Υπάρχει μια εποχή του χρόνου στο χωριό που η φύση μοιάζει να αλλάζει… κομμωτήριο. Τα πρόβατα, που όλο τον χρόνο κυκλοφορούν με την ίδια περίπου «κόμμωση», ξαφνικά οδηγούνται στην αυλή, δένονται ήρεμα σε μια γωνιά και περιμένουν τη σειρά τους. Είναι η εποχή που κουρεύουν τα αρνιά — αν και, για να είμαστε ακριβείς, τα περισσότερα από εκείνα που κουρεύονται έχουν ήδη μεγαλώσει και έχουν γίνει κανονικά πρόβατα. Στην καθομιλουμένη, όμως, «αρνιά» τα λέμε, γιατί στο χωριό η παράδοση έχει τους δικούς της κανόνες.
Το κούρεμα των προβάτων δεν ήταν ποτέ μια απλή πρακτική εργασία. Ήταν μικρό κοινωνικό γεγονός. Μαζεύονταν δυο-τρεις άνθρωποι, ερχόταν ο κουρέας με τα εργαλεία του, κάποιος κρατούσε το ζώο, άλλος έδινε οδηγίες — συνήθως χωρίς να του τις έχει ζητήσει κανείς — και η αυλή γέμιζε μαλλί, φωνές και πειράγματα.
Το πρόβατο, βέβαια, δεν συμμεριζόταν καθόλου τον ενθουσιασμό.
Από τη στιγμή που καταλάβαινε ότι κάτι διαφορετικό συμβαίνει, άρχιζε να κοιτάζει γύρω του με εκείνο το χαρακτηριστικό βλέμμα που μοιάζει να λέει: «Εγώ γιατί; Εκείνο δίπλα γιατί όχι;». Και όταν ερχόταν η σειρά του, η ψυχολογία του περνούσε από διάφορα στάδια.
Πρώτα υπήρχε η καχυποψία. Το ζώο έβλεπε τον κουρέα να πλησιάζει και σκεφτόταν, όσο μπορεί να σκέφτεται ένα πρόβατο: «Αυτός δεν ήρθε να μου χαϊδέψει την πλάτη».
Ύστερα ερχόταν η αντίσταση. Το πρόβατο ξαφνικά αποκτούσε δυνάμεις που κανείς δεν υποψιαζόταν. Εκεί που όλη τη χρονιά το θεωρούσαν ήσυχο και υπάκουο, την ημέρα του κουρέματος μεταμορφωνόταν σε αθλητή. Έκανε πίσω, τραβούσε, τίναζε το κεφάλι, προσπαθούσε να φύγει. Ο κουρέας, όμως, ήξερε τη δουλειά. Το έπιανε με τον τρόπο που ήξεραν οι παλιοί τεχνίτες και το τοποθετούσε προσεκτικά στη θέση του.
Και τότε άρχιζε το μεγάλο έργο.
Με το πρώτο πέρασμα της κουρευτικής μηχανής, το ζώο έχανε σταδιακά τον «χειμωνιάτικο μανδύα» του. Το μαλλί έπεφτε ολόκληρο, σχεδόν σαν ενιαίο σύννεφο. Ο κουρέας συνέχιζε με υπομονή και επιδεξιότητα, γνωρίζοντας πού πρέπει να περάσει το εργαλείο και πού χρειάζεται περισσότερη προσοχή.
Για τον κουρέα, η δουλειά ήταν τέχνη. Δεν ήταν απλώς να αφαιρέσει το μαλλί. Έπρεπε να το κάνει γρήγορα, σωστά και χωρίς να τραυματίσει το ζώο. Ταυτόχρονα, έπρεπε να αντιμετωπίζει και τις απρόβλεπτες κινήσεις του πελάτη του.
Γιατί το κριάρι δεν είναι ο πελάτης που κάθεται στην καρέκλα και λέει: «Λίγο πιο κοντά στα πλάγια, παρακαλώ».
Αντιθέτως, μπορεί ξαφνικά να αποφασίσει ότι θέλει να φύγει. Και τότε ο κουρέας βρίσκεται να παλεύει περισσότερο με την ισορροπία του παρά με το μαλλί.
Έτσι, το κούρεμα ήταν δοκιμασία και για τους δύο. Το ζώο φοβόταν τη διαδικασία, ενώ ο άνθρωπος κουραζόταν σωματικά. Οι παλιοί κουρευτάδες ήξεραν καλά πως μια μέρα με πολλά πρόβατα ήταν βαριά δουλειά. Τα χέρια πονούσαν, η μέση διαμαρτυρόταν και το μαλλί κολλούσε πάνω στα ρούχα σαν να είχε προσωπική σχέση με τον άνθρωπο.
Κι όμως, όταν τελείωνε το κούρεμα, ερχόταν η δικαίωση.
Το πρόβατο στεκόταν ξαφνικά μπροστά στους άλλους… αγνώριστο.
Λίγο πριν ήταν ένα στρογγυλό, φουντωτό πλάσμα. Μετά το κούρεμα έμοιαζε λεπτότερο, ελαφρύτερο και κάπως απορημένο. Σαν να κοιτούσε τους γύρω του και να αναρωτιόταν: «Πού πήγε όλο αυτό που φορούσα;»
Κάποιες φορές, μάλιστα, το ζώο φαίνεται να νιώθει αμηχανία. Μέχρι χθες ήταν καλυμμένο με πυκνό μαλλί και σήμερα βρίσκεται σχεδόν… καλοκαιρινό. Τα άλλα πρόβατα το κοιτούν. Εκείνο κοιτάζει τα άλλα. Και για λίγα λεπτά δημιουργείται μια σιωπηλή κοινωνική συζήτηση στο κοπάδι.
«Κουρεύτηκες;»
«Ναι.»
«Πολύ κοντά.»
«Δεν το διάλεξα εγώ.»
Η αλήθεια είναι πως το κούρεμα είναι απαραίτητο για την υγεία και την άνεση των ζώων. Το πυκνό μαλλί, ιδιαίτερα όσο περνούν οι μήνες, μπορεί να γίνει βαρύ και να συγκρατεί υγρασία, βρωμιά και παράσιτα. Μετά το κούρεμα το ζώο αισθάνεται πιο ελαφρύ και μπορεί να αντιμετωπίσει καλύτερα τη ζέστη του καλοκαιριού.
Το μαλλί, από την άλλη, δεν πήγαινε χαμένο. Για τους ανθρώπους του παλιού καιρού αποτελούσε πολύτιμο υλικό. Το καθάριζαν, το επεξεργάζονταν και το χρησιμοποιούσαν για υφαντά, στρώματα, παπλώματα και διάφορα άλλα αντικείμενα. Τίποτε σχεδόν δεν θεωρούνταν άχρηστο.
Κι εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στο τότε και στο σήμερα. Οι παλιοί έβλεπαν το ζώο ως μέρος ενός ολόκληρου κύκλου ζωής. Το γάλα, το κρέας, το μαλλί, ακόμη και η κοπριά είχαν τη θέση τους στην καθημερινότητα. Η σχέση ανθρώπου και ζώου ήταν πρακτική, αλλά όχι απαραίτητα ψυχρή. Υπήρχε συνήθεια, φροντίδα και μια παράξενη οικειότητα.
Ο κουρέας, άλλωστε, μετά από τόσα χρόνια δουλειάς ήξερε τα ζώα σχεδόν ένα-ένα. Ήξερε ποιο είναι ήρεμο, ποιο είναι δύσκολο, ποιο θα κάνει τα δικά του μόλις το πιάσει και ποιο θα σταθεί σαν κύριος.
Και όταν τελείωνε η μέρα, ο κουρέας ήταν συνήθως πιο κουρασμένος από τα πρόβατα.
Εκείνα, απαλλαγμένα από το βαρύ τους τρίχωμα, έβγαιναν στην αυλή και συνέχιζαν τη ζωή τους. Έτρωγαν, έπιναν νερό, ξάπλωναν στον ίσκιο και σε λίγη ώρα είχαν ξεχάσει όλη την περιπέτεια.
Ο άνθρωπος όμως έμενε με την κούραση, τα πονεμένα χέρια και ένα σωρό μαλλί γύρω του.
Ίσως γι’ αυτό η εποχή του κουρέματος των προβάτων δεν ήταν απλώς μια αγροτική εργασία. Ήταν μια μικρή τελετουργία της υπαίθρου, μια εικόνα από έναν κόσμο όπου η καθημερινότητα είχε περισσότερη σωματική δουλειά, αλλά και περισσότερη συλλογικότητα.
Και τα πρόβατα; Αυτά, πιθανότατα, είχαν τη δική τους άποψη.
Απλώς δεν βρήκαν ποτέ άνθρωπο να τη μεταφράσει.
Το μόνο βέβαιο είναι πως μετά το κούρεμα ένιωθαν ελαφρύτερα. Ο κουρέας ένιωθε βαρύτερος. Και το χωριό ένιωθε πως άλλη μια εποχή είχε περάσει, αφήνοντας πίσω της σωρούς από μαλλί, κουρασμένα χέρια, γέλια και ιστορίες που θα λέγονταν ξανά την επόμενη χρονιά.
Γιατί στο χωριό ακόμη και ένα κούρεμα προβάτου μπορεί να γίνει ολόκληρη ιστορία.
Και, όπως θα έλεγε ίσως κι ένα ταλαιπωρημένο αρνί στο τέλος της ημέρας:
«Τουλάχιστον… θα ξαναβγάλω μαλλιά!»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου