Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Ο Παππούς Θεοφάνης και το κατά Θεόν Πτυχίο

 

 

Το σωτήριον έτος 2015, ο παππούς Θεοφάνης έλαβε πρόσκληση από την οικογένειά του να ταξιδέψει από το αγαπημένο του χωριό στη Μεσσηνία στην Αθήνα, προκειμένου να παραστεί σε μια από τις πιο χαρμόσυνες και ευλογημένες στιγμές της ζωής του: τη βάπτιση του εγγονού του, ο οποίος επρόκειτο να λάβει το όνομά του στον Ιερό Ναό της Αγίας Βαρβάρας στο Παλαιό Φάληρο.

Η συγκίνησή του ήταν μεγάλη. Από την ημέρα της γεννήσεως του παιδιού φρόντιζε με πατρική στοργή και παππουδίστικη αγάπη να καταθέτει κάθε μήνα ένα μικρό χρηματικό ποσό σε βιβλιάριο τραπέζης, ως παρακαταθήκη για τις μελλοντικές σπουδές του εγγονού του. Παράλληλα, ετοίμασε με μεράκι όλα τα παραδοσιακά καλούδια του χωριού του για να φιλέψει τους διακόσιους περίπου καλεσμένους της μεγάλης ημέρας.

Όμως, μέσα στην καρδιά του υπήρχε ακόμη ένα δώρο, ίσως το πολυτιμότερο από όλα.

Λίγες εβδομάδες πριν από τη βάπτιση, επισκέφθηκε ένα τυπογραφείο στην Καλαμάτα και ζήτησε να του εκτυπώσουν ένα Αναμνηστικό Βαπτίσεως, όμοιο με εκείνο που είχε λάβει ο ίδιος ως παιδί από τον αείμνηστο νονό του, τον δάσκαλο του χωριού. Το είχε φυλάξει σε όλη του τη ζωή ως πολύτιμο θησαυρό και πάντοτε θυμόταν τα λόγια που του έλεγε ο δάσκαλος:

«Θεοφάνη, αυτό είναι το μεγαλύτερο πτυχίο μας, δωσμένο όχι από ανθρώπινο χέρι, αλλά από τον ίδιο τον Θεό».

Τα λόγια αυτά είχαν ριζώσει βαθιά μέσα του και τον συνόδευαν σε κάθε βήμα της ζωής του.

Το Βαπτιστικόν που ετοίμασε για τον εγγονό του έγραφε:

«Ο εφημέριος του κατά Πόλιν του Παλαιού Φαλήρου του Ιερού Ναού της Αγίας Βαρβάρας (όνομα ιερέα) ετέλεσα σήμερον κατά την τάξιν της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Ορθοδόξου κατά Ανατολάς Εκκλησίας την Βάπτισιν του τέκνου των νομίμων συζύγων Μιχαήλ και Ελένης Αποστολοπούλου, ευσεβών μελών της καθ΄ ημάς ενορίας όπερ ανελέξατο εκ της Ιεράς Κολυμβήθρας την (ημερομηνία) ο Γεωργακόπουλος Αθανάσιος, ονομάσας αυτό Θεοφάνην.

Και το μεν νεοφώτιστον ενεδύθη το της αφθαρσίας ένδυμα ως καταξιωθέν του λουτρού της Παλιγγενεσίας και της του Αγίου Πνεύματος ανακαινώσεως, ημείς δ΄ εκδίδομεν το παρόν γράμμα εις πίστωσιν, υπογραφόμενον υπό αναδόχου και των παρευρεθέντων μαρτύρων.

Ο ανάδοχος, ο βαπτίσας ιερεύς, οι μάρτυρες (υπογραφές).»

Όταν έφθασε η μεγάλη ημέρα, ο ναός πλημμύρισε από συγγενείς, φίλους και αγαπημένα πρόσωπα. Οι καμπάνες ηχούσαν χαρμόσυνα, τα κεριά έλαμπαν μπροστά στις εικόνες και το νεοφώτιστο παιδί δεχόταν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Ιερά Κολυμβήθρα.

Ο παππούς Θεοφάνης παρακολουθούσε με μάτια βουρκωμένα. Δεν έβλεπε μόνο τον εγγονό του. Έβλεπε συγχρόνως τον εαυτό του, πολλά χρόνια πριν, τότε που ο δάσκαλος-νονός τον είχε κρατήσει στην αγκαλιά του και του είχε χαρίσει εκείνο το πολύτιμο Βαπτιστικόν.

Μετά το τέλος της ακολουθίας, περιχαρής και γεμάτος ευγνωμοσύνη, κάλεσε τον νονό του παιδιού, τους μάρτυρες και τον ιερέα στο γραφείο του ναού.

Άπλωσε με προσοχή το καλαίσθητο έγγραφο πάνω στο τραπέζι.

— Να σας το υπογράψω ως αναμνηστικό, είπε χαμογελαστά ο ιερέας, αλλά να γνωρίζετε ότι δεν έχει καμία νομική ισχύ πλέον.

Ο παππούς Θεοφάνης ανασηκώθηκε ελαφρώς.

— Παπά μου, κατά Θεόν έχει ισχύ ή όχι;

Η φωνή του ακούστηκε λίγο πιο δυνατή, όχι από αγένεια, αλλά σαν να προσπαθούσε να επαναφέρει τη συζήτηση στην ουσία της.

— Βεβαίως, βεβαίως, απάντησε ο ιερέας. Όχι το χαρτί καθεαυτό, αλλά η βάπτιση που ετελέσθη.

— Το χαρτί αυτό δεν επιβεβαιώνει τη βάπτιση;

— Σας είπα, νομικά δεν ισχύει.

Ο παππούς δεν συνέχισε. Κατάλαβε πως δεν επρόκειτο να βρει την απάντηση που αναζητούσε μέσα από νομικές διατυπώσεις και διοικητικούς ορισμούς.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, σαν να αναδύθηκε από τα βάθη της μνήμης του η γνώριμη φωνή του αείμνηστου δασκάλου.

«Μεγάλο πτυχίο έλαβε σήμερα ο εγγονός μου».

Τα λόγια αντήχησαν μέσα του με τόση καθαρότητα, ώστε σχεδόν νόμισε πως ο γέροντας στεκόταν δίπλα του.

Και τότε ο παππούς χαμογέλασε.

Το χαμόγελο εκείνο δεν ήταν απλή ευχαρίστηση. Ήταν η γαλήνη της βεβαιότητας ότι κάποια πράγματα δεν μετρώνται με σφραγίδες, πρωτόκολλα και νομική ισχύ. Μετρώνται με την αλήθεια που φέρουν.

Ο νονός του παιδιού, βέβαια, είχε προσφέρει κι εκείνος ένα όμορφο, έγχρωμο παιδικό αναμνηστικό. Ήταν γεμάτο ζωηρά χρώματα, κορδέλες, παιδικές παραστάσεις και χαρούμενες εικόνες, όπως συνηθίζεται στις μέρες μας.

Για μια στιγμή ο παππούς το κοίταξε.

Τότε ακούστηκε ξανά μέσα του η γνώριμη φωνή:

«Μην προσβάλεις τον νονό».

Και αμέσως μετά:

«Όταν μεγαλώσει το παιδί, το δικό σου το Βαπτιστικόν θα αναζητήσει».

Τα χρόνια κύλησαν αθόρυβα.

Δέκα ολόκληρα χρόνια πέρασαν σαν νερό.

Ο μικρός Θεοφάνης μεγάλωσε. Έγινε ένα παιδί έντεκα ετών, με σκέψη ώριμη και ψυχή ευαίσθητη. Στο μεταξύ, ο αγαπημένος του παππούς είχε φύγει από τη ζωή πριν από έναν χρόνο, αφήνοντας πίσω του μνήμη ευλογημένη και παραδείγματα που συνέχιζαν να φωτίζουν τους δικούς του.

Μια ημέρα, κοιτάζοντας το δωμάτιό του, είπε στη μητέρα του:

— Σε παρακαλώ, είμαι μεγάλος πια και συνεχίζεις να έχεις στον τοίχο τα βραβεία του νηπιαγωγείου και το αναμνηστικό του νονού μου. Τόση υποτίμηση δέχομαι!

Η μητέρα χαμογέλασε με την παιδική του ειλικρίνεια.

Την επόμενη ημέρα κατέβασε από τους τοίχους όλα εκείνα τα αναμνηστικά. Καθώς συζητούσαν για το πώς θα διαμορφώσουν το δωμάτιό του, θυμήθηκε ένα αντικείμενο που φυλασσόταν προσεκτικά ανάμεσα στα ενθύμια της οικογένειας.

Ήταν το Βαπτιστικόν που είχε ετοιμάσει ο παππούς Θεοφάνης.

Το έφερε μπροστά στο παιδί και του το έδωσε να το διαβάσει.

Ο μικρός το κράτησε με σεβασμό.

Διάβαζε αργά τις λέξεις, σαν να ξεφύλλιζε ένα ιερό κειμήλιο. Και όσο προχωρούσε, τόσο ένιωθε να πλησιάζει περισσότερο τον παππού του που τόσο αγαπούσε.

Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.

Έμεινε σιωπηλός για λίγες στιγμές και ύστερα είπε:

— Εκείνα τα χρόνια σέβονταν οι γονείς και οι νονοί τα νεοφώτιστα. Δεν τα υποτιμούσαν με μπιχλιμπίδια και φανταχτερές κορδέλες. Κρέμασε, σε παρακαλώ, το Βαπτιστικόν του παππού μου. Είναι πολύ μεγάλο πτυχίο.

Η μητέρα δεν απάντησε αμέσως.

Απλώς τον κοίταξε συγκινημένη.

Και όταν το Βαπτιστικόν κρεμάστηκε στον τοίχο του δωματίου, δεν έμοιαζε με διακοσμητικό αντικείμενο ούτε με οικογενειακό ενθύμιο. Έμοιαζε με αθόρυβη ομολογία πίστεως, με γέφυρα που ένωνε τρεις γενιές ανθρώπων: τον αείμνηστο δάσκαλο, τον παππού Θεοφάνη και τον νεαρό Θεοφάνη.

Είναι, πράγματι, ένα μεγάλο πτυχίο.

Όχι επειδή το αναγνώριζαν οι άνθρωποι, αλλά επειδή μαρτυρούσε ότι κάποτε ένας άνθρωπος ντύθηκε «το της αφθαρσίας ένδυμα» και έγινε μέλος της Εκκλησίας του Χριστού.

Και αυτή είναι μια τιμή που ούτε ο χρόνος μπορεί να φθείρει ούτε ο θάνατος να αφαιρέσει.

Ευχές

Είθε ο νεαρός Θεοφάνης να προοδεύει πάντοτε «εν σοφία και ηλικία και χάριτι», να διαφυλάξει ανόθευτη την πίστη που έλαβε στο Ιερό Βάπτισμα και να αξιωθεί να μεταδώσει την ίδια ευλογία στις επόμενες γενιές. Αιωνία η μνήμη του παππού Θεοφάνη, ο οποίος με την απλότητα και την πίστη του δίδαξε ότι τα σπουδαιότερα πτυχία της ζωής δεν απονέμονται από ανθρώπους, αλλά χαρίζονται από τον Θεό. Με υγεία, φώτιση, αγάπη και κάθε θεία ευλογία σε όλη την οικογένεια. Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: