Ο μεγάλος ψαράς της Βαλύρας
Καθώς περνούσα ένα ηλιόλουστο πρωινό του Ιουλίου 2026 από ένα γραφικό δρομάκι, στα νότια της Βαλύρας, δύο μικρές βαρκούλες, ακουμπισμένες δεξιά κι αριστερά κάτω από το υπόστεγο μίας παραδοσιακής οικίας, καλωσόριζαν κάθε περαστικό. Εκεί, καθισμένος στο παλιό ξύλινο καρεκλάκι του, με το μαξιλάρι δεμένο σταυρωτά με σχοινί για να μη γλιστρά, ο κύριος Γιάννης Μπουρίκας εργαζόταν αθόρυβα.
Στα χέρια του κρατούσε ένα λειασμένο καλάμι, σχεδόν τριών μέτρων. Με υπομονή και περισσή τέχνη κατασκεύαζε το παραδοσιακό καλάμι ψαρέματος, το όπλο της επόμενης εξόρμησής του στη Μαυροζούμενα, που κυλά μόλις τριάντα μέτρα δυτικότερα, ανάμεσα στις καλαμιές ,στις λεύκες ,στα κυπαρίσσια και στις πικροδάφνες.
«Καλημέρα», μου είπε χαμογελώντας, χωρίς να σταματήσει τη δουλειά του.
Γύρω μας στο χαντάκι, τα βατραχάκια είχαν στήσει τον δικό τους καλοκαιρινό χορό, ενώ ο κυρ Γιάννης, ο μεγάλος γητευτής του αρχαίου ποταμού και ίσως ο τελευταίος παραδοσιακός ψαράς της Βαλύρας, ανυπομονούσε να τελειώσει το έργο του.
Σε ένα ήδη έτοιμο καλάμι είχε προσαρμόσει το σχοινί και το βαρίδι, τυλίγοντάς τα προσεκτικά πάνω στη γυαλισμένη επιφάνειά του. Οι κόμποι απείχαν περίπου τριάντα εκατοστά.
«Όσο πιο μακριά είναι οι κόμποι, τόσο το καλύτερο», μου εξήγησε. «Έτσι μας έμαθαν οι παππούδες μας. Όταν πιαστεί το ψάρι, ακούγεται μια βουή και ολόκληρο το καλάμι τρέμει στα χέρια σου. Δεν είναι απλώς ψάρεμα. Είναι τελετουργία.»
Ύστερα, μπήκε στη βάρκα της κοφτερής μνήμης του και άφησε το ποτάμι να τον οδηγήσει αργά. Παρατηρούσε το νερό, σαν να συνομιλούσε μαζί του.
«Να, κοίτα», μου είπε χαμηλόφωνα. «Εκεί, στις σκιές των πλατανιών, γυρίζουν οι ποταμοκέφαλοι. Πιο πέρα αστράφτουν οι γκρίμες, μικρές σαν χρυσές σπίθες. Κάτω από τις πέτρες κρύβονται οι ποταμοσαλιάρες, ενώ τα χέλια περνούν αθόρυβα σαν μαύρα φίδια. Καμιά φορά βλέπω και κάτι ξενόφερτα ψάρια, αυτά που οι παλιοί τα έλεγαν "ιταλικά". Όλα έχουν τη θέση τους, αρκεί να είναι τα νερά αμόλυντα.»
Σταμάτησε για λίγο το κουπί του νου του και κοίταξε την ήρεμη επιφάνεια της Μαροζούμενας με καθαρό βλέμμα.
«Ξέρεις ποια είναι η μεγαλύτερη χαρά του ψαρά; Δεν είναι να γεμίσει τον κουβά. Είναι να βλέπει τα ψάρια να πληθαίνουν κάθε χρόνο. Να ξέρει πως το ποτάμι ανασαίνει. Παίρνω μόνο όσα χρειάζομαι και αφήνω τα υπόλοιπα να συνεχίσουν τη ζωή τους. Έτσι έμαθα από τους παππούδες μου.»
Εκείνη τη στιγμή ένα κοπάδι μικρών ψαριών-μενίδες- γυάλισε σαν χρυσάφι κάτω από το μεσοφρύδι του. Ένας ποταμοκέφαλος αναπήδησε για μια στιγμή πάνω από το νερό και χάθηκε πάλι στα βαθιά. Ο κυρ Γιάννης χαμογέλασε συγκινημένος. Δεν πανηγύριζε για το ψάρι· χαιρόταν γιατί η Μαροζούμενα εξακολουθεί να γεννά ζωή.
«Τι ψαρεύετε συνήθως;» τον ρώτησα, προσγειώνοντάς τον στην πραγματικότητα, καθώς το αυτοκίνητο του κυρίου Αγγελόπουλου- δραστήριου Βαλυραίου επιχειρηματία που διαμένει στην Τρίπολη - σταμάτησε για μία καλημέρα, αλλά και να δει το νέο δημιουργήμα.
«Χέλια κυρίως, γκρίμες, μενίδες, ποταμοκέφαλους και ό,τι άλλο μας χαρίσει το ποτάμι. Παλιά τα ψάρια ήταν ακόμη περισσότερα. Τώρα όμως βλέπω πως, όταν προσέχουμε το ποτάμι, σιγά σιγά ξαναγυρίζουν.»
Το βλέμμα του σκοτείνιασε.
«Θέλω να βλέπω το ποτάμι καθαρό. Όχι να κατεβαίνουν από τη βιομηχανική ζώνη του Μελιγαλά απόβλητα και να το πληγώνουν. Το ποτάμι είναι ζωντανός οργανισμός. Αν το σεβαστείς, θα σε ανταμείψει.»
Ύστερα άφησε το καλάμι στα γόνατά του και συνέχισε:
«Στα νιάτα μου ασχολήθηκα με τον αθλητισμό και γύρισα σχεδόν όλο τον κόσμο. Είδα θάλασσες, λίμνες και ποτάμια. Μα σαν τη Μαυροζούμενα δεν βρήκα πουθενά. Εδώ είναι οι ρίζες μου. Εδώ ησυχάζει η ψυχή μου.»
Χάιδεψε το καινούργιο καλάμι που μόλις είχε τελειώσει.
«Επιμένω να το φτιάχνω από τρίχρονο καλάμι. Έτσι θέλει η παράδοση. Έτσι έμαθα από τον πατέρα μου και τον παππού μου. Το καλάμι πρέπει να ωριμάσει τρία καλοκαίρια για να αποκτήσει δύναμη και ελαστικότητα. Τότε μόνο γίνεται προέκταση του χεριού του ψαρά.»
Ο ήλιος είχε πάρει τον ανήφορο. Τα χελιδόνια χαμήλωναν να ακούσουν, τα βατραχάκια συνέχιζαν το αδιάκοπο τραγούδι τους και το θρόισμα των καλαμιών έμοιαζε να ψιθυρίζει παλιές ιστορίες.
Καθώς απομακρυνόμουν, γύρισα για μια τελευταία ματιά. Ο κυρ Γιάννης αφοσιωμένος στο έργο του, ήταν κομμάτι του ιδίου του ποταμού.
Τότε κατάλαβα πως δεν είχα συναντήσει απλώς έναν ψαρά. Είχα γνωρίσει έναν άνθρωπο που είχε γίνει ένα με τη Μαυροζούμενα· έναν φύλακα της φύσης, της μνήμης και της λαϊκής παράδοσης της Βαλύρας.
Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι σαν τον κύριο Γιάννη Μπουρίκα, που κατασκευάζουν ακόμη με τα χέρια τους το παραδοσιακό καλάμι, που παίρνουν από τη φύση μόνο όσα έχουν ανάγκη και που διδάσκουν με το παράδειγμά τους τον σεβασμό προς το ποτάμι, η Μαυροζούμενα θα συνεχίσει να κυλά αθόρυβα, μεταφέροντας στις όχθες της όχι μόνο νερό, αλλά και τις μνήμες ενός τόπου που έμαθε να ζει σε αρμονία με τη φύση.
Γιατί ο αληθινός ψαράς δεν μετριέται από τα ψάρια που έπιασε, αλλά από την αγάπη που άφησε πίσω του. Γητευτής είναι ο κυρ Γιάννης Μπουρίκας που ακούει ευλαβικά την Μαυροζούμενα καθώς λικνίζεται, κυλά, γεννά και ανασαίνει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου