Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Νυφούλα σε αναμονή

 



Τον συνάντησε πριν από είκοσι χρόνια και τον ερωτεύθηκε με την πρώτη ματιά. Όχι μόνο γιατί ήταν ένας άνδρας όμορφος, δυνατός, ένας άνθρωπος που έμοιαζε να μπορεί να γίνει εγγύηση στη ζωή της, αλλά γιατί πίσω από εκείνον αναγνώρισε, ίσως ασυνείδητα, το βαθύτερο αντικείμενο του πόθου της: τη λαχτάρα μιας κόρης να συναντήσει έναν αληθινό άνδρα, έναν άνδρα με το ταπεραμέντο του πατέρα της. Εκείνου που θυσίασε τη ζωή του για χάρη της και τον οποίο εκείνη λάτρεψε με άδολη αγάπη που μόνο ένα παιδί μπορεί να νιώσει.

Κάπου εκεί γεννήθηκε το μεγάλο κίνητρο, το ανομολόγητο ερέθισμα μιας αλησμόνητης στιγμής που έμελλε να την ενώσει μαζί του για πάντα.

Κι ύστερα την ταλάνισαν αλύπητα όλα τα απρόσμενα.

Η ψυχική νόσος. Η φυλακή του συντρόφου. Οι ανατροπές. Οι μέρες που έχασαν το σχήμα τους και οι νύχτες που έμοιαζαν ατέλειωτες. Η ζωή, σαν βάρκα σε άγριο πέλαγος, γέρνει εδώ και είκοσι ολόκληρα χρόνια, μα δεν βυθίζεται. Παλεύει με τα κύματα, παίρνει νερά, τρίζει στα σωθικά της, μα κάθε φορά ορθοποδίζει περήφανα.

Κι εκείνη παραμένει όρθια.

Βομβαρδίζεται ο εγκέφαλος από ψευδαισθήσεις, βασανίζεται αλύπητα ο ψυχισμός, μα το χαμόγελο της αισιοδοξίας δεν εγκαταλείπει τα χείλη της. Σαν μικρό καντήλι που αρνείται να σβήσει μέσα στην καταιγίδα, επιμένει να φωτίζει και να ελκύει τη θετική ενέργεια γύρω της.

Νυφούλα σε αναμονή.

Τον περιμένει σε ανοιχτό πέλαγος, καθισμένη επάνω στη σχεδία μιας θείας ελπίδας. Δεν ξέρει πότε θα κοπάσουν οι άνεμοι, ούτε από ποιο σημείο του ορίζοντα θα φανεί το καράβι. Ξέρει όμως πως περιμένει. Και κάποτε, μέσα στη σιωπή της αναμονής, αποκαλύπτεται το αναπάντεχο: πως ο Θεός δεν τον πήρε ποτέ μακριά της. Τον ανέστησε αιώνια μέσα της. Τον έκανε μνήμη, πίστη, καρτερία, προσευχή. Τον έκανε δύναμη.

«Πώς να αντέξει η ψυχή τόση αγάπη;» αναφωνεί εκείνος.

Και θέλει να την οδηγήσει στην εκκλησιά μια άσπρη ημέρα του καλοκαιριού, τότε που ο ήλιος θα λούζει τα σκαλοπάτια και τα πτηνά του ουρανού δεν θα ψάλλουν άσματα πένθιμα, αλλά ύμνους χαράς. Θέλει μια ημέρα καθαρή, χωρίς σύννεφα, χωρίς φόβο, χωρίς τη σκιά εκείνων των χρόνων που τους σημάδεψαν.

Μα στα μαρμαρένια αλώνια δίνει ακόμη τη μάχη του ο Διγενής.

Το μέλλον αβέβαιο και οι παλιές, σταθερές αξίες ερμητικά κλεισμένες σε ένα σκονισμένο χρονοντούλαπο μιας εποχής που έφυγε. Κι όμως, εκείνος δεν διαμαρτύρεται. Δεν διστάζει. Δεν δικαιολογείται.

Την κοιτάζει μέσα στα μάτια.

Και ευχαριστεί τον Θεό που την έφερε στο διάβα του.

Καμία αντίσταση. Κάθε προσφορά γίνεται πράξη αγάπης. Η επιθυμία της γίνεται το πρόσταγμά του, όχι από υποταγή, αλλά από εκείνη την παράξενη δύναμη που γεννιέται όταν δύο άνθρωποι έχουν αποφασίσει να μη λιποτακτήσουν από τη ζωή, όσα κι αν τους ζητήσει.

Είναι τα δυο μορφωμένα παιδιά.

Δυο περιστέρια που κάποτε σήκωσαν τη σημαία τους ψηλά, με την αθωότητα και την ορμή εκείνων που πιστεύουν πως ο κόσμος μπορεί να τους ανήκει. Μα άγρια κύματα τους χτύπησαν, τους δίπλωσαν, τους κομμάτιασαν τα φτερά. Δεν τους νίκησαν.

Τώρα, σε μια παράξενη κατάσταση νηνεμίας, μαζεύουν τις δυνάμεις τους. Ετοιμάζουν τις γροθιές τους για την επόμενη πρόκληση, γιατί ξέρουν πια πως η θάλασσα δεν χαρίζεται σε κανέναν.

Όχι, ο αγώνας τους δεν είναι αλόγιστος.

Είναι αδυσώπητος.

Μοναδικό τους όπλο είναι η πίστη στον Θεό.

Τέσσερα χέρια κρατούν γερά τη σανίδα της σωτηρίας. Τέσσερα χέρια που δεν αφήνονται. Που κρατούν ο ένας τον άλλον όταν τα πόδια λυγίζουν, όταν η θάλασσα αγριεύει, όταν ο φόβος ψιθυρίζει πως ίσως δεν υπάρχει άλλη στεριά.

Κι όμως, γελούν.

Γελούν σαν μικρά παιδιά, σαν να μην τους άγγιξε ποτέ κανένα τραύμα, σαν να μην πέρασε από πάνω τους η καταιγίδα, σαν η ψυχή να μην υπέστη ποτέ βίαιη λεηλασία.

Ίσως γιατί η ψυχή, όταν αγαπά αληθινά, έχει μια παράξενη ικανότητα: ξαναχτίζει τα ερείπιά της.

Κοιτάξτε μας!

Αν μπορούσατε να δείτε μέσα από το βλέμμα μας τη ζωή, αν μπορούσατε να δείτε όσα εμείς μάθαμε μέσα από τον πόνο, ίσως ο κόσμος να προόδευε. Ίσως τα πάντα γύρω μας να ήταν λίγο καλύτερα.

Γιατί οι καθαρές καρδιές ανατρέφουν την ανθρωπιά.

Και η προσφορά της αγάπης μπορεί να γεννήσει μια αυγή χωρίς σύνορα — μια αυγή όπου κανένας άνθρωπος δεν θα περισσεύει, κανένας πόνος δεν θα είναι αόρατος και καμία ψυχή δεν θα αναγκάζεται να παλεύει μόνη της στα μαρμαρένια αλώνια της.

Νυφούλα σε αναμονή.

Με το λευκό της φόρεμα ακόμη φυλαγμένο μέσα στην ψυχή.

Με τα μάτια στραμμένα στον ορίζοντα.

Με την ελπίδα να μην είναι πια απλώς μια υπόσχεση, αλλά ο δρόμος της επιστροφής.

Σήκω και φίλα με, αγάπη μου.

Μην κοιτάς πίσω.

Σε λίγο ανατέλλει ο πρωινός αστήρ.

Η  καινούργια ημέρα  όρθιους να μας βρει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: