Φωτό: lyrasi.blogspot.com
Το απομεσήμερο είχε φωλιάσει για τα καλά μέσα στο μπακάλικο του κυρίου Λιοντήρη. Η μυρωδιά από το φρεσκοκομμένο καφέ ανακατευόταν με την αλμύρα της ρέγγας και το βαρύ άρωμα του λαδιού από το βαρέλι. Για τους μεγάλους, αυτός ο χώρος δεν ήταν απλά ένα κατάστημα· ήταν το καταφύγιο μετά την κάψα των κτημάτων, το μέρος όπου οι λέξεις αποκτούσαν βάρος πάνω από το ξύλινο τραπέζι.
Ο κυρ-Λιοντήρης, καθισμένος αναπαυτικά, κοίταζε το φακό με το βλέμμα του ανθρώπου που ξέρει τι θα πει μόχθος. Δίπλα του, οι άλλοι άντρες, με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα, σκέφτονταν τη σοδειά, τα χρέη που έπρεπε να σβηστούν από το τεφτέρι και το μέλλον που έμοιαζε ακόμα θολό στη δεκαετία του '50. Η σιωπή τους δεν ήταν βαριά, ήταν γεμάτη υπομονή.
Στην άλλη άκρη, ο μικρός Κωνσταντίνος στεκόταν ανάμεσα στα υπόλοιπα παιδιά. Το λευκό του φανελάκι έλαμπε στο ημίφως του μαγαζιού. Το μυαλό του δεν ήταν στις κονσέρβες των ραφιών, ούτε στην αφίσσα που διαφήμιζε τα μακαρόνια της εποχής.Κοίταζε τον κόσμο γύρω του με μια βαθιά, ήρεμη παρατήρηση, σαν να κατέγραφε μέσα του κάθε ρυτίδα των γερόντων, κάθε ψίθυρο του χωριού. Σκεφτόταν τις ιστορίες που έλεγαν οι μεγάλοι για τη ζωή, την πίστη και την ελπίδα. Μέσα στην παιδική του ψυχή, η ανάγκη να προσφέρει και να παρηγορήσει αυτόν τον κοσμάκη είχε αρχίσει ήδη να ριζώνει, πριν ακόμα το ρολόι του χρόνου τον οδηγήσει στους μεγάλους θρόνους της Εκκλησίας. Η κάμερα έκανε ένα μικρό «κλικ» και ο χρόνος πάγωσε, όμως οι σκέψεις μέσα στο μπακάλικο συνέχισαν να τρέχουν σαν το νερό στο αυλάκι. Ο μικρός στα αριστερά έσφιξε το χωνί στο χέρι του, έτοιμος να τρέξει πίσω στη μάνα του με το γεμάτο μπουκάλι κρασί, νιώθοντας την περηφάνια πως σήμερα ήταν χρήσιμος, πως μεγάλωνε. Δίπλα του, τα άλλα παιδιά άλλαζαν βάρος στο γυμνό τους πόδι πάνω στο σανιδένιο πάτωμα, ένας κρατούσε έναν μικρό τενεκέ λάδι και ό άλλος το κοφίνι για να μεταφέρει στο σπίτι τα ψώνια. Στα μάτια τους, παρά την ανέχεια της εποχής, δεν υπήρχε φόβος. Υπήρχε η σπίθα της γενιάς που μεγάλωνε με το τίποτα, αλλά ήταν έτοιμη να κατακτήσει τα πάντα.
Ο κυρ-Λιοντήρης σηκώθηκε σιγά-σιγά από τη θέση του και ακούμπησε το χέρι του στην παλιά μεταλλική ζυγαριά. Κοίταξε τα παιδιά, ένα προς ένα. Ήξερε πως το τεφτέρι του ήταν γεμάτο βερεσέδια, ήξερε πως οι καιροί ήταν σκληροί, όμως βλέποντας αυτή τη νέα βλάστηση του χωριού, η καρδιά του μαλάκωσε. «Αυτά εδώ θα τα καταφέρουν», σκέφτηκε και ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο φάνηκε κάτω από το μουστάκι του. Οι άντρες γύρω από το τραπέζι αναστέναξαν, διώχνοντας μαζί με τον καπνό του τσιγάρου τους και τις έγνοιες της ημέρας.
Καθώς το απογευματινό φως άρχισε να πέφτει, γλιστρώντας ανάμεσα από τα ράφια με τις κονσέρβες και τα μπουκάλια και φωτίζοντας τα πρόσωπα όλων, μια γλυκιά βεβαιότητα απλώθηκε στο χώρο. Ο μικρός Κωνσταντίνος χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα, νιώθοντας μια βαθιά εσωτερική γαλήνη. Ήξερε, με εκείνη την παιδική αλλά αλάνθαστη διαίσθηση, πως οι δοκιμασίες του τόπου δεν θα κρατούσαν για πάντα.
Το αύριο δεν έμοιαζε πια απειλητικό. Η Βαλύρα, η Μεσσηνία, ολόκληρη η Ελλάδα που πάλευε να σταθεί στα πόδια της, είχε το πιο πολύτιμο κεφάλαιο κρυμμένο στα μάτια αυτών των παιδιών. Οι καλύτερες μέρες δεν ήταν απλά μια ευχή· ήταν μια υπόσχεση γραμμένη στο καθαρό μέτωπο του Κωνσταντίνου,του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευσταθίου, στην εργατικότητα του μπακάλη, στα ροζιασμένα χέρια των ξωμάχων. Το φως που έμπαινε από την πόρτα του μπακάλικου δεν φώτιζε απλώς το παρόν, αλλά άνοιγε ένα φωτεινό μονοπάτι προς το μέλλον, γεμάτο ελπίδα, προκοπή και μια ακλόνητη πίστη στον άνθρωπο.
Θερμές ευχαριστίες στον καθηγητή Βιολογίας και Ιστοριοδίφη της Βαλύρας, κ. Ιωάννη Δ. Λύρα, για την αστείρευτη μνήμη του και το ανεκτίμητο φωτογραφικό υλικό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου