Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Το Πνεύμα της φραγκοσυκιάς

 



Τα παλιά χρόνια, στο χωριό, κάθε εποχή που ωρίμαζαν οι καρποί των δέντρων, τα παιδιά ξεχύνονταν στους κήπους της γειτονιάς. Ήταν σαν μια μικρή γιορτή. Τα γέλια, οι φωνές και τα πειράγματα γέμιζαν τις αυλές και τους δρόμους, ενώ οι μεγαλύτεροι τα παρακολουθούσαν με χαμόγελο.

Τον Αύγουστο, την τιμητική τους είχαν οι φραγκοσυκιές. Τα παιδιά πλησίαζαν με προσοχή τους μεγάλους κάκτους και, χρησιμοποιώντας ξύλα ή ειδικά εργαλεία, αποσπούσαν τα ώριμα φραγκόσυκα. Έπρεπε να προσέχουν πολύ, γιατί τα αγκάθια μπορούσαν εύκολα να τους τρυπήσουν τα χέρια, αλλά και γιατί καμιά φορά ολόκληρη η «πλάντρα» μπορούσε να πέσει από ψηλά.

Ύστερα κάθονταν στα πεζούλια. Με ένα μικρό μαχαιράκι άνοιγαν προσεκτικά τα φραγκόσυκα, τα μοίραζαν μεταξύ τους και τα έτρωγαν με ευλάβεια. Στα μάτια τους φανερωνόταν η χαρά από εκείνη τη μοναδική, γλυκιά γεύση.

Ήταν Αύγουστος του 1967, στη Βαλύρα. Οι μαθητές της τρίτης τάξης του Δημοτικού είχαν μαζευτεί στον κήπο του συμμαθητή τους, του Γιώργου. Όλα τα παιδιά απολάμβαναν τα φραγκόσυκα και χαίρονταν. Όλα, εκτός από τον Γιώργο.

Ο Γιώργος εκείνη την περίοδο έκανε αγωγή, επειδή αντιμετώπιζε πρόβλημα με σπαστική κολίτιδα. Η μητέρα του τού είχε απαγορεύσει να φάει φραγκόσυκα, φοβούμενη μήπως πονέσει.

«Δοκίμασε κι εσύ ένα!» τον σκουντούσαν οι φίλοι του.

Εκείνος όμως κουνούσε αρνητικά το κεφάλι.

Μέσα στα αυτιά του αντηχούσε η φωνή της μητέρας του:

«Προσοχή, Γιώργο μου! Μην φας φραγκόσυκα και πονέσεις.»

Έμεινε για λίγο σιωπηλός, απομονωμένος από τις φωνές και τα γέλια των άλλων παιδιών. Κοίταζε τη φραγκοσυκιά και αισθανόταν πως κάτι παράξενο συνέβαινε μέσα του.

Ξαφνικά άκουσε μια φωνή.

Ήταν η φωνή της μητέρας του.

«Κόψε πέντε φραγκόσυκα και φέρ' τα μου. Θα τα στύψω, θα τα σουρώσω και θα σου κάνω χυμό με νερό.»

Ο Γιώργος ξαφνιάστηκε.

«Μαμά; Αφού δεν είσαι εδώ, πώς μου μιλάς;»

Για λίγο επικράτησε σιωπή.

Και τότε ήρθε η απάντηση:

«Δεν είμαι η μαμά σου.»

Ο Γιώργος ανατρίχιασε.

«Ποιος είσαι;»

Η φωνή απάντησε ήρεμα:

«Το πνεύμα της φραγκοσυκιάς. Σε αγαπώ. Μα μην το πεις πουθενά!»

Ο μικρός έμεινε ακίνητος. Κοίταξε γύρω του. Τα άλλα παιδιά συνέχιζαν να γελούν και να τρώνε, χωρίς να έχουν αντιληφθεί τίποτα.

Δεν ήξερε αν έπρεπε να φοβηθεί ή να χαρεί.

Τελικά σηκώθηκε.

Με προσοχή έκοψε πέντε ώριμα φραγκόσυκα και τα πήγε στη μητέρα του.

«Μαμά, κάνε μου αυτά χυμό», της είπε.

Η μητέρα του τα καθάρισε προσεκτικά, τα έστειψε, τα σούρωσε ώστε να απομακρυνθούν τα σπόρια και πρόσθεσε νερό. Ο Γιώργος ήπιε τον χυμό.

Προς μεγάλη του χαρά, δεν αισθάνθηκε πόνο. Αντίθετα, ένιωσε ανακούφιση και χαρά.

Από εκείνη την ημέρα, όμως, κάτι άλλαξε μέσα του.

Ο Γιώργος απέκτησε μια παράξενη εμμονή: ήθελε να ξαναπάει στη φραγκοσυκιά. Ήθελε να καθίσει πάλι κάτω από τα αγκάθια και τα πλατιά, πράσινα φύλλα της και να ακούσει ξανά εκείνη τη μυστηριώδη φωνή.

Κάθε φορά που περνούσε από τον κήπο, την κοιτούσε επίμονα.

«Είσαι εκεί;» ψιθύριζε.

Μα η φραγκοσυκιά έμενε σιωπηλή.

Μόνο ο ζεστός αέρας του Αυγούστου περνούσε ανάμεσα στα φύλλα της και έκανε έναν παράξενο ψίθυρο.

Ο Γιώργος, όμως, ήταν βέβαιος πως εκείνο το καλοκαίρι είχε ζήσει κάτι που δεν μπορούσε να εξηγήσει.

Ήταν άραγε η δύναμη της πίστης; Ήταν η φωνή της μητέρας του που είχε αποτυπωθεί τόσο βαθιά στη σκέψη του; Ή μήπως, όπως ο ίδιος πίστευε μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του, η φραγκοσυκιά είχε πράγματι ένα πνεύμα που τον προστάτευε;

Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να δώσει απάντηση.

Οι παλιοί του χωριού, όμως, όταν άκουγαν την ιστορία, έλεγαν πως η φύση έχει τα δικά της μυστικά και πως ο άνθρωπος δεν πρέπει να περιφρονεί όσα δεν μπορεί να εξηγήσει.

Και κάθε Αύγουστο, όταν οι φραγκοσυκιές γέμιζαν με κόκκινους και πορτοκαλιούς καρπούς, ο Γιώργος θυμόταν εκείνο το απόγευμα του 1967.

Θυμόταν τη φωνή.

Θυμόταν τα πέντε φραγκόσυκα.

Και, πάνω απ' όλα, θυμόταν εκείνα τα λόγια:

«Το πνεύμα της φραγκοσυκιάς που σε αγαπά… αλλά μην το πεις πουθενά!»

Κι έτσι το μυστικό έμεινε για χρόνια κρυμμένο ανάμεσα στα αγκάθια, στα φύλλα και στους καρπούς της παλιάς φραγκοσυκιάς, σαν μια μικρή προσευχή της φύσης προς ένα παιδί που εκείνο το καλοκαίρι χρειάστηκε ένα θαύμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: