Οι Ριγανούδες της Βαλύρας δεν ήταν απλές εργάτριες της Μεσσηνιακής γης· ήταν οι ζωντανές νύμφες του Καλοκαιριού. Κάθε χρόνο, προς το τέλος του Ιουλίου, όταν ο ήλιος έκαιγε το χώμα και η ατμόσφαιρα μοσχοβολούσε αιθέριο έλαιο, οι κοπέλες του χωριού ετοιμάζονταν για τον ετήσιο τρύγο της άγριας ρίγανης.
Το ξημέρωμα της παραμονής του Προφήτου Ηλιού του 1967, βρήκε τη Μαρία και τις φίλες της να δένουν σφιχτά τον κάτασπρο κεφαλόδεσμό τους μπροστά στον προπολεμικό ξύλινο καθρέφτη.Το λευκό μαντήλι δεν ήταν μόνο για την προστασία από τον ανελέητο ήλιο· ήταν το σήμα κατατεθέν τους, μια άτυπη στολή που τις ξεχώριζε από μακριά πάνω στις καταπράσινες και στις ξερές ραχούλες. Μαζί με τις άλλες κοπέλες του χωριού, κρατώντας μικρά κοφτερά μαχαίρια και πάνινες σακούλες, ξεκίνησαν την ανάβαση προς τους πρόποδες της ιστορικής και ευλογημένης Ιθώμης.
Το βουνό ορθώνεται επιβλητικό και ιερό πάνω από τη Βαλύρα, κουβαλώντας στις πλάτες του αιώνες ιστορίας και θρύλων. Η Παναγία Βουλκανιώτισσα ευλογεί και φωτίζει στο διάσελο της Εύας και της Ιθώμης. Καθώς οι πρώτες ακτίνες του ηλίου χάιδεψαν τις πλαγιές, το τοπίο ξύπνησε από τον νυχτερινό λήθαργο.
«Εδώ έχει τη σοδειά της χρονιάς!» φώναξε η Ελένη, η πιο ζωηρή της παρέας, δείχνοντας μια βραχώδη έξαρση όπου οι μωβ και λευκές κορυφές της ρίγανης χόρευαν στο ελαφρύ πρωινό αεράκι.
Οι κοπέλες σκορπίστηκαν στις ραχούλες. Η δουλειά απαιτούσε υπομονή και τέχνη. Δεν έπρεπε να ξεριζώνουν το φυτό, παρά μόνο να κόβουν απαλά τους μίσχους, αφήνοντας τις ρίζες βαθιά στη μάνα γη για την επόμενη χρονιά. Τα χέρια τους κινήθηκαν γρήγορα και ρυθμικά. Σύντομα, οι λευκοί κεφαλόδεσμοι άρχισαν να λαμπιρίζουν κάτω από τον μεσημεριανό πια ήλιο, δημιουργώντας μια πανέμορφη αντίθεση με το καφετί του χώματος και το πράσινο των θάμνων.
Καθώς οι ώρες περνούσαν και η κούραση βάραινε τα σώματα, οι Ριγανούδες ξαπόστασαν για μεσημεριανό και μετά άρχισαν το τραγούδι, καθισμένες κάτω από τον πλάτανο στου Τζούμη τη δροσερή βρύση. Ήταν παλιοί σκοποί της Μεσσηνίας, τραγούδια της αγάπης και του κάματου. Οι φωνές τους, καθαρές και κρυστάλλινες, αντηχούσαν στα φαράγγια και στις πλαγιές της Ιθώμης, λες και το ίδιο το βουνό συμμετείχε στη γιορτή τους. Το άρωμα της κομμένης ρίγανης είχε ποτίσει τα ρούχα τους, το δέρμα τους, την ίδια τους την ανάσα.
Πριν το δειλινό αρχίσει να βάφει τον ουρανό με πορφυρά χρώματα, οι σάκοι είχαν γεμίσει μέχρι πάνω. Οι κοπέλες, κουρασμένες αλλά γελαστές, είχαν φθάσει μέχρι το μοναστήρι του Βουλκάνου. Άναψαν κερί στην Παναγιά, άφησαν μέρος της σοδειάς τους στον μάγειρα της Ιεράς Μονής και ύστερα πήραν το μονοπάτι της επιστροφής. Κοιτάζοντας πίσω τους, η Ιθώμη έστεκε εκεί, ένας αιώνιος φρουρός που τους είχε χαρίσει απλόχερα τους θησαυρούς της για άλλη μια χρονιά.
Μπαίνοντας στη Βαλύρα, οι μοσχοβολιστές Ριγανούδες με τους λευκούς κεφαλόδεσμους έφεραν μαζί τους την ίδια την ουσία του Ελληνικού καλοκαιριού: τον κάματο, την παράδοση και την ευλογία μιας γης που δεν σταματά ποτέ να προσφέρει. Τις επόμενες ημέρες ολοκλήρωναν κάθε χρόνο επιμελώς την τελετουργία με την προετοιμασία και την αποθήκευση της ευλογημένης Μεσσηνιακής ρίγανης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου