Φωτό: Pinterest
Η Τζούλη ήταν μια πεισματάρα κόρη ενός ευκατάστατου καλλιεργητή -τσιφλικά, του οποίου σκοπός της ζωής του ήταν να ξεκινά πριν λαλήσει ο κόκορας και να εργάζεται ασταμάτητα έως ότου ο ήλιος γείρει πίσω από τα βουνά στα χωράφια του. Κι όχι μόνο αυτό· επειδή ήταν και τσιγκούνης όσο δεν πήγαινε άλλο, σε ό,τι αφορούσε την προσωπική του άνεση, απέφευγε να πληρώνει εργάτες και πάσχιζε με νύχια και με δόντια να φέρνει εις πέρας τις περισσότερες δουλειές μόνος του.
Όμως και η ανθρώπινη αντοχή έχει τα όριά της. Όταν πια δεν μπορούσε να κινήσει καλά τα πόδια του, γύρισε το βλέμμα του προς τη μοναχοκόρη του, την Τζούλη, που είχε ήδη πατήσει τα σαράντα.
—Ήρθε ο καιρός να παντρευτείς, της είπε. Ο πατέρας σου ετοιμάζεται για φευγιό.
Εκείνη δάκρυσε και ταράχτηκε. Περνούσε μια χαρά όπως ήταν, και η ιδέα του γάμου της φαινόταν σαν διατάραξη μιας εύθραυστης ησυχίας. Όμως ήταν εντολή.
Άρχισαν να παρελαύνουν υποψήφιοι κατόπιν ραντεβού, αλλά μέχρι το κατώφλι έφταναν. Δεν μιλούσε η ίδια· μια θεία της αναλάμβανε τις συζητήσεις, αφού η μητέρα της είχε χαθεί από την εφηβεία της.
Ώσπου κάποια μέρα εμφανίστηκε ένα παλικάρι ευγενικό και μετρημένο. Δεν δέχτηκε την πρώτη άρνηση· ζήτησε επιτακτικά να μείνει μόνος με τη μέλλουσα νύφη.
—Πώς θα σε παντρευτώ; της είπε. Τι θα πάρω; Γουρούνι στο σακί ή γυναίκα; Πρέπει να δω αν ταιριάζουμε.
—Να δεις, του απάντησε η Τζούλη με ένα ειρωνικό, σχεδόν αχνό χαμόγελο. Στο υπόγειο υπάρχει το χορτοκοπτικό. Έχουν απομείνει περίπου τέσσερα στρέμματα. Πήγαινε να τα καθαρίσεις, όπως έκανε ο πατέρας μου.
—Πόσες ώρες έκανε εκείνος;
—Δώδεκα.
—Σε πειράζει αν το κάνω σε μιάμιση;
Γέλασε.
—Δεν αστειεύομαι. Το δικό μου κτήμα είναι δέκα στρέμματα και το τελειώνω πριν από το μεσημέρι.
—Θέλω να το δω, είπε εκείνη.
—Θα το δεις.
Την επόμενη μέρα ο νεαρός έφτασε νωρίς στο κτήμα και άρχισε την εργασία του. Η Τζούλη πήγε δύο ώρες αργότερα, βέβαιη πως θα τον έβρισκε ιδρωμένο και εξαντλημένο.
Αντί γι’ αυτό, άκουσε έναν χαμηλό βόμβο.
Πλησίασε και πάγωσε. Μόλις είδε μία κινούμενη μηχανή αναφώνησε φοβισμένη: Τι είναι αυτό που έρχεται;
Ένα μικρό τηλεκατευθυνόμενο ρομπότ κινούνταν με ακρίβεια πάνω στο χωράφι, κόβοντας το χορτάρι σε τέλειες γραμμές, σαν να χάραζε μαθηματικά πάνω στη γη.
—Τι είναι αυτό; ξαναρώτησε αγχωμένη.
—Το μέλλον, απάντησε ο Τάκης χαμογελαστά.
Εκείνη έμεινε σιωπηλή. Κάτι μέσα της αντιστάθηκε...
—Και γιατί ο πατέρας μου δεν το χρησιμοποίησε ποτέ;
Ο Τάκης την κοίταξε διαπεραστικά.
—Γιατί δεν ήθελε. Και γιατί δεν τον ενδιέφερε να αλλάξει τον τρόπο του. Κάποιοι άνθρωποι αγαπούν τη γη όπως την έμαθαν. Με κόπο, ιδρώτα και ρυθμό παλιό.
Έκανε μια παύση και συνέχισε:
—Δεν τους διορθώνεις αυτούς τους ανθρώπους. Τους σέβεσαι.
Η Τζούλη έγειρε το κεφάλι.
—Τα δέντρα μέσα σε τόσο θόρυβο… λιποθυμούν και χάνουν τα αρώματά τους, σχολίασε.
—Παλιά όργωναν με άλογα και αλέτρια, και η γη τους τούς ανταπέδιδε τον κόπο με άριστο καρπό, συμφώνησε ο Τάκης.
Η Τζούλη τον κοίταξε πιο προσεκτικά.
—Κι εσύ; Τι θέλεις τελικά;
—Αν γίνει αυτό που σκέφτομαι… είπε, τότε τον μπαξέ μας θα τον σκάβουμε μόνοι μας. Όχι γιατί δεν μπορούμε αλλιώς, αλλά γιατί θα το θέλουμε και οι δυό μας.
Εκείνη γέλασε. Αυθόρμητα. Πραγματικά.
Χωρίς να το καταλάβει η Τζούλη , έδωσε μία ευκαιρία στον Τάκη. Τον άφησε να μπει λίγο πιο βαθιά από το χωράφι — μέσα στην καρδιά της.
Μετά από έναν χρόνο, η ζωή στο κτήμα άλλαξε ρυθμό.
Το ρομπότ έκοβε τα χόρτα, αλλά κάποιες μέρες ο Τάκης το σταματούσε επίτηδες. Έφερνε μια παλιά τσάπα, κι η Τζούλη στεκόταν δίπλα του, στην αρχή σιωπηλή, μετά όλο και πιο οικεία.
Ο πατέρας της τους παρατηρούσε χωρίς να μιλά.
—Τελικά, είπε μια μέρα, δεν ήταν μόνο ο γαμπρός που έψαχνα… αλλά και ο τρόπος που αναζητούσα.
Ο καιρός περνούσε.
Η Τζούλη δεν έγινε ξαφνικά άλλη γυναίκα. Απλώς έμαθε να μοιράζεται τη σιωπή της και να συμπορεύεται.
Και ο Τάκης δεν προσπαθούσε να τη «διορθώσει». Την αποδεχόταν όπως ήταν.
Μια μέρα, καθώς έσκαβαν μαζί στον μικρό μπαξέ, εκείνη γύρισε και του είπε:
—Τελικά, δεν με παντρεύτηκες για να με δεσμεύσεις με τις μηχανές.
—Όχι, απάντησε εκείνος. Σε παντρεύτηκα για να μάθω πότε αξίζει να τις σβήνεις.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου