Η Νίκη θυμόταν την αείμνηστη γιαγιά της που ύφαινε κουρελούδες και φορούσε σταθερά τη μαντίλα της, αλλά ποτέ δεν την είχε ρωτήσει γιατί προτιμούσε τις κουρελούδες και γιατί δεν αφαιρούσε την ημέρα τη μαντίλα.Δεν έδειχνε να καταπιέζεται· τη δεχόταν ευχάριστα πάνω στο σοφό κεφάλι της όπως ανασαίνει κανείς, φυσικά.
Θυμόταν τη γιαγιά της να μην κάνει βήμα από το κρεβάτι της προτού δέσει περίτεχνα το τσεμπέρι της. Τόσο πολύ τα τιμούσε αυτά τα μαντίλια, ώστε είχε πολλά, κειμήλια από τη μητέρα και τη γιαγιά της, ακόμη και εκατό χρόνων μέσα στο σεντούκι της.
Μία χρονιά, καθώς έμπαινε η Άνοιξη, η Νίκη νοστάλγησε να μείνει μερικές ημέρες στο σπίτι της γιαγιάς της, που στεκόταν όρθιο και σιωπηλό μέσα στον χρόνο. Τα αδέλφια της είχαν καταλάβει τα επάνω δωμάτια του σπιτιού κι εκείνη αναγκαστικά βόλεψε τα πράγματά της σε ένα δωμάτιο φιλοξενίας στο κατώγι, εκεί που η γιαγιά της κάποτε είχε το καμάρι της, τον αργαλειό της προίκας της.
Ο καιρός δεν είχε ακόμη ζεστάνει καλά και τα στρωσίδια ήταν απαραίτητα. Όμως δεν έφθαναν τα ίδια για να καλύψει όλο τον χώρο. Σε ένα σημείο έστρωσε της γιαγιάς της τις κουρελούδες και στον υπόλοιπο δάπεδο χοντρά μικρά χαλιά μηχανής. Όταν τελείωσε, περπάτησε ξυπόλυτη πάνω στα καθαρά στρωσίδια και δεν χρειάστηκε περισσότερο από πέντε λεπτά για να διαπιστώσει το απίστευτο.
Τα χαλιά, αν και πιο χοντρά και “κρουστά”, μετέφεραν την υγρασία από τις πλάκες του εδάφους και διαπερνούσαν τα πέλματά της. Ως δια μαγείας, οι κουρελούδες δεν έδιναν αυτή την αίσθηση. «Αυτό ήταν το μυστικό της γιαγιάς μου», αναφώνησε. «Γι’ αυτό ύφαινε τόσες κουρελούδες».
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Όταν χρειάστηκε να πλύνει τα χαλιά στην αυλή, οι κουρελούδες με λίγο σπιτικό σαπούνι καθάρισαν αμέσως, ενώ τα χαλιά χρειάστηκαν πολύ τρίψιμο με βούρτσα και για πολλή ώρα. Η εναλλαγή των χρωμάτων στην ύφανση των κουρελούδων άρχισε να απλώνει μέσα της μια παράξενη χαρά και θαλπωρή.
Με τη μαντίλα συνέβη κάτι εξίσου παράξενο. Όταν πήγε για ώρα να κάνει εργασίες στον κήπο του σπιτιού, ένα απαλό αεράκι της Άνοιξης εισχώρησε στα αυτιά, στη μύτη και στον αυχένα της. Η μύτη της άρχισε να τρέχει και να φτερνίζεται.
Κι εκείνη τη στιγμή έμεινε για λίγο ακίνητη. Δεν ήταν ήχος ούτε εικόνα καθαρή· ήταν μια αίσθηση, σαν να γέμισε ο αέρας με τη μυρωδιά του σαπουνιού και της λεβάντας, σαν να άνοιξε για λίγο το σεντούκι του χρόνου.
Θυμήθηκε τη γιαγιά της να δένει το μαντίλι με δύο σταθερές κινήσεις, σαν να έδενε όχι μόνο τα μαλλιά της αλλά και τη μέρα της ολόκληρη. «Για να μη σκορπίζει ο νους», έλεγε κάποτε, χωρίς να εξηγεί περισσότερα.
Τότε η Νίκη άρχισε να καταλαβαίνει.
Το μαντίλι δεν ήταν απλώς συνήθεια. Ήταν προστασία. Από τον αέρα, από το κρύο, από την ακαταστασία του έξω κόσμου, αλλά και από την ακαταστασία της σκέψης. Και οι κουρελούδες δεν ήταν φτώχεια, όπως κάποτε νόμιζε, αλλά μνήμη δεμένη σε υφάδι. Κάθε λωρίδα ένα παλιό ρούχο, κάθε χρώμα ένα πρόσωπο, μια εποχή, μια ζωή που δεν πετιόταν ποτέ.
Έσκυψε και άγγιξε ξανά το χώμα του κήπου. Το αεράκι συνέχιζε, αλλά τώρα δεν την ενοχλούσε όπως πριν.
«Γι’ αυτό…» ψιθύρισε. «Γι’ αυτό δεν έβγαζες ποτέ το τσεμπέρι σου…»
Και τότε της φάνηκε πως, πολύ μακριά, πίσω από τις μνήμες, η γιαγιά της απάντησε με σιωπή. Με εκείνη τη θεία σιωπή που έχει πάντα περισσότερη βεβαιότητα από οποιαδήποτε εξήγηση.
Η Νίκη σηκώθηκε αργά. Σκούπισε τα χέρια στην ποδιά της και γύρισε προς το παλιό σπίτι.
Από εκείνη τη μέρα οι κουρελούδες και το τσεμπέρι δεν ήταν παλιά αντικείμενα.
Ήταν ένας τρόπος να κρατιέται ζεστή η ζωή, ακόμη κι όταν όλα γύρω παλιώνουν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου