Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Το μεγάλο προσκύνημα στην κορυφή της Ιθώμης τη δεκαετία του 1960

 


Ήταν παραμονή της μεγάλης γιορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στα χρόνια της δεκαετίας του 1960. Η Ιθώμη, όπως και σήμερα, στεκόταν αγέρωχη πάνω από τη Μεσσηνία, λουσμένη στο φως του Αυγούστου, και στα μονοπάτια της ανηφόριζαν ευλαβικά οι προσκυνητές για να συναντήσουν την Παναγία Βουλκανιώτισσα. Ανάμεσά τους βρισκόταν μια ευλογημένη και αλησμόνητη παρέα Βαλυραίων: μέλη των οικογενειών Δημητρακόπουλου, Σταθόπουλου και Τάσου Μακρή.

Είχαν ξεκινήσει με τα πόδια από τη Βαλύρα και είχαν ήδη διανύσει τη διαδρομή ως τη Νέα Ιερά Μονή Βουλκάνου. Εκεί, όμως, δεν τελείωνε το προσκύνημα. Τους περίμεναν ακόμη τουλάχιστον έξι χιλιόμετρα ανηφορικού δρόμου, ώσπου να φθάσουν στην Παλαιά Μονή, στην κορυφή της Ιθώμης, εκεί όπου άλλοτε δέσποζε ο αρχαίος ναός του Δία Ιθωμάτα.

Ήταν άνθρωποι της πίστης. Είχαν προετοιμαστεί ψυχικά και σωματικά, έχοντας προηγουμένως νηστέψει δεκατέσσερις ολόκληρες ημέρες. Η νηστεία δεν ήταν γι’ αυτούς απλώς αποχή από ορισμένες τροφές· ήταν μια πορεία εσωτερικής κάθαρσης, μια σιωπηλή προετοιμασία για τη συνάντηση με την Παναγία. Τώρα, με καθαρή καρδιά και ήρεμο λογισμό, έπαιρναν τον ανήφορο.

Η ανάβαση εκείνα τα χρόνια ήταν διπλή. Από τη Βαλύρα έως τη Νέα Μονή και από τη Νέα Μονή έως την κορυφή. Κι όμως, κανείς δεν διαμαρτυρόταν για την ταλαιπωρία. Τα πόδια κουράζονταν, η ανάσα βάραινε, ο ιδρώτας κυλούσε στα πρόσωπα, αλλά η καρδιά χτυπούσε όλο και δυνατότερα. Όσο πλησίαζαν στην κορυφή, τόσο αισθάνονταν πως πλησίαζαν στη μεγάλη συνάντηση με την Προστάτιδά τους, τη Μεγάλη Μητέρα, την Κεχαριτωμένη, την Παναγία Βουλκανιώτισσα, την Οδηγήτρια, την επονομαζομένη «τω όρει Βουλκάνω».

Η ευλαβική παράδοση ήθελε την αχειροποίητη, θαυματουργή και έφεστιο εικόνα της Παναγίας Βουλκανιωτίσσης να έχει ανέβει στο Καθολικό της Παλαιάς Μονής την ημέρα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στις 6 Αυγούστου. Εκεί, επάνω στην Αγία Τράπεζα, περίμενε τη μεγάλη ημέρα της πανηγύρεως. Και μαζί της περίμενε ολόκληρη η ευσεβής Μεσσηνία, που κάθε χρόνο έσπευδε με ευλάβεια να την προσκυνήσει.

Λίγο πριν βασιλέψει ο ήλιος στο διάσελο της Ιθώμης, οι πεζοπόροι ξαπόστασαν. Άνοιξαν τα λιγοστά τους εφόδια και έφαγαν ένα απλό, λιτό δείπνο. Δεν υπήρχαν τότε οι ανέσεις των σημερινών καιρών. Ένα κομμάτι ψωμί, μία αλάδωτη σαλάτα  και λίγο δροσερό νερό μπορούσαν να γίνουν βασιλικό τραπέζι όταν τα μοιράζονταν άνθρωποι αγαπημένοι, σε έναν τόπο αγιασμένο από την προσευχή και την παράδοση.

Και καθώς έπεφτε το σκοτάδι, η Ιθώμη άλλαζε πρόσωπο. Ο ουρανός γέμιζε αστέρια και το βουνό γινόταν ένας μεγάλος ναός κάτω από τον έναστρο ουρανό. Οι προσκυνητές ένιωθαν πως δεν περπατούσαν μόνοι. Κάθε βήμα τους συνοδευόταν από μια προσευχή, κάθε ανάσα από έναν αναστεναγμό, κάθε βλέμμα από την προσδοκία της μεγάλης νύχτας.

Τότε, μέσα στη σιωπή του βουνού,  αισθάνονταν πως τους θωρούσε η Παναγία με τον δεξιό της οφθαλμό και άνοιγε το βιβλίο της ψυχής τους. Διάβαζε τον κόπο, την πίστη, τον αγώνα ενάντια στα πάθη, τις χαρές και τις λύπες, τις αδυναμίες και τις ελπίδες. Έβλεπε ολόκληρη τη ζωή τους και, σαν στοργική Μητέρα, τους έδειχνε τον δρόμο της σωτηρίας που οδηγεί στον Υιό της.

Έτσι και εκείνη την αλησμόνητη ημέρα, της παραμονής της μεγάλης εορτής. Ήρθε η ώρα της  Ιεράς Αγρυπνίας.

Στις 24 ώρες και ένα λεπτό, μέσα στη βαθιά νύχτα, συνέβει  στους πιστούς κάτι ασύλληπτο. Η ψυχή τους γέμισε φως. Ήταν, όπως το ένιωσαν, μια δεύτερη Ανάσταση μέσα στο καλοκαίρι. Η Παναγία φώτισε την καρδιά και τον νου· έσπασε τους πλοκάμους της σύγχυσης και των παθών που κρατούν τον άνθρωπο μακριά από τον Θεό του. Τα μάτια γέμισαν δάκρυα, όχι λύπης, αλλά χαράς και ευγνωμοσύνης.

Μέσα στο Καθολικό, η προσευχή έγινε ένα με τις ψυχές των προσκυνητών. Ύμνοι, θυμίαμα, καντήλια, γονυκλισίες και σιωπηλές δεήσεις έφτιαξαν μια εικόνα που έμεινε χαραγμένη στη μνήμη όσων αξιώθηκαν να τη ζήσουν.

Και όταν ξημέρωσε η μεγάλη ημέρα, οι προσκυνητές κατηφόρισαν προς τη μεγάλη πανήγυρη με ανάλαφρη ψυχή, δάκρυα χαράς και, όπως έλεγαν, φτερά αγγέλων. Λιτάνευσαν τη σεπτή εικόνα της Παναγίας, καθώς η Μεσσηνία ολόκληρη στη νέα Ιερά Μονή υποδεχόταν την Οδηγήτρια  με καμπάνες, προσευχές και δοξολογία.

Εκείνο το προσκύνημα δεν ήταν απλώς μια κουραστική πεζοπορία  χιλιομέτρων. Ήταν μια πορεία από τη γη προς τον ουρανό, από τον κόπο προς την ανάπαυση, από την ανθρώπινη αδυναμία προς τη θεία παρηγοριά. Ήταν μια εμπειρία που ενώθηκε με τη λαογραφία του τόπου και με την αιώνια μνήμη της Ιθώμης, όπου ο αρχαίος κόσμος και η χριστιανική παράδοση συναντήθηκαν μέσα στους αιώνες.

Ας κρατήσουμε κι εμείς μέσα μας αυτή την ευλογημένη εικόνα. Ας ευχηθούμε να έχουμε πάντοτε δύναμη να ανηφορίζουμε, ακόμη κι όταν ο δρόμος της ζωής γίνεται δύσκολος. Να έχουμε πίστη στις δοκιμασίες, υπομονή στους κόπους και καθαρή καρδιά στην προσευχή. Ας παρακαλούμε την Παναγία Βουλκανιώτισσα να σκεπάζει τα σπίτια μας, τις οικογένειές μας και τα παιδιά μας και να μας οδηγεί πάντοτε στον δρόμο του Υιού της.

Και μακάρι, όπως εκείνοι οι παλιοί προσκυνητές της Ιθώμης, να αξιωθούμε κι εμείς να ανεβαίνουμε με πίστη, να συναντούμε την Παναγία με ευλάβεια και να κατεβαίνουμε από κάθε «κορυφή» της ζωής μας με καρδιά αναστημένη, γεμάτη φως, ελπίδα και αγάπη.

Να έχουμε όλοι την ευλογία της Παναγίας Βουλκανιωτίσσης. Να μας χαρίζει υγεία, ειρήνη, δύναμη και σωτηρία και να σκεπάζει πάντοτε τις οικογένειές μας. Και να αξιωθούμε, με καθαρή καρδιά και πίστη, να βαδίσουμε τον ανηφορικό δρόμο της ζωής έχοντας πάντοτε μπροστά μας το φως του Χριστού.

Θερμές ευχαριστίες στον καθηγητή Βιολογίας και Ιστοριοδίφη, κ. Ιωάννη Δ. Λύρα που διέσωσε την ανεκτίμητη φωτογραφία με τους Βαλυραίους προσκυνητές στην κορυφή της Ιθώμης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: