Φωτό: Pinterest
Έλεγαν οι αείμνηστες γιαγιάδες μας πως οι γονείς τους, στην προπολεμική Βαλύρα, ήταν ιδιαίτερα αυστηροί με όλα. Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Γνώριζαν πώς να αξιοποιούν ό,τι τους έδινε η γη και η γνώση αυτή περνούσε από γενιά σε γενιά, όχι μέσα από βιβλία, αλλά μέσα από την καθημερινή πράξη, το παράδειγμα και τη μνήμη.
Οι γιαγιάδες μας δεν πετούσαν τους σπόρους από τα πεπόνια. Στα παιδικά μάτια, η εικόνα αυτή έμενε αρχικά ως μια απλή ανάμνηση: οι σπόροι μαζεύονταν, καθαρίζονταν και φυλάγονταν για τη σπορά της επόμενης χρονιάς.
Δεν ήταν όμως μόνο αυτό.
Στη μνήμη ορισμένων Βαλυραίων διατηρούνται ακόμη εικόνες από τις γιαγιάδες που άπλωναν τους καθαρούς σπόρους του πεπονιού, τους σκέπαζαν και τους άφηναν να στεγνώσουν στη σκιά. Αργότερα τους έσπαγαν με το γουδοχέρι μέσα στο χαβάνι. Η εικόνα αυτή, που για ένα παιδί έμοιαζε ίσως ασήμαντη, έκρυβε μια ολόκληρη παράδοση διατροφής και οικονομίας του νοικοκυριού.
Και τότε ερχόταν η πεπιτάδα.
Η πεπιτάδα, το «γάλα» των σπόρων
Ιδιαίτερα κατά την περίοδο της νηστείας του Δεκαπενταύγουστου, αλλά και σε περιόδους μεγάλης κόπωσης στα κτήματα, όπως στη συγκομιδή της σταφίδας, οι γιαγιάδες έφτιαχναν πεπιτάδα. Την πρόσφεραν ακόμη και όταν κάποιος αρρώσταινε και χρειαζόταν κάτι δροσιστικό και τονωτικό.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως ήταν, με τα σημερινά δεδομένα, ένα είδος παλιού φυτικού «γάλακτος», φτιαγμένου όμως με τα μέσα που διέθετε κάθε σπίτι.
Οι σπόροι από δύο πεπόνια, αφού είχαν στεγνώσει, έσπαγαν στο γουδί. Στη συνέχεια ανακάτευαν σταδιακά τρία μεγάλα ποτήρια δροσερό νερό. Με υπομονή και αργές κινήσεις δούλευαν το μείγμα μέχρι να απελευθερωθεί το γαλακτώδες υγρό των σπόρων.
Έπειτα το περνούσαν από καθαρό τουλουπάνι. Το ρόφημα αρωματιζόταν με μια μύτη βανίλιας και, όπως θυμούνται οι παλαιότεροι, γλυκαινόταν με αγνό μέλι της περιοχής.
Και επειδή το καλοκαίρι της Μεσσηνίας δεν αστειευόταν, έμπαινε και ο πάγος. Από το παλιό ψυγείο πάγου έπαιρναν κομμάτια πάγου, τα θρυμμάτιζαν και τα πρόσθεταν στο ρόφημα.
Έτσι γεννιόταν η πεπιτάδα: ένα απλό, δροσερό και χορταστικό ρόφημα, φτιαγμένο από υλικά που υπήρχαν στο σπίτι και κυρίως από την επινοητικότητα των ανθρώπων.
Η σταφίδα και ο μεγάλος καλοκαιρινός μόχθος
Για να καταλάβουμε γιατί η πεπιτάδα είχε θέση στην καθημερινότητα των ανθρώπων, πρέπει να θυμηθούμε τον μεγάλο καλοκαιρινό μόχθο της σταφίδας.
Η συγκομιδή της κορινθιακής σταφίδας ήταν μια από τις απαιτητικότερες εργασίες του καλοκαιριού. Η οικογένεια συμμετείχε ολόκληρη. Από τα χαράματα οι άνθρωποι βρίσκονταν στα κτήματα, προσπαθώντας να εκμεταλλευτούν τις πιο δροσερές ώρες της ημέρας πριν ο ήλιος γίνει αμείλικτος.
Τα σταφύλια κόβονταν, μεταφέρονταν και απλώνονταν στα σταφιδάλωνα για την αποξήρανση. Η διαδικασία απαιτούσε προσοχή, υπομονή και καθημερινή φροντίδα. Ένα ξαφνικό μπουρίνι μπορούσε να απειλήσει τους κόπους μιας ολόκληρης χρονιάς.
Κάτω από τον αυγουστιάτικο ήλιο, η σωματική κόπωση ήταν μεγάλη. Το νερό ήταν πολύτιμο, αλλά η δροσιά του δεν κρατούσε για πάντα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ένα ρόφημα που μπορούσε να παρασκευαστεί από τους καρπούς του ίδιου του νοικοκυριού είχε ξεχωριστή αξία.
Η πεπιτάδα, κρύα και γλυκισμένη με λίγο μέλι, ήταν ένας τρόπος να προσφερθεί στην οικογένεια κάτι δροσιστικό και παράλληλα θρεπτικό.
Δεν ήταν «ενεργειακό ποτό» με τη σημερινή εμπορική έννοια. Ήταν κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο ανθρώπινο: μια παραδοσιακή παρασκευή που γεννήθηκε από την ανάγκη, την οικονομία και τη γνώση.
Τι μας λέει σήμερα η διατροφική επιστήμη;
Εδώ χρειάζεται μια μικρή διάκριση ανάμεσα στη λαϊκή παράδοση και στη σύγχρονη επιστημονική γνώση.
Οι σπόροι του πεπονιού, όπως και άλλοι βρώσιμοι σπόροι, περιέχουν πρωτεΐνες, λιπαρά, φυτικές ίνες και διάφορα μέταλλα. Η ακριβής διατροφική σύσταση εξαρτάται από την ποικιλία του πεπονιού, την επεξεργασία και την ποσότητα που καταναλώνεται. Επομένως, δεν χρειάζεται να τους αποδώσουμε θαυματουργές ιδιότητες για να αναγνωρίσουμε τη διατροφική τους αξία.
Οι σπόροι προσφέρουν θρεπτικά λιπαρά και φυτική πρωτεΐνη, ενώ περιέχουν επίσης μέταλλα όπως μαγνήσιο, ψευδάργυρο και σίδηρο. Το μέλι, από την άλλη πλευρά, προσθέτει φυσικά σάκχαρα και επομένως ενέργεια, κάτι που εξηγεί γιατί ένα γλυκό ρόφημα μπορούσε να είναι ευχάριστο και χρήσιμο μετά από ώρες σωματικής εργασίας.
Η πεπιτάδα λοιπόν δεν χρειάζεται να παρουσιαστεί ως «θαυματουργό ελιξίριο». Η αξία της βρίσκεται ακριβώς στην απλότητά της: σπόροι, νερό, λίγο μέλι, άρωμα και πάγος.
Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη διατροφική παρακαταθήκη των παλαιότερων γενεών.
Δεν πετούσαν εύκολα τίποτα.
Η πεπιτάδα στη νηστεία του Δεκαπενταύγουστου
Η πεπιτάδα είχε ιδιαίτερη θέση και στις ημέρες της νηστείας. Ο Δεκαπενταύγουστος ήταν μια περίοδος κατά την οποία το νοικοκυριό έπρεπε να προσαρμόσει το καθημερινό του τραπέζι στους κανόνες της νηστείας.
Οι άνθρωποι δεν διέθεταν τις σημερινές επιλογές φυτικών ροφημάτων. Δεν υπήρχαν στα ράφια του παντοπωλείου δεκάδες συσκευασίες με «γάλατα» αμυγδάλου, βρώμης ή άλλων καρπών.
Υπήρχε όμως το πεπόνι του κήπου, οι σπόροι του, το νερό, το μέλι και η γνώση της γιαγιάς.
Έτσι, ένα υλικό που σήμερα καταλήγει συνήθως στα σκουπίδια μετατρεπόταν σε κάτι χρήσιμο και ευχάριστο.
Από το χαβάνι στο μπλέντερ
Σήμερα μπορούμε να ξαναφέρουμε την πεπιτάδα στο τραπέζι μας χωρίς να ξεχάσουμε την παλιά διαδικασία.Με χαρά δοκιμάσαμε οι γυναίκες την ακόλουθη συνταγή στο Μπιζάνι της Βαλύρας και μας εξέπληξε!
Αντί για το γουδί και το χαβάνι, χρησιμοποιήσαμε ένα μπλέντερ.
Υλικά:
Σπόροι από 2 ώριμα πεπόνια
3 μεγάλα ποτήρια δροσερό νερό
Μια μύτη βανίλιας
1–2 κουταλιές της σούπας αγνό μέλι, ανάλογα με τη γεύση
Θρυμματισμένος πάγος
Παρασκευή:
Μαζεύουμε τους σπόρους του πεπονιού και τους καθαρίζουμε καλά.
Τους αφήνουμε να στεγνώσουν, όπως έκαναν παλιά, ή τους χρησιμοποιούμε φρέσκους αφού καθαριστούν επιμελώς.
Τους βάζουμε στο μπλέντερ μαζί με το νερό και τη βανίλια.
Χτυπάμε μέχρι να δημιουργηθεί ένα γαλακτώδες μείγμα.
Σουρώνουμε με ψιλό σουρωτήρι ή, ακόμη καλύτερα, με καθαρό τουλουπάνι.
Προσθέτουμε το μέλι και ανακατεύουμε καλά (2 κουταλιές μέλι ή τρεις κοφτές κουταλιές ζάχαρη).
Σερβίρουμε αμέσως με θρυμματισμένο πάγο.
Έτσι, η παλιά τεχνική του χαβανιού συναντά τη σύγχρονη κουζίνα, χωρίς να χάνεται η ουσία της συνταγής.
Μια γεύση από τη Βαλύρα των γιαγιάδων μας
Η πεπιτάδα δεν είναι απλώς μια παλιά συνταγή.
Είναι μια μικρή ιστορία για το πώς ζούσαν οι άνθρωποι στη Βαλύρα. Για την οικονομία του νοικοκυριού. Για τη σχέση με τη γη. Για τον σεβασμό στην τροφή. Για τις δύσκολες ώρες στα κτήματα. Για τη νηστεία. Για το μέλι που υπήρχε στο σπίτι. Για τον πάγο που φυλασσόταν στο παλιό ψυγείο. Για το γουδί και το χαβάνι που δούλευαν ακούραστα στα χέρια των γιαγιάδων.
Και πάνω απ' όλα, για μια γνώση που δεν καταγραφόταν σε βιβλία, αλλά περνούσε από μάνα σε κόρη και από γιαγιά σε εγγόνι.
Σήμερα, καθώς μιλάμε για επαναχρησιμοποίηση, περιορισμό της σπατάλης και αξιοποίηση κάθε διαθέσιμου υλικού, οι παλιές πρακτικές αποκτούν ξανά ενδιαφέρον.
Η Βαλύρα, λοιπόν, δεν ανακαλύπτει κάτι καινούργιο.
Ανακαλύπτει ξανά κάτι που είχε γνωρίσει από παλιά.
Την πεπιτάδα των γιαγιάδων μας — ένα δροσερό ρόφημα μνήμης, φτιαγμένο από τους σπόρους του πεπονιού, νερό, μέλι, λίγη βανίλια και πολλή υπομονή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου