτρινης μαργαρίτας, που κάνουν σχέδια ,είπε η Πόλα.
- Εσένα ποια σου αρέσουν; ρώτησαν και οι δύο μαζί.
-Δεν μπορώ να σκεφτώ τώρα απάντησα, γιατί σκέφτομαι την ιστορία του παππού. Όταν βρω κάτι όμορφο
θα σας το δείξω. Εκεί που έψαχνα με τράβηξε με το άρωμά του ένα άσπρο ανθάκι από μία λεμονιά και
είπα , να ,αυτό.
-Αυτό το ξέρουμε, διαμαρτυρήθηκαν και οι δύο μαζί. Να μας δείξεις άλλο!
Τότε τους έδειξα τον ύπερο από ένα άγριο κρινάκι και με κοιτούσαν εκστατικές, γιατί δεν μπορούσαν
να φανταστούν πώς θα έμοιαζε πάνω στο αυγό.
-Ελάτε, είπε ο παππούς, είχε στρώσει κάτω μία ασπρόμαυρη υφαντή πετσέτα της γιαγιάς , έκοψε ψωμί,
άνοιξε δύο κονσέρβες με καλαμαράκια, έριξε επάνω λεμόνι, έκοψε μία ντομάτα κι ένα αγγούρι στα
τέσσερα ,μας έδωσε μικρά πιρούνια και πιατάκια στη καθεμία κι από μία πετσετούλα και φάγαμε με
πολλή όρεξη.
-Έχετε όλα τα καλά του Θεού στο σπίτι σας ,είπε και δεν τρώτε καθόλου. Θέλετε εξοχή για να σας
ανοίξει η όρεξη.
Αφού παίξαμε κυνηγητό, κουμπάρες και κουτσό για πολλές ώρες, καθαρίσαμε και κόψαμε με ένα μικρό
ψαλιδάκι του παππού , που είχε για να κόβει τα νύχια του, τα αγκάθια ,που είχαν κολλήσει πάνω στα
μαλλιά της αγαπημένης προβατίνας του, της Γαλάνως, Όταν κατέβηκε αρκετά ο ήλιος. ήρθε η ώρα της
επιστροφής. Επιστρέψαμε στο μαντρί, πίσω από το σπίτι του παππού και τον βοηθήσαμε να αρμέξει τις
προβατίνες. Πλυθήκαμε καλά στη συνέχεια και καθίσαμε για να φάμε νηστίσιμη σούπα με ρύζι και
λαχανικά που είχε φτιάξει η γιαγιά. Στη συνέχεια ήπιαμε τσάι και φάγαμε ζεστές κουλουρίτσες με μέλι.
Εκεί που καθόμασταν, η γιαγιά και ο παππούς μας διηγήθηκαν ιστορίες και περιέγραψαν τα έθιμα κατά
τη Μ.Τεσσαρακοστή , τη Μ.Εβδομάδα και του Αγίου Γεωργίου στον τόπο μας.
- Κάθε Σαρακοστή ,είπε η γιαγιά, κάνουμε για σαράντα μέρες πολλές εργασίες εμείς οι νοικοκυρές. Κι
εσείς ,που είστε κοπέλες, καλό είναι να ακούτε και να μαθαίνετε. Γιατί, όταν μεγαλώσετε και
παντρευτείτε θα πρέπει να κάνετε πολλά πράγματα για να είστε καλές σύζυγοι και μητέρες.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου