Χθες, σε μια εκπομπή, ένας άνθρωπος μιλούσε για το πώς μεγάλωσε.
Έχασε τη μαμά του, είπε, γύρω στα 12 και ο πατέρας του δεν μπορούσε να τον μεγαλώσει. Ας μη σταθούμε σ' αυτή τη στάση του πατέρα. Βαρύ κι ασήκωτο φορτίο οι ζωές των ανθρώπων, γραμμένες με γράμματα που δε μπορούμε να διαβάσουμε στις λεπτές γραμμές τους.
Ας σταθούμε, όμως, στο παρακάτω που είπε. Σ' αυτή τη ρωγμή του χρόνου, λοιπόν, για το μικρό αυτό παιδί,
εμφανίστηκε η θεία του. Χωρίς πολλά πολλά, χωρίς απαιτήσεις και όρους, χωρίς μεγάλες υποσχέσεις. Μόνο με μία: "Έχω ένα αδειανό δωμάτιο, αγόρι μου. Αν θέλεις κι εσύ, έλα, να γίνει σπίτι σου το σπίτι μου."
Και ο μικρούλης πήγε. Και μέρα με τη μέρα μεγάλωνε γεμάτος αγάπη. Μια αγάπη θείας, σαν μαμάς, την οποία εξιστορούσε δακρυσμένος.
Το έγραψα αυτό γιατί, όσο το παρακολουθούσα, σκεφτόμουν ότι μέσα σε μια τέτοια ιστορία χτυπά η καρδιά μιας μεγάλης αλήθειας που λέγεται αναδοχή. Να επιλέγεις να βρεθείς στο δρόμο ενός παιδιού την ώρα του πιο μεγάλου σκοταδιού του. Και να βλέπετε μαζί την αυγή του. Τι μπορεί να σημαίνει η λέξη "μεγαλείο" αν δεν είναι αυτό; Αλλά καμιά φορά και το μεγαλείο τρομάζει και η αυγή τρομάζει. Ίσως γι' αυτό η αναδοχή δεν τα έχει καταφέρει ακόμη να έχει φίλους πολλούς.Ακόμη...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου