Η Άννα έγραφε ποιήματα για πράγματα που δεν μπορούσε να πει.
Για τη βροχή που έμενε πάνω στα τζάμια σαν να είχε ξεχάσει τον δρόμο της. Για τα περιστέρια στις στέγες. Για τη μυρωδιά του ψωμιού τα Κυριακάτικα πρωινά, τότε που η μητέρα της άνοιγε τα παράθυρα και το σπίτι γέμιζε φως.
Στα είκοσι τέσσερα χρόνια της είχε ήδη ένα μικρό τετράδιο γεμάτο στίχους. Στο εξώφυλλό του είχε ζωγραφίσει ένα μαργαριτάρι.
«Τα μαργαριτάρια», έλεγε, «γεννιούνται μέσα σε κάτι που τα ενοχλεί».
Κανείς δεν ήξερε ακόμη πόσο κυριολεκτικά θα γινόταν αυτό στη ζωή της.
Η νεαρή φιλόλογος δεν ξύπνησε ένα πρωί και αποφάσισε να αρρωστήσει. Η νευρική ανορεξία δεν εμφανίζεται συνήθως σαν μια καθαρή απόφαση. Μπορεί να αρχίσει ύπουλα, μέσα από την ανάγκη για έλεγχο, την τελειομανία, το άγχος ή την επιθυμία να γίνει κάποιος «καλύτερος». Στην περίπτωση της Άννας, όλα ξεκίνησαν σε μια περίοδο μεγάλων αλλαγών.
Τελείωνε το πανεπιστήμιο. Έπρεπε να αποφασίσει τι θα έκανε στη ζωή της. Οι φίλοι της προχωρούσαν, ερωτεύονταν, έβρισκαν δουλειές. Εκείνη ένιωθε πως στεκόταν μπροστά σε έναν τεράστιο άδειο δρόμο.
Και τότε εμφανίστηκε η πρώτη σκέψη.
Αν μπορώ να ελέγξω αυτό, μπορώ να ελέγξω τα πάντα.
Στην αρχή η σκέψη έμοιαζε δική της.
Αργότερα απέκτησε φωνή.
Δεν χρειάζεσαι αυτό.
Μπορείς να αντισταθείς.
Μην αφήσεις τον εαυτό σου να χαλαρώσει.
Αύριο θα είσαι καλύτερη.
Η φωνή δεν φώναζε. Αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο.
Μιλούσε ήρεμα.
Σιγά-σιγά, η τροφή έπαψε να είναι απλώς τροφή. Έγινε σύμβολο. Κάθε γεύμα μετατράπηκε σε διαπραγμάτευση. Κάθε οικογενειακό τραπέζι σε πεδίο μάχης.
Η Άννα άρχισε να αποσύρεται.
Έλεγε πως είχε πολλή δουλειά. Έβρισκε δικαιολογίες για να μην τρώει μαζί με τους άλλους. Απέφευγε συζητήσεις για το σώμα της, ενώ ταυτόχρονα το σώμα της είχε αρχίσει να καταλαμβάνει όλο τον χώρο μέσα στο μυαλό της.
Παράδοξο.
Όσο λιγότερο χώρο καταλάμβανε το σώμα της, τόσο περισσότερο χώρο καταλάμβανε η σκέψη γι’ αυτό.
Η μητέρα της ήταν η πρώτη που φοβήθηκε.
«Άννα, κάτι συμβαίνει.»
«Τίποτα δεν συμβαίνει.»
«Δεν είσαι καλά.»
«Είμαι μια χαρά.»
Το «μια χαρά» έγινε η πιο συχνή της φράση.
Μα δεν ήταν καλά.
Η παρατεταμένη στέρηση τροφής δεν επηρεάζει μόνο το σώμα. Ο εγκέφαλος χρειάζεται ενέργεια για να λειτουργήσει. Όταν το σώμα βρίσκεται σε κατάσταση υποσιτισμού, η σκέψη μπορεί να γίνει πιο άκαμπτη, το άγχος να αυξηθεί και η ικανότητα να βλέπει κανείς τις συνέπειες των πράξεών του να μειωθεί.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος.
Η πείνα ενισχύει την εμμονή με την τροφή. Η εμμονή αυξάνει το άγχος. Η στέρηση μπορεί προσωρινά να δημιουργεί μια αίσθηση ελέγχου. Και αυτή η προσωρινή ανακούφιση κάνει τη διαταραχή ακόμη πιο επίμονη.
Η Άννα δεν ένιωθε ότι επέλεγε την ανορεξία.
Ένιωθε ότι η ανορεξία την επέλεγε.
Μια μέρα, στο πανεπιστήμιο, λιποθύμησε.
Όταν άνοιξε τα μάτια της, βρισκόταν σε ένα νοσοκομειακό δωμάτιο. Δίπλα της καθόταν η μητέρα της.
Η Άννα γύρισε το κεφάλι.
«Δεν θέλω να μείνω εδώ.»
«Το ξέρω.»
«Δεν είμαι άρρωστη.»
Η μητέρα της δεν απάντησε αμέσως.
«Μπορεί να μη νιώθεις άρρωστη», είπε τελικά. «Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεσαι βοήθεια.»
Ήταν η πρώτη φορά που η Άννα δεν θύμωσε.
Μόνο έκλαψε.
Η θεραπεία ξεκίνησε με κάτι που εκείνη θεωρούσε ταπεινωτικό: φροντίδα του σώματος.
Ιατρικός έλεγχος. Παρακολούθηση της σωματικής της κατάστασης. Διατροφική αποκατάσταση από εξειδικευμένη ομάδα. Ψυχοθεραπεία.
Η θεραπεία δεν ήταν μια συζήτηση όπου κάποιος θα της έλεγε απλώς «φάε».
Αν ήταν τόσο απλό, η ανορεξία δεν θα ήταν σοβαρή ψυχιατρική διαταραχή.
Η ομάδα της εξήγησε ότι η ανάρρωση απαιτούσε δύο παράλληλες διαδρομές: να αποκατασταθεί το σώμα και να αλλάξει η σχέση της με τις σκέψεις, τα συναισθήματα και την εικόνα του εαυτού της.
Η Άννα αντιστάθηκε.
«Δεν μπορώ.»
«Δεν θέλω», τη διόρθωσε κάποτε η θεραπεύτριά της.
Η Άννα την κοίταξε ενοχλημένη.
«Είναι το ίδιο.»
«Όχι. Το “δεν μπορώ” σημαίνει ότι δεν υπάρχει επιλογή. Το “δεν θέλω” σημαίνει ότι υπάρχει φόβος.»
Η Άννα σώπασε.
Αυτός ο φόβος ήταν παντού.
Φόβος ότι θα χάσει τον έλεγχο. Φόβος ότι θα αλλάξει. Φόβος ότι χωρίς την ανορεξία δεν θα ήξερε ποια είναι.
Γιατί η διαταραχή είχε αρχίσει να γίνεται ταυτότητα.
Ήταν η ποιήτρια.
Η τελειομανής.
Η δυνατή.
Η κοπέλα που μπορούσε να αντιστέκεται.
Η θεραπεύτρια τής ζήτησε να φανταστεί πως η ανορεξία ήταν ένας δεύτερος χαρακτήρας στο ποίημά της.
«Τι θα της έδινες ως όνομα;»
Η Άννα σκέφτηκε.
«Χλωμό μαργαριτάρι.»
«Γιατί;»
«Επειδή μοιάζει όμορφο από μακριά. Αλλά αν το κρατήσεις πολλή ώρα στο χέρι σου, καταλαβαίνεις ότι είναι κρύο.»
Για πρώτη φορά, η Άννα άρχισε να ξεχωρίζει τη δική της φωνή από τη φωνή της διαταραχής.
Δεν χρειάζεσαι βοήθεια.
«Αυτό είναι η ανορεξία», έλεγε.
Αν αλλάξεις, θα χάσεις τον έλεγχο.
«Αυτό είναι η ανορεξία.»
Δεν είσαι αρκετή.
«Αυτό είναι η ανορεξία.»
Η διάκριση δεν έγινε σε μία μέρα.
Υπήρχαν πισωγυρίσματα.
Υπήρχαν μέρες που ήθελε να εγκαταλείψει τη θεραπεία. Μέρες που ένιωθε θυμό για τη μητέρα της. Μέρες που θεωρούσε τους γιατρούς εχθρούς.
Και υπήρχαν μέρες που έγραφε.
Το πρώτο ποίημα που έγραψε στη θεραπεία είχε μόνο τέσσερις στίχους:
Η κοινωνική υποστήριξη αποδείχθηκε εξίσου σημαντική με τη θεραπευτική ομάδα.
Η φίλη της, η Μαρία, σταμάτησε να σχολιάζει το σώμα της.
Δεν της έλεγε «φαίνεσαι καλύτερα».
Δεν της έλεγε «πάχυνες».
Της έλεγε:
«Έλα να περπατήσουμε.»
«Θες να ακούσουμε μουσική;»
«Θες να μου διαβάσεις το καινούργιο σου ποίημα;»
Με αυτόν τον τρόπο τής θύμιζε κάτι θεμελιώδες:
Η Άννα ήταν άνθρωπος πριν γίνει ασθενής.
Και παρέμενε άνθρωπος ενώ βρισκόταν σε ανάρρωση.
Η επιστήμη σήμερα αντιμετωπίζει τη νευρική ανορεξία ως σύνθετη διαταραχή, στην οποία αλληλεπιδρούν βιολογικοί, γενετικοί, ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες. Δεν υπάρχει μία και μοναδική αιτία ούτε μία θεραπεία που να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο για όλους.
Για τους εφήβους, η οικογενειοκεντρική θεραπεία μπορεί να αποτελέσει σημαντική θεραπευτική προσέγγιση. Στους ενήλικες χρησιμοποιούνται εξειδικευμένες ψυχοθεραπευτικές μέθοδοι, όπως η CBT-E και άλλες θεραπείες σχεδιασμένες ειδικά για τις διαταραχές πρόσληψης τροφής. Η ιατρική παρακολούθηση είναι απαραίτητη όταν υπάρχει σημαντικός υποσιτισμός ή σωματική αστάθεια.
Και η φαρμακευτική αγωγή, όταν χρησιμοποιείται, δεν αντικαθιστά τη διατροφική και ψυχοθεραπευτική αποκατάσταση.
Η ανάρρωση της Άννας δεν ήταν ευθεία γραμμή.
Ήταν κύκλος.
Ένα βήμα μπροστά.
Μισό πίσω.
Και ξανά.
Μήνες αργότερα, κάθισε στο ίδιο τραπέζι με τη μητέρα της.
Υπήρχε φαγητό μπροστά τους.
Για πρώτη φορά, μετά από πολύ καιρό, η Άννα δεν προσπάθησε να ακούσει τη φωνή του «Χλωμού Μαργαριταριού».
Άκουσε τη μητέρα της να μιλά για ένα βιβλίο.
Άκουσε το κουτάλι να ακουμπά στο πιάτο.
Άκουσε τον εαυτό της να αναπνέει.
Και τότε κατάλαβε κάτι που δεν είχε καταφέρει να γράψει ποτέ:
Η ελευθερία δεν είναι να ελέγχεις τα πάντα.
Είναι να μπορείς να ζεις χωρίς να χρειάζεται να τα ελέγχεις όλα.
Το τελευταίο ποίημα στο τετράδιό της δεν μιλούσε για το σώμα.
Μιλούσε για μια θάλασσα.
Και στην τελευταία σελίδα υπήρχε πάλι ένα μαργαριτάρι.
Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν χλωμό.
Δεν ήταν τέλειο.
Είχε μικρές ατέλειες στην επιφάνειά του.
Η Άννα χαμογέλασε.
«Αυτό είναι το πραγματικό», είπε.
Και έκλεισε το τετράδιο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου