Όπως η γιαγιά Αλέξω. Φωτο: tilestwra.com
Ο Δημήτριος Γρίβας, ο παππούς του Δημήτρη Κατσίρη, ο οποίος έπεσε γενναία, σε νεαρή ηλικία, πάνω στο άλογό του, στα Ελληνοαλβανικά σύνορα, ήταν ένας ευκατάστατος Βαλυραίος κτηματίας, με σεβαστή ακίνητη περιουσία, που τη μοίρασε στην κόρη του Ευσταθία, την οποία απέκτησε από τον πρώτο του γάμο, περίπου το 1890, και στα άλλα τέσσερα παιδιά του, Κωνσταντίνο , Γιώργο, Μαρία και Γιαννούλα, από τον δεύτερο γάμο του. Αμέσως μετά τον ιερό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης, οδεύοντας προς την γέφυρα της Βαλύρας, ακολουθεί το σιδηρουργείο του Μπαρμπαλιά, που ήταν το σπίτι της Ευσταθίας, στη συνέχεια της αδελφής της Μαρίας, κατόπιν ήταν το αρχοντικό του Δημήτρη Γρίβα, που το κληρονόμησε ο γιος του Κωνσταντίνος και στη συνέχεια το σπίτι του Γιώργου Γρίβα. Η αδελφή τους Γιαννούλα πήρε την περιουσία της σε χρήματα και παντρεύτηκε στη Λάμπαινα. Ο Κωνσταντίνος υπηρετούσε στη χωροφυλακή της Βαλύρας, και έμενε στο σπίτι του πατέρα του. Του έκαναν προξενιό μία όμορφη, λεπτή και χαμηλού αναστήματος κοπέλα από το Μαυρομάτι, την Αλεξάνδρα, την οποία στη Βαλύρα, λόγω του χαμηλού αναστήματός της την καλούσαν “Κοντούλα” και απέκτησαν έναν γιο, τον Δημήτρη (Τάκη).
Η καλή γιαγιά Αλέξω ,“είχε κότες στην αυλή, κότες και κοτόπουλα ,χήνες και χηνόπουλα, άσπρη πάπια με παπιά, γάιδαρο με τόσα αφτιά, γαλοπούλα μ΄ έναν γάλο, φουσκωμένο και μεγάλο”, αυτό το τραγουδάκι λέγαμε μικρά, όταν επισκεπτόμασταν τον κήπο με τα φροντισμένα κοτέτσια και τον ωραίο στάβλο της γιαγιάς “Κοντούλας”.
Η γιαγιά Αλέξω Γρίβα.Φωτο: Ιστορικό αρχείο καθ. Ι.Δ. ΛύραΣτο υπόγειο είχε τρακαδιάσει τα ξύλα για το τζάκι, σε άλλο δωμάτιο είχε τοποθετήσει τα ντεπόζιτα με το λάδι της χρονιάς ,τα πιθάρια με το χοιρινό παστό, τα τουρσιά και τις ελιές, στο παράλλο δωμάτιο διατηρούσε το σιτάρι και το αλεύρι, τις πατάτες από το κτήμα της, το σπιτικό σαπούνι και στον τοίχο είχε κρεμασμένες πλεξίδες με σκόρδα, ρόδια, κυδώνια χαρούπια, αλλά και φρέσκα λαχανικά, όπως καρότα και φασολάκια. Θυμάμαι ένα ξύλινο καφάσι που ήταν πάντα γεμάτο με μικρά κρεμμύδια για το στιφάδο που της άρεσε. Σε μία γωνιά στην είσοδο του υπογείου προς την αυλή, πίσω από ένα ψηλό ξύλινο παραβάν, είχε μαζεμένα όλα τα σύνεργα του πρωτομάστορα, για το συχνό έργο αποκατάστασης του διώροφου σπιτιού, ιδίως για να κλείνει τις τρύπες που έχασκαν και ήταν επίφοβο για να μην φωλιάζουν μέσα ποντίκια, διάφορα έντομα, πουλιά ,και μικρά μαύρα φιδάκια, όπως κονάκια. Μέχρι που ένα ποντίκι , εν αγνοία της ,το έκτισε κυριολεκτικά, και μόνο όταν άρχισε να αναδύεται η δυσοσμία της σήψης , τρύπησε πάλι τον τοίχο, το έβγαλε έξω και το έκαψε κάτω από το καζάνι στην αυλή. Ήταν απορίας άξιον πώς εκείνο το μικροσκοπικό πλάσμα, το πολυτραυματισμένο και μόνο του στη ζωή, έβρισκε τόση μεγάλη δύναμη, που ξεπερνούσε και τον πιο γενναίο πολεμιστή. Πριν λαλήσει ο κόκορας, ήταν καθημερινά στο πόδι για να τα προλάβει όλα. Τόσο που οι συγγενείς δίπλα της, αν είχαν καμιά έκτακτη ανάγκη να κλείσουν καμιά τρύπα, κατέφθανε η γιαγιά Αλέξω και την σφράγιζε επ΄ αόριστον, έναντι αδρής αμοιβής, δυο χούφτες καρύδια και αμύγδαλα κι ένα τέταρτο φρέσκο ψωμί, τυλιγμένα στη μαύρη της μακριά ποδιά, που όσο μικρού μεγέθους κι αν ήταν, την χωρούσε ολόκληρη.
Το ασβεστοκονίαμα έδινε και έπαιρνε. Όλα μιλούσαν με τάξη και καθαριότητα κάτω από τα δυνατά χέρια της.
-Γιώργο, φώναξε μία φορά από τη μάντρα του σπιτιού της η γιαγιά Αλέξω, τον αδελφό του άνδρα της. Όποτε μπορέσεις έλα να μου σφάξεις έναν παλιοκόκορα που τρελάθηκε και τσιμπάει άγρια τις κότες, και θα σου κάνω ένα πιάτο με χυλοπίτες , που θα γλύφεις τα δάχτυλά σου.
-Για πέρασε μου μισό κουβά πηλοφόρι, είπε εκείνος και θα έλθω σε λίγο. Φτιάχνω την αποθήκη, γιατί κάτι είδε η Κωσταντινιά κοντά στον αργαλειό και φοβάται μην της φάνε οι ποντικοί τα υφαντά, τα προικιά της Παναγιώτας.
Έρχομαι αμέσως, είπε η Κοντούλα ,έριξε πηλοφόρι μέσα σε έναν τσίγκινο κουβά, άρπαξε το μυστρί και πήγε κατευθείαν στο διπλανό σπίτι του κουνιάδου της, για ταχεία αποκατάσταση, ενάντια στη φθορά του χρόνου. Μπροστά στη φούρια της, υποχωρούσαν άπαντες.
Ο Γιώργος έσφαξε τον κόκορα, τον ξεπουπούλιασε, και της φώναξε από τη μάντρα αν θα τον μαγειρέψει ολόκληρο.
-Ναι, δεν έχω πάγο στο ψυγείο, του απάντησε.
Εκείνος, αφού τον έπλυνε καλά, αφαίρεσε προσεκτικά και τα τελευταία πούπουλα, τον έβαλε να σιγοβράζει με μπόλικο νερό στη κατσαρόλα , στρίμωξε και μερικά μικρά κούτσουρα κάτω από τη σιδεροστιά, κι΄ ακόμη η Κοντούλα δεν είχε τελειώσει με την αποθήκη.
Επέστρεψε καταϊδρωμένη και γέλασαν τα μουστάκια της ,όταν είδε ότι ο κουνιάδος της την είχε απαλλάξει κυριολεκτικά από όλη την άχαρη δουλειά.
Όταν πλησίαζε η Πασχαλιά, η γιαγιά Αλέξω έδινε το σύνθημα με το πηλοφόρι και το μυστρί, για να βγουν έξω στη Δημοσιά οι νοικοκυρές της γειτονιάς , να αποκαταστήσουν και να ασβεστώσουν τα πεζοδρόμια και τους πλίνθινους φράχτες.
Από δεξιά, Δημ. Τσάμης, Ευγ. Αθανασακοπούλου, μάννα και κόρη Βούλα Περιβολάρη, ο μικρός Τάκης Γρίβας, Ιωαν. Μπουρίκας, Κική Μπουρίκα και η μητέρα της Κατίνα Μπουρίκα , γιαγιά Αλέξω Γρίβα, Ιωαν. Αθανασακόπουλος με τη κόρη του Κατίνα στα πόδια, Αναστάσιος, Θανασάκης Περιβολάρης, και Μαρία Τσάμη. Φωτο: Ιστορικό αρχείο καθ. Ι.Δ.Λύρα
Το αρχοντικό του προπάππου μου Δημήτρη Γρίβα ρήμαξε, τα δισέγγονά του ζουν στη Γερμανία και σπάνια επισκέπτονται τη Βαλύρα.
Μια κρύα ημέρα Μαρτίου, πριν από δύο χρόνια, πέρασα μαυροντυμένη στη Δημοσιά, συνοδεύοντας τον Μπαρμπαλιά στο τελευταίο του ταξίδι, στο κοιμητήριο του Αγίου Γεωργίου στη Βαλύρα. Ο δυνατός αέρας χτυπούσε τις μισοφαγωμένες σανίδες, στην εξώπορτα του υπογείου της αξέχαστης “Κοντούλας”. Αισθάνθηκα τη ψυχή τής αείμνηστης γιαγιάς μου Αλέξως, με το πηλοφόρι και το μυστρί στα χέρια. Ευτυχισμένη ήταν, γιατί όλα τα προλάβαινε και όλα τα έφτιαχνε. Ο Θεός να την αναπαύει στον Παράδεισο.
Ο Θεός μαζί σας!
Ευθυμία Η. Κοντοπούλου
1/3/2022
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου