Όταν ο Χριστόφορος αποφάσισε να ξενιτευτεί για σπουδές στην Αμερική, ύστερα από πρόσκληση του θείου του που ζούσε χρόνια στη Νέα Υόρκη, στο σπίτι τους έπεσε σιωπή. Η μητέρα του, η Πολυξένη, που τον είχε μοναχογιό και καμάρι της ζωής της, δεν έφερε αντίρρηση. Δεν ύψωσε τη φωνή, δεν παρακάλεσε, δεν έκλαψε μπροστά του. Έσφιξε μόνο τα χείλη της και συνέχισε τις δουλειές της σαν να μην είχε συμβεί τίποτε. Μονάχα στον ιερέα του χωριού εξομολογήθηκε τον πόνο της.
—Πονάει πολύ η καρδιά μου, πάτερ. Ο Κύριος να με συγχωρέσει για να μπορώ να κοινωνώ και να παίρνω δύναμη.
Ο Χριστόφορος έφυγε. Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα. Δούλευε και σπούδαζε μαζί, πάλευε με τη γλώσσα, με το κρύο, με την ξενιτιά. Όμως ήταν προκομμένος και πεισματάρης. Τελείωσε τις σπουδές του ως ηλεκτρολόγος μηχανολόγος, βρήκε καλή εργασία και δημιούργησε οικογένεια με μια συμφοιτήτριά του, Αμερικανίδα στην καταγωγή, μα ζεστή και καλοσυνάτη γυναίκα.
Η Πολυξένη δεν θέλησε ποτέ να γίνει βάρος. Έμεινε στο χωριό, κοντά στον άνδρα της, και τον φρόντισε ώσπου έκλεισε εκείνος τα μάτια του. Τότε ήρθαν τα χρόνια της μοναξιάς. Το σπίτι άδειασε, η αυλή σώπασε, τα βράδια μάκρυναν. Κάτι μέσα της χαλάρωσε σαν σκοινί παλιό.
Άρχισε να ξαπλώνει όλο και περισσότερο. Έμενε στο κρεβάτι ώρες ατελείωτες. Σηκωνόταν μόνο για να πλύνει το πρόσωπό της, να βράσει λίγο φαγητό ή να σκουπίσει πρόχειρα την αυλή, κι ύστερα πάλι γύριζε στο στρώμα της. Οι γείτονες ανησύχησαν. Δεν ήταν αυτή η γυναίκα που ήξεραν. Η Πολυξένη ήταν πάντα δραστήρια, πρώτη σε γάμους, βαφτίσια, πανηγύρια, πρώτη στο ζύμωμα και στο κουράγιο.
Τηλεφώνησαν λοιπόν στον Χριστόφορο.
—Κάνε κάτι, παιδί μου, του είπαν. Η μάνα σου σβήνει.
Ο Χριστόφορος γνώριζε καλά τη μητέρα του. Ήξερε πως δεν τη νικούσε η αρρώστια αλλά η αχρηστία. Δεν άντεχε να νιώθει πως δεν χρειάζεται πια σε κανέναν. Το σκέφτηκε μέρες πολλές και πήρε μια απόφαση παράτολμη, μα γεμάτη αγάπη.
Την πήρε τηλέφωνο.
—Μητέρα, χρειάζομαι τη βοήθειά σου.
Η Πολυξένη ανασηκώθηκε στο κρεβάτι.
—Τι συμβαίνει, παιδί μου;
—Εδώ έχουμε Ελληνικό σύλλογο. Κάθε οικογένεια πρέπει να προσφέρει κάτι από τον τόπο της. Εγώ τους είπα πως η μητέρα μου ξέρει τα καλύτερα φαγητά και γλυκά της Μεσσηνίας. Θα σου στείλω άνθρωπο από την Καλαμάτα να σε βιντεοσκοπεί. Θέλω ένα βίντεο την εβδομάδα. Να δείχνεις πώς μαγειρεύεις και να λες δυο λόγια.
Η Πολυξένη στραβοκατάπιε.
—Εγώ; Σε αυτή την ηλικία;
—Σε παρακαλώ, μάνα. Έχω δώσει τον λόγο μου. Μη με ντροπιάσεις.
Ήξερε πού να χτυπήσει ο Χριστόφορος. Ποτέ δεν του χαλούσε χατίρι.
Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο, αισθάνθηκε πως της κόπηκαν τα πόδια. Είχε περάσει τα ογδόντα και πίστευε πως είχε έρθει η ώρα να ετοιμάζεται για το μεγάλο ταξίδι. Μα τώρα έπρεπε να σταθεί όρθια. Για χάρη του γιου της ματαίωσε προσωρινά τον θάνατο.
Την άλλη κιόλας μέρα πήγε στο κομμωτήριο. Έκοψε τα μαλλιά της περιποιημένα, να μη φαίνονται άγρια τα χιονισμένα της μαλλιά, όπως έλεγε. Έβγαλε από το μπαούλο φορέματα λουλουδάτα και ζωηρόχρωμα που είχε χρόνια να φορέσει. Τα μαύρα του πένθους τα δίπλωσε προσεκτικά και τα έβαλε στην άκρη.
Καθάρισε το σπίτι από πάνω ως κάτω. Έπλυνε κουρτίνες, γυάλισε τα τζάμια, στόλισε την κουζίνα με βασιλικούς και γαρίφαλα. Έβγαλε καρύδια, κανέλα, αλεύρι και αυγά πάνω στον πάγκο.
Τρεις μέρες μετά χτύπησε την πόρτα ο Ντένης, ένας νεαρός ηχολήπτης από την Καλαμάτα.
Περίμενε να δει μια καταβεβλημένη γριούλα και βρέθηκε μπροστά σε μία γυναίκα ζωηρή, με ίσιο βλέμμα και μάγουλα ροδαλά από τον ενθουσιασμό.
—Καλώς τον! είπε η κα Πολυξένη. Πλύνε τα χέρια σου και κάθησε. Σήμερα θα μάθεις πώς φτιάχνουμε την καρυδόπιτα.Στο τέλος θα πάρεις και τη μισή στο σπίτι σου, γιατί δεν κάνει να τρώω γλυκά!
Η κάμερα άναψε. Εκείνη ανακάτευε τα υλικά και μιλούσε σαν να είχε κοινό χιλίων ανθρώπων.
—Ο γιος μου μικρός έκλεβε τα καρύδια από το καλάθι. Γι’ αυτό την καρυδόπιτα την αγαπάει πολύ. Προσοχή όμως! Το σιρόπι πρέπει να πέσει κρύο σε ζεστό ταψί. Αλλιώς πάει, χάλασε το γλυκό.
Το βίντεο στάλθηκε στην Αμερική και έγινε ανάρπαστο. Οι γυναίκες του συλλόγου ζητούσαν συνταγές, οι άνδρες γελούσαν με τις ιστορίες της, τα παιδιά την έλεγαν “Greek grandma star”.
Μα η μεγαλύτερη επιτυχία ήταν άλλη. Ο Χριστόφορος, βλέποντας τη μάνα του να λάμπει στην οθόνη, ένιωσε τύψεις και τρυφερότητα μαζί. Άρχισε να τηλεφωνεί συχνότερα. Ύστερα να έρχεται κάθε καλοκαίρι. Κατόπιν και τα Χριστούγεννα. Τα εγγόνια της γιαγιάς Πολυξένης έμαθαν Ελληνικές λέξεις, περπάτησαν στα σοκάκια του χωριού, έφαγαν σύκα από την αυλή.
Κάθε εβδομάδα νέο βίντεο: λαλάγγια, χυλοπίτες, δίπλες, γεμιστά, παστέλι, ελιόψωμο. Και μαζί ιστορίες από κατοχές, γιορτές, έρωτες, δυσκολίες και πίστη. Η Πολυξένη ξανάβρισκε τη φωνή της και μέσα από τη φωνή της ξανάβρισκε τον εαυτό της νιότης της.
Έτσι κύλησαν οκτώ ολόκληρα χρόνια.
Μια μέρα, αφού τελείωσε να δείχνει πώς φτιάχνεται το πρόσφορο, κοίταξε τον φακό με γαλήνη.
—Παιδιά μου, με συγχωρείτε τώρα, αλλά έχω πολλά θρησκευτικά διαβάσματα.
Από τότε τα βίντεο λιγόστεψαν. Δεν κατέπεσε όμως ποτέ. Σηκωνόταν νωρίς, άναβε το καντήλι, διάβαζε ψαλμούς, πότιζε τα λουλούδια και δεχόταν κόσμο που ερχόταν να τη συμβουλευτεί.
Και πότε πότε ερχόταν κι ο Ντένης με την κάμερα.
—Τι θα πούμε σήμερα, κυρία Πολυξένη;
Κι εκείνη χαμογελούσε.
—Σήμερα θα πούμε πώς κρατιέται όρθιος ο άνθρωπος. Με αγάπη, με δουλειά και με λίγο Θεό στην καρδιά.
Ο Χριστόφορος κράτησε όλα εκείνα τα βίντεο σαν θησαυρό. Γιατί κατάλαβε αργά, μα ευλογημένα, πως δεν είχε σώσει εκείνος τη μητέρα του. Εκείνη είχε σώσει πάλι το παιδί της, όπως κάνει μια μάνα σε όλη της τη ζωή.
1 σχόλιο:
καταπληκτικό άρθρο ...
Δημοσίευση σχολίου